«Μάνα, πάλι τα ίδια; Μια υγρασία είναι, δεν γκρεμίζεται και το σπίτι». Το είπε ο γιος μου, ο Στέλιος, με εκείνο το κουρασμένο ύφος που έχουν οι άνθρωποι όταν δεν θέλουν να ακούσουν ούτε μισή λέξη...
«Μάνα, πάλι τα ίδια; Μια υγρασία είναι, δεν γκρεμίζεται και το σπίτι». Το είπε ο γιος μου, ο Στέλιος, με εκείνο το κουρασμένο ύφος που έχουν οι άνθρωποι όταν δεν θέλουν να ακούσουν ούτε μισή λέξη παραπάνω.
Κρατούσα το τηλέφωνο με το ένα χέρι και με το άλλο πίεζα μια πετσέτα στο περβάζι, γιατί έμπαζε νερά από την πρωινή βροχή.
Από το ταβάνι της κουζίνας έπεφταν σταγόνες μέσα στη λεκάνη. Πλακ. Πλακ. Πλακ.
Αυτός ο ήχος μού τρυπούσε το κεφάλι. «Στέλιο, δεν είναι υγρασία.
Ο σοβάς άνοιξε.
Ο πατέρας σου ανέβηκε στη σκάλα χτες και παραλίγο να πέσει». Αναστέναξε. «Εντάξει, ρε μάνα, μην το κάνεις θέμα.
Όλο πανικός είστε τελευταία.
Τυπικά δράματα γέρων». Έμεινα να κοιτάω τον τοίχο.
Όχι γιατί με πείραξε μόνο η φράση.
Αλλά γιατί εκείνη τη στιγμή κατάλαβα κάτι που τόσα χρόνια δεν ήθελα να δω. Εγώ και ο άντρας μου, ο Μανώλης, τους είχαμε μάθει να μας θεωρούν δεδομένους.
Για χρόνια τους κρατούσαμε. Κυριολεκτικά.
Στηρίξαμε τον Στέλιο όταν έμεινε άνεργος, δίναμε κάθε μήνα λεφτά για το νοίκι του, «μέχρι να στρώσει», όπως έλεγε.
Μετά ήρθε η κόρη μου, η Ευγενία, με τα δικά της ζόρια.
Παιδικός σταθμός ακριβός, ωράρια τρελά, ο άντρας της όλη μέρα στους δρόμους. «Μαμά, μόνο εσύ με σώζεις», μου έλεγε.
Και την έσωζα.
Κάθε μέρα σηκωνόμουν από τις έξι.
Έφτιαχνα γάλα, τοστ, έδενα κορδόνια, έψαχνα χαμένες κάλτσες, άλλαζα πάνες, μαγείρευα φασολάκια, κοτόσουπα, παστίτσιο να έχουν να τρώνε όλοι. Ο Μανώλης πήγαινε τα εγγόνια σχολείο, τα έφερνε πίσω, πλήρωνε λογαριασμούς, κουβαλούσε σακούλες από το σούπερ μάρκετ.
Και μετά το βράδυ, όταν άδειαζε το σπίτι, καθόμασταν στην κουζίνα και λέγαμε «δεν πειράζει, παιδιά μας είναι». Δεν μετανιώνω για τα εγγόνια μου. Ποτέ.
Αυτά ήταν η χαρά μου.
Το λάθος ήταν αλλού.
Ότι δεν υπήρχε ποτέ όριο.
Στην αρχή ήταν «μας βοηθάτε λίγο». Μετά έγινε υποχρέωση.
Αν μια μέρα έλεγα πως με πονάει η μέση μου, η Ευγενία μού απαντούσε σχεδόν ενοχλημένη. «Και τι να κάνω, μαμά; Να μην πάω στη δουλειά;» Δεν έλεγα τίποτα.
Έσφιγγα τα δόντια και συνέχιζα.
Μέχρι που ο Μανώλης έπαθε το πρώτο μικρό εγκεφαλικό.
Όχι βαρύ, δόξα τω Θεώ, αλλά άλλαξε.
Ζαλιζόταν, ξεχνούσε, κουραζόταν γρήγορα.
Εγώ είχα ήδη πρόβλημα με τα γόνατα και πίεση που ανέβαινε όποτε αγχωνόμουν.
Το σπίτι μας, το παλιό σπίτι στη γειτονιά που το χτίσαμε με δάνειο και στερήσεις, είχε αρχίσει να διαλύεται.
Η ταράτσα ήθελε μόνωση, τα ντουλάπια είχαν σαπίσει, τα υδραυλικά βούλωναν κάθε λίγο.
Μαζέψαμε τα παιδιά ένα Κυριακάτικο μεσημέρι.
Έστρωσα τραπέζι, όπως πάντα.
Πατάτες στον φούρνο, σαλάτα, τυρί, ψωμί. Ο Μανώλης ήταν σιωπηλός.
Εγώ έτρεμα λίγο, ναι, αλλά το είπα. «Δεν μπορούμε άλλο μόνοι μας.
Θέλουμε να βοηθήσετε λίγο.
Είτε οικονομικά για τις επισκευές, είτε να αναλάβετε μερικά πράγματα με τα παιδιά σας και το σπίτι σας.
Δεν αντέχουμε όπως παλιά». Έπεσε μια σιωπή βαριά. Ο Στέλιος ακούμπησε το πιρούνι κάτω. «Δηλαδή τώρα μας το χρεώνετε; Ό,τι κάνατε;» «Αυτό άκουσες;» του είπα. «Αυτό κατάλαβες;» Η Ευγενία πετάχτηκε πριν προλάβει να μιλήσει ο πατέρας της. «Μαμά, πραγματικά, το τελευταίο διάστημα όλο παραπονιέστε.
Όλοι έχουμε προβλήματα.
Δεν γίνεται κάθε φορά να παρουσιάζετε καταστροφή». «Καταστροφή είναι να πέσει ο σοβάς στο κεφάλι μας;» φώναξε ο Μανώλης, και ήταν από τις λίγες φορές που ύψωσε φωνή. «Καταστροφή είναι να μην μπορώ να ανεβώ τρεις σκάλες χωρίς να κοπεί η ανάσα μου κι εσείς να φέρνετε τα παιδιά σαν να είμαστε είκοσι χρονών!» 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους