«Δεν αντέχω άλλο, Στέλιο. Ή βρίσκεις λύση ή θα φύγω εγώ με τα παιδιά.» Η φωνή της Δάφνης έτρεμε, αλλά δεν ήταν απειλή της στιγμής. Ήταν κάτι που είχε ωριμάσει μέσα της μήνες. Στεκόταν στην κουζίνα με...
«Δεν αντέχω άλλο, Στέλιο. Ή βρίσκεις λύση ή θα φύγω εγώ με τα παιδιά.» Η φωνή της Δάφνης έτρεμε, αλλά δεν ήταν απειλή της στιγμής.
Ήταν κάτι που είχε ωριμάσει μέσα της μήνες.
Στεκόταν στην κουζίνα με τα χέρια της βρεγμένα από τα πιάτα και τα μάτια κόκκινα.
Από το σαλόνι ακουγόταν η μάνα μου να φωνάζει πως της κλέψαμε την τσάντα.
Η τσάντα ήταν στο ψυγείο.
Για δεύτερη φορά εκείνη τη βδομάδα.
Εγώ ήμουν ακόμη με το πουκάμισο της δουλειάς.
Είχα μόλις γυρίσει από το συνεργείο, κουρασμένος, λερωμένος, με το κεφάλι να βουίζει από πελάτες, χρέη, τηλεφωνήματα.
Και μπροστά μου είχα άλλο ένα βράδυ πολέμου.
Η μάνα μου, η Ελένη, δεν ήταν πάντα έτσι.
Ήταν γυναίκα περήφανη.
Χήρεψε νωρίς, με μεγάλωσε μόνη της στα Πατήσια, δούλευε σε καθαριστήρια και σπίτια και ποτέ δεν με άφησε να νιώσω φτωχός, αν και ήμασταν.
Όταν άρχισε να ξεχνάει, στην αρχή γελούσαμε.
Ξεχνούσε το μάτι αναμμένο, έλεγε την εγγονή μου με το όνομα της αδερφής της, με ρωτούσε τρεις φορές την ίδια μέρα τι ώρα σχολάω.
Μετά σταμάτησε να είναι αστείο.
Μια μέρα την βρήκε η Δάφνη στην είσοδο της πολυκατοικίας με τη νυχτικιά.
Ήθελε, λέει, να πάει στη μάνα της.
Η μάνα της είχε πεθάνει πριν τριάντα χρόνια.
Άρχισε να ξυπνάει μέσα στη νύχτα και να ανοίγει ντουλάπια.
Να μπαίνει στο δωμάτιο των παιδιών και να τους τραβάει τα σεντόνια γιατί νόμιζε ότι ήταν ξένα παιδιά μέσα στο σπίτι.
Ο μικρός μου, ο Μανώλης, άρχισε να φοβάται.
Η μεγάλη, η Ιωάννα, έκλεινε την πόρτα της με κλειδί. Η Δάφνη στην αρχή έκανε υπομονή.
Πολύ μεγαλύτερη απ’ όσο της αναγνώρισα τότε.
Την τάιζε, την άλλαζε όταν είχε ατυχήματα, μάζευε τις βρισιές της όταν η μάνα μου δεν την αναγνώριζε και την έλεγε κλέφτρα.
Αλλά η υπομονή έχει πάτο. «Δεν είμαι κακιά», μου είπε ένα βράδυ σιγανά, για να μην ακούσουν τα παιδιά. «Αλλά έχω πάψει να ζω. Το σπίτι μας έγινε θάλαμος.
Δεν μπορώ άλλο να φοβάμαι τι θα βρω όταν γυρίσω από τη δουλειά.» Την κοίταζα και θύμωνα.
Όχι μόνο μαζί της.
Με όλους.
Με τον εαυτό μου πιο πολύ.
Η αδερφή μου, η Κατερίνα, έλεγε από το τηλέφωνο πως βοηθάει όσο μπορεί, αλλά έμενε στη Λάρισα και ερχόταν μια φορά στους δύο μήνες.
Οι γείτονες είχαν αρχίσει τα παράπονα.
Στη δουλειά έφευγα συνεχώς νωρίτερα.
Ο προϊστάμενος μου το είπε καθαρά. «Στέλιο, σε συμπονώ, αλλά το μαγαζί δεν δουλεύει με συμπόνια.» Ψάξαμε για δημόσια δομή.
Λίστες αναμονής, χαρτιά, επιτροπές, υποσχέσεις. Μήνες.
Δεν υπήρχε χρόνος.
Κι έτσι κοίταξα κάτι που ορκιζόμουν πως δεν θα κάνω ποτέ.
Ιδιωτικό γηροκομείο.
Το κόστος ήταν τρέλα.
Πούλησα τη μηχανή μου.
Άδειασα έναν μικρό λογαριασμό που κρατούσαμε για ώρα ανάγκης. Η Δάφνη δεν χάρηκε.
Μόνο κάθισε στην άκρη του κρεβατιού σαν άδεια.
Τη μέρα που την πήγα, η μάνα μου ήταν ήρεμη.
Αυτό με τσάκισε πιο πολύ.
Της είπα πως θα μείνει λίγες μέρες για να την προσέχουν γιατροί, να δυναμώσει.
Με κοίταξε σαν να ήξερε ότι λέω ψέματα, αλλά δεν μίλησε αμέσως.
Όταν ήρθε η νοσηλεύτρια να την πάρει μέσα, έσφιξε το μανίκι μου. «Στέλιο... θα έρθεις;» «Θα έρθω, μάνα. Κάθε μέρα.» 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους