«Αρκετά, θεία Σοφία. Στο σπίτι μου δεν θα μιλάτε έτσι στο παιδί μου.» Μόλις το είπα, έπεσε εκείνη η βαριά σιωπή που σχεδόν βουίζει στ’ αυτιά. Η κουζίνα μύριζε κανέλα, βούτυρο και γεμιστό που είχα...
«Αρκετά, θεία Σοφία. Στο σπίτι μου δεν θα μιλάτε έτσι στο παιδί μου.» Μόλις το είπα, έπεσε εκείνη η βαριά σιωπή που σχεδόν βουίζει στ’ αυτιά.
Η κουζίνα μύριζε κανέλα, βούτυρο και γεμιστό που είχα βγάλει λίγο πριν από τον φούρνο.
Τα λαμπάκια στο δέντρο αναβόσβηναν δίπλα στο παράθυρο και ο μικρός μου, ο Μάρκος, στεκόταν με το ποτήρι στο χέρι και με κοιτούσε σαν να μην ήξερε αν έπρεπε να φοβηθεί ή να ανασάνει.
Η θεία Σοφία ανασήκωσε τα φρύδια της. «Τι ύφος είναι αυτό, Ελένη; Εμείς κουβέντα κάνουμε.» Η κόρη της, η ξαδέρφη μου η Δάφνη, χαμογέλασε εκείνο το μισό, το σπαστικό χαμόγελο που είχε πάντα όταν ήθελε να σε μειώσει χωρίς να το πει καθαρά. «Ε, εντάξει, μην τα κάνεις και δράμα.
Ένα παιδί είπαμε να μάθει λίγη πειθαρχία.» Πειθαρχία.
Αυτή η λέξη με χτύπησε σαν χαστούκι.
Γιατί πριν από δέκα λεπτά η Δάφνη είχε τραβήξει τον Μάρκο από τον ώμο επειδή δεν ήθελε να φιλήσει όλους τους μεγάλους, και η θεία Σοφία του είπε μπροστά σε όλους: «Έτσι όπως τον μεγαλώνεις, αύριο θα σου ανέβει στο κεφάλι». Ο Μάρκος είναι οκτώ.
Είναι ντροπαλός.
Δεν είναι αγενής.
Απλώς δεν θέλει να τον ζορίζουν.
Κι εγώ αυτό το ξέρω καλύτερα από όλους.
Για χρόνια, σε κάθε τραπέζι, σε κάθε γιορτή, κατάπινα.
Γιατί πάντα υπήρχε κάτι.
Για τα κιλά μου μετά τη γέννα.
Για το ότι χώρισα με τον πατέρα του Μάρκου και «δεν έκανα υπομονή». Για το ότι δουλεύω πολλές ώρες στο φαρμακείο και αφήνω το παιδί στη μάνα μου τα απογεύματα.
Για το ότι δεν τον πιέζω να τρώει τα πάντα.
Για το ότι δεν τον γράφω σε τρία φροντιστήρια από το δημοτικό, λες και ετοιμάζεται για πανελλήνιες από τα οκτώ του.
Και η μάνα μου; Πάντα στη μέση. «Μην απαντάς, παιδί μου, για να έχουμε την ησυχία μας.» Αυτό έλεγε χρόνια.
Να έχουμε την ησυχία μας.
Μόνο που η ησυχία αυτή την πλήρωνα εγώ.
Και τελευταία, τη πλήρωνε και ο γιος μου.
Εκείνο το μεσημέρι των Χριστουγέννων είχα ξυπνήσει από τις έξι.
Είχα μαγειρέψει, είχα στρώσει τραπέζι, είχα βάλει τα καλά πιάτα της γιαγιάς.
Είχα μετρήσει μέχρι το δέκα ήδη τρεις φορές πριν καν σερβίρω.
Όταν η θεία Σοφία μπήκε μέσα, κοίταξε το σαλόνι και είπε: «Ωραία είναι… λίγο ακατάστατα βέβαια, αλλά με παιδί…» Χαμογέλασα σφιγμένα.
Μετά ήρθε η Δάφνη. «Ακόμα δεν τον έκοψες από το τάμπλετ; Καλά, εσύ τον καταστρέφεις.» Κι ύστερα ήρθε το σχόλιο για το φιλί, το τράβηγμα από τον ώμο, το βλέμμα του Μάρκου που σκοτείνιασε.
Εκεί τελείωσε μέσα μου κάτι.
Σκούπισα τα χέρια μου στην πετσέτα και είπα όσο πιο ήρεμα μπορούσα: «Θεία Σοφία, Δάφνη, σας παρακαλώ να φύγετε.» «Τι;» είπε η θεία μου, σχεδόν φτύνοντας τη λέξη. «Σας ζητάω να φύγετε από το σπίτι μου.
Δεν θέλω άλλες παρατηρήσεις για το παιδί μου και δεν θα δεχτώ να του μιλάτε έτσι.» Η μάνα μου άσπρισε. «Ελένη, όχι σήμερα... Χριστούγεννα είναι.» Γύρισα και την κοίταξα.
Νομίζω πρώτη φορά την κοίταξα έτσι, σαν γυναίκα προς γυναίκα και όχι σαν κόρη που ζητάει άδεια. «Ακριβώς επειδή είναι Χριστούγεννα.
Δεν θέλω ο γιος μου να θυμάται αυτή τη μέρα με ντροπή.» Η Δάφνη πετάχτηκε όρθια. «Είσαι υπερβολική.
Όλοι κάτι λέμε.
Δηλαδή τώρα θα μας διώξεις;» «Ναι», της είπα. «Θα σας διώξω.
Ευγενικά, αλλά ναι.» Η θεία Σοφία άρπαξε την τσάντα της. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους