Πρωτάθλημα Α1 σεζόν 2001-02: Βουτιά στην άβυσσο Στο σημερινό μας long read θυμόμαστε το πρωτάθλημα της σεζόν 2001-02, ένα πρωτάθλημα κομβικό από πολλές απόψεις. Ήταν το πρωτάθλημα που επισημοποίησε...
Πρωτάθλημα Α1 σεζόν 2001-02: Βουτιά στην άβυσσο Στο σημερινό μας long read θυμόμαστε το πρωτάθλημα της σεζόν 2001-02, ένα πρωτάθλημα κομβικό από πολλές απόψεις.
Ήταν το πρωτάθλημα που επισημοποίησε πέραν κάθε αμφιβολίας την κατάρρευση της δημοτικότητας του μπάσκετ με όλο το ενδιαφέρον του κόσμου και των ΜΜΕ να είναι πια στο ποδόσφαιρο.
Το μπάσκετ ήταν απών από παντού, το πρωτάθλημα το έδειχνε το Σούπερ Σπορτ και το έβλεπαν ελάχιστοι, οι κερκίδες ήταν άδειες, η Ευρωλίγκα δεν είχε τηλεοπτική κάλυψη, οι αθλητικές εφημερίδες ασχολούνταν ελάχιστα.
Ξαφνικά, μέσα σε 4-5 χρόνια το μπάσκετ είχε γίνει από εθνικό σπορ εντελώς περιθωριακό.
Το πρωτάθλημα το 2001-02 πέρασε μέσα στην απόλυτη σιωπή και αδιαφορία, ήταν κυριολεκτικά αόρατο.
Η χρονιά εκείνη έφερε το τέλος των τελευταίων δεσμών με την πλούσια για το μπάσκετ δεκαετία του ’90. Ήταν η τελευταία σεζόν που το μπάσκετ είχε μεγάλα τηλεοπτικά συμβόλαια με ιδιωτικά κανάλια, ο ΕΣΑΚΕ με το Σούπερ Σπορτ και η ΕΟΚ (εθνική και κύπελλο) με τον ΑΝΤ1.
Ενδεικτικό της απαξίωσης του προϊόντος ήταν ότι για πρώτη φορά ο ΑΝΤ1 δεν καταδέχτηκε να μεταδώσει τον τελικό κυπέλλου Ολυμπιακός-Μαρούσι – αν και είχε δείξει τον ημιτελικό του φάιναλ φορ των αιωνίων, ο τελικός με το Μαρούσι συνέπιπτε χρονικά με το Μπιγκ Μπράδερ 2 που ο ΑΝΤ1 σε καμιά περίπτωση δεν θα θυσίαζε! Ο τελικός μεταδόθηκε από το θυγατρικό TV Μακεδονία.
Το 2002 σχεδόν όλο το μπάσκετ μετακόμισε στην ΕΡΤ όπου παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό για σχεδόν 20 χρόνια. Στην Ευρώπη μοναδική τζούρα ήταν οι μεταδόσεις του Μάτζικ Πειραιά των αγώνων του Ολυμπιακού στην Ευρωλίγκα.
Θα έπρεπε να περάσουν άλλα τρία χρόνια για να επιστρέψει η Ευρωλίγκα στην τηλεόραση κανονικά.
Ακόμα και ο παλαβός όμιλος του τοπ-16 με Παναθηναϊκό, Ολυμπιακό, ΑΕΚ απέτυχε να κεντρίσει το ενδιαφέρον του πολύ κόσμου.
Εκείνη ήταν επίσης η χρονιά μετά από 10 χρόνια πλούτου που οι ομάδες της Α1 κατέρρευσαν οικονομικά – το καλοκαίρι του 2001 μάλιστα είχαν κηρύξει και ένα άτυπο λοκ άουτ ως μέθοδο διαμαρτυρίας προς την πολιτεία, ενώ μια σειρά από επενδυτές είχαν πάρει την έξοδο από το άθλημα.
Με εξαίρεση τον Παναθηναϊκό όλες οι ομάδες έριξαν κατακόρυφα τα μπάτζετ τους.
Όλοι ξεφορτώθηκαν μεγάλα συμβόλαια, με τους μεσαίους να στέλνουν παίκτες στους μεγάλους (Παπαδόπουλος από τον Ηρακλή και Γιαννούλης από τον ΠΑΟΚ στον Παναθηναϊκό, Παπαλουκάς από τον Πανιώνιο στον Ολυμπιακό, Ταπούτος από την Νήαρ Ηστ στην ΑΕΚ) και τους μεγάλους να ξαλαφρώνουν κι αυτοί (Κουτλουάι από την ΑΕΚ στον ΠΑΟ που με την σειρά του άφησε τον Ρέμπρατσα, όπως και οι Ράτζα, Ρίβερς, Οικονόμου που έφυγαν από τον Ολυμπιακό). Για πρώτη φορά οι ομάδες άρχισαν να φέρνουν μαζικά άγνωστους και άσημους Αμερικάνους, το ελληνικό μπάσκετ είχε μπει στην εποχή των στοιχημάτων (που πολλά βγήκαν βέβαια). Αυτή ήταν και η τελευταία σεζόν μετά από έξι χρόνια με το παλιό καθεστώς των Δυτικοευρωπαίων «κοινοτικών». Καθώς η ΕΕ των 15 ετοιμαζόταν να διευρυνθεί προς την ανατολική Ευρώπη, ο ΕΣΑΚΕ επέτρεψε από το 2002 την απελευθέρωση των Ευρωπαίων (στα πλαίσια του 2 Αμερικάνοι + 4 Ευρωπαίοι), κάτι που άνοιξε τις πύλες στους Ανατολικοευρωπαίους, κυρίως Γιουγκοσλάβους.
Το 2001-02 ήταν η τελευταία σεζόν που παίκτες όπως ο Πολωνός Βούιτσικ και ο Κροάτης Ζούζα έπιαναν θέση ξένων.
Όπως είναι λογικό αυτό ήταν το τελευταίο πρωτάθλημα με άρωμα δυτικής Ευρώπης: Γάλλοι (Μπιλμπά, Ριζασέ, Σκιαρά), Ισπανοί (Ντε Μιγκέλ, Μοράλες, Γκαλιλέα, Σάντος συν οι νατουραλιζέ Ρότζερς, Μίντλετον), Γερμανοί (Κοχ, Νικαγκμπάτσε, Φέμερλιγκ), Ιταλοί (Κολντεμπέλα), Ιρλανδοί (Μπερκ, Κόνλον), Ολλανδοί (Ναχάρ, Χάμινκ), Άγγλοι (Μπάκναλ, Μπετς), ακόμα και Αυστριακό είδαμε, τον κατσέρ Ρομπ Ρένφρο στον Άρη με το μουσάκι στυλ Limp Bizkit και τα τατουάζ.
Ήταν το τελευταίο πρωτάθλημα που είδαμε μαζεμένους αρκετούς από εκείνη την πρώτη σοδειά κοινοτικών του 1996, με κάποιους να κλείνουν μια συναπτή εξαετία στην Ελλάδα (Κολντεμπέλα, Ναχάρ) και άλλους να επιστρέφουν μετά από διαλείμματα αλλού (Μπάκναλ, Χάμινκ). Ρέκορντμαν ο αγαπημένος μας Μίκαελ Κοχ που άντεξε περισσότερο από όλους, παίζοντας και την επόμενη σεζόν στον Ιωνικό ΝΦ συμπληρώνοντας μια συνεχόμενη εφταετία στην χώρα μας.
Όλοι αυτοί οι κοινοτικοί είχαν έρθει το 1996 σε ένα πρωτάθλημα πάμπλουτο, με το χρήμα να ρέει και το ενδιαφέρον του κόσμου στα ύψη.
Έξι χρόνια μετά αποχωρούσαν οι περισσότεροι από την Ελλάδα με την Α1 να έχει καταρρεύσει.
Ακόμα κι έτσι, το ελληνικό μπάσκετ είχε στοιχεία ελπίδας.
Εκείνο το πρωτάθλημα είδε ομάδες που έπαιξαν σπουδαίο μπάσκετ (η ΑΕΚ του Χόλντεν, ο Ηρακλής του Χατζηβρέττα), το δίδυμο Παπαλουκά-Φορντ στον Ολυμπιακό ήταν συναρπαστικό, ο Παναθηναϊκός κατέκτησε την Ευρωλίγκα στην Μπολόνια.
Κυρίως όμως, το ελληνικό ταλέντο ξεχείλιζε και ελλείψει χρημάτων, οι περισσότερες ομάδες επένδυαν πια αναγκαστικά στο ελληνικό στοιχείο.
Σε εποχές που οι φουρνιές των μικρών εθνικών κέρδιζαν συνεχώς μετάλλια, το ελληνικό μπάσκετ είχε λαμπρό μέλλον μπροστά του, αρκεί κάποιος να είχε μάτια να το δει.
Πάμε λοιπόν να θυμηθούμε πρόσωπα και ομάδες από ένα πρωτάθλημα που ελάχιστοι είδαν (ακόμα κι εγώ που δεν είχα Σούπερ Σπορτ στο σπίτι έχω πολύ λίγες παραστάσεις), ένα πρωτάθλημα που έβαλε οριστικό τέλος σε μια εποχή αλλά άφηνε ελπίδες για κάτι καλύτερο στο μέλλον, το οποίο δεν θα αργούσε να έρθει με την σπουδαία εθνική του Γιαννάκη: 1/ Ξεκινάμε δικαιωματικά από την σπουδαία ΑΕΚ του Ντράγκαν Σάκοτα που κατέκτησε το πρωτάθλημα, μια ομάδα-ορόσημο για το ελληνικό μπάσκετ συνολικά.
Με τον Φιλίππου να ρίχνει το μπάτζετ, η Βασίλισσα έκανε all in στον σπουδαίο ελληνικό της κορμό – Κακιούζης, Χατζής, Ντικούδης, Ταπούτος ενώ τότε άρχισαν να ξεπετάγονται οι Ζήσης, Μπουρούσης – ενώ κολώνα από την προηγούμενη σεζόν ήταν ο Άντι Μπετς.
Η κίνηση-ματ όμως ήταν η μεταγραφή ενός άσημου Αμερικάνου πόιντ γκαρντ, του Τζέι Αρ Χόλντεν από το Βέλγιο.
Θεωρούμενος αρχικά μια φτηνή επιλογή για να βγει η σεζόν, ο Χόλντεν απογείωσε την ΑΕΚ και μέσω αυτής απογείωσε και ο ίδιος την καριέρα του, καθώς εξελίχτηκε στον ίσως καλύτερο Αμερικάνο της δεκαετίας των 2000s και ένας παίκτης που άλλαξε σε πολλά τον τρόπο που παιζόταν το ευρωπαϊκό μπάσκετ. Η ΑΕΚ εξαρχής τέθηκε επικεφαλής της βαθμολογίας, τερμάτισε πρώτη με ρεκόρ 23-3 και ρόλαρε τόσο καλά που δεν φάνηκε καν η απουσία του δεύτερου ξένου: είχε ξεκινήσει με τον Άριαν Κόμαζετς (που φόρεσε έτσι και την τρίτη φανέλα του ΠΟΚ μετά από Παναθηναϊκό και Ολυμπιακό) και στην συνέχεια τον μέτριο Αμερικάνο Καρρ που έφυγε κι αυτός.
Πολύτιμες βοήθειες έδωσε κοντά στο καλάθι ο πολύπειρος Γάλλος Τζιμ Μπιλμπά. Η ΑΕΚ τελικά κατέκτησε τον τίτλο με παραμυθένιο τρόπο, ανατρέποντας το 0-2 με τον Ολυμπιακό στους τελικούς.
Μια σπουδαία ομάδα, μικρογραφία μιας εθνικής Ελλάδας συνδυασμένη με δυο ξένους καταλύτες, τους Χόλντεν και Μπετς. 2/ Σεζόν-μυθιστόρημα ζήσαμε κι εμείς, δεν χρειάζεται να τα ξαναλέμε, τα θυμόμαστε.
Αρχικά αισιοδοξία καθώς η διοίκηση κράτησε ψηλά το μπάτζετ, έφερε Ίμπο και Μούλα δίπλα στον Ντέγιαν και τους Λάζο, Γιαννούλη να αναπληρώνουν την φυγή του Φώτση στο ΝΒΑ, αρχή με τρομερό σερί στην σεζόν (17-0 νομίζω σε κάποια φάση), στην συνέχεια ντεφορμάρισμα, -17 από τον Ολυμπιακό στην Ευρώπη και ήττα στον ημιτελικό του κυπέλλου, ντοπάρισμα του Γιαννούλη, το θαύμα στην Μπολόνια (όπου είχαμε φτάσει μετά το άλλο θαύμα του Ούντριχ στο ΣΕΦ) και ο αποκλεισμός ξανά από τον Ολυμπιακό στα ημιτελικά των πλέι οφ με την επίθεση στο πούλμαν και το ξύλο του Ντέγιαν με τον Τόμιτς.
Και όλα αυτά παράλληλα με την πορεία στο Τσάμπιονς Λιγκ μέχρι το σουτ του Βλάοβιτς στην Βαρκελώνη και το ντέρμπι του Ευθυμιάδη.
Μια από τις πιο memorable Παναθηναϊκές χρονιές με τρομερά ups and downs, σίγουρα όμως με θετικό πρόσημο με την κατάκτηση της Ευρωλίγκα στην Μπολόνια με ρεσιτάλ Ζοτς. 3/ Αν εμείς είχαμε ups and downs, ο Ολυμπιακός εκείνης της χρονιάς ήταν τρενάκι του λούνα παρκ.
Για πρώτη φορά με πολύ πεσμένο μπάτζετ στα χρόνια Κόκκαλη, μετακόμιση από το ΣΕΦ στην Γλυφάδα, πάντως είχε κάνει την μεταγραφή του Παπαλουκά και μαζί με τον Αλφόνσο Φορντ είχε στήσει ένα τρομερό μπάκορτ.
Από εκεί και πέρα είχε βετεράνους (Παπανικολάου, Τόμιτς), ρολίστες κοινοτικούς (Ντε Μιγκέλ, Σαβρασένκο, Ριζασέ, Φέμερλιγκ), έναν Αμερικάνο όχι για αυτό το επίπεδο (Φόρεστ) και τον θεούλη Νικαγκμπάτσε.
Αυτή η ομάδα έφτασε στο ναδίρ νωρίς στην σεζόν όταν έχασε στην Γλυφάδα από τον Παναθηναϊκό σε ματς που δεν τελείωσε ποτέ λόγω επεισοδίων, και τότε ο Κόκκαλης αποφάσισε να απολύσει τον Ζούρο, να τον αντικαταστήσει με τον Σούμποτιτς και να επιστρέψει στο ΣΕΦ.
Σαν να γύρισε ένας διακόπτης ξαφνικά ο Ολυμπιακός απέκτησε άστρο, στην Ευρώπη έφτασε ένα βήμα πριν το φάιναλ φορ πριν αυτοκτονήσει εντός έδρας με την Ολίμπια Λουμπλιάνας, μας απέκλεισε στο κύπελλο το οποίο κατέκτησε – ο μοναδικός τους τίτλος σε διάστημα 13 χρόνων μεταξύ 1997 και 2010 – και μας απέκλεισε, έστω και με σκανδαλώδη τρόπο, και στα πλέι οφ της Α1. Συνολικά εκείνη την σεζόν παίξαμε με τον Ολυμπιακό εφτά φορές και με κάποιο περίεργο τρόπο ο Σούμποτιτς είχε βρει τα κουμπιά μας.
Τελικά όμως η χρονιά έκλεισε με σκληρό τρόπο για αυτούς καθώς έχασαν το πρωτάθλημα ενώ προηγούνταν με 2-0 επί της ΑΕΚ, η δεύτερη αυτοκτονία της χρονιάς μέσα στο ΣΕΦ μετά την Ολίμπια στο τοπ-16. Η τελική συγκομιδή του κυπέλλου Ελλάδας ήταν μάλλον απογοητευτική και εκείνο το καλοκαίρι αποχωρούσαν οι Παπαλουκάς, Φορντ, Παπανικολάου. 4/ Μετά την ΑΕΚ η άλλη ομάδα-θαύμα ήταν ο Ηρακλής.
Ουσιαστικά χρεοκοπημένος μετά την αιφνιδιαστική αποχώρηση Εμφιετζόγλου, με δίδυμο προπονητών δυο μορφές του μπάσκετ της Θεσσαλονίκης, τους Πιλαφίδη και Μουρατίδη, και έχοντας δώσει τον Παπαδόπουλο σε εμάς, ο Ηρακλής ξεκινούσε την σεζόν στα όρια της διάλυσης.
Αντί αυτού, έπαιξε το καλύτερο μπάσκετ στην Ελλάδα τερματίζοντας τέταρτος.
Μεγάλος σταρ ο Νίκος Χατζηβρέττας ο οποίος έγινε ο πρώτος Έλληνας μετά τον Γκάλη που έβγαινε πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος, σπάζοντας ένα σερί ξένων πρώτων σκόρερ που είχε ξεκινήσει ο επίσης Ηρακληδέας Ντέιβιντ Ίνγκραμ.
Δίπλα στον έξοχο Χατζηβρέττα αποκάλυψη της χρονιάς ήταν ο παντελώς άγνωστος Ρόντρικ Μπλάκνεϊ, ανακάλυψη του Πιλαφίδη που αποδείχτηκε μαζί με τον Χόλντεν ο καλύτερος πόιντ γκαρντ του πρωταθλήματος και στην πορεία θα γινόταν ένας παίκτης-έμβλημα για την Α1 των 00s.
Εκείνη την χρονιά πήρε για πρώτη φορά μεγάλο ρόλο ένα ψιλόλιγνο παιδί από την Καστοριά, ο Δημήτρης Διαμαντίδης, μάθαμε έναν νεαρό Αφρο-Έλληνα ονόματι Σοφοκλή, ενώ ο μόνος άλλος ξένος του Ηρακλή ήταν ο παλιός γνώριμος Έρικ Μικ. Ο Ηρακλής άντεξε παρά τα πολλά του οικονομικά προβλήματα – στην επίσκεψη του Παναθηναϊκού στο Ιβανώφειο δεν υπήρχαν θεατές γιατί η ομάδα δεν είχε φορολογική ενημερότητα και δεν μπορούσε να σφραγίσει εισιτήρια! – και τελικά έγραψε ιστορία ως μια από τις πιο πρωτοποριακές ελληνικές ομάδες εκείνης της εποχής. 5/ Πίσω από τον Ηρακλή τερμάτισαν οι Πανιώνιος και Περιστέρι.
Ήταν συνηθισμένο εκείνα τα χρόνια οι τρεις μεσαίοι του ελληνικού μπάσκετ να πηγαίνουν χέρι-χέρι: κατέλαβαν τις θέσεις 5-6-7 το 2000, 3-5-6 το 2001 και 4-5-6 το 2002.
Όπως και ο Ηρακλής, οι δυο ομάδες της Αθήνας αποτελούσαν φυτώριο νέων Ελλήνων σταρ και προπονητών, λειτουργώντας ως πολύτιμο σκαλοπάτι για την ανέλιξη και ανανέωση του ελληνικού μπάσκετ. Ο Πανιώνιος κι αυτός είχε ξεκινήσει οριακά πτωχευμένος καθώς είχε φύγει η οικογένεια Χατζηιωάννου (των Sprider Stores), με αποτέλεσμα να δώσει τον Παπαλουκά στον Ολυμπιακό.
Αναγκαστικά η ομάδα χτίστηκε γύρω από τον μεγάλο της σταρ Γιώργο Διαμαντόπουλο, όμως το κεντρικό πρόσωπο εκείνου του Πανιωνίου ήταν ο Παναγιώτης Γιαννάκης, ο οποίος επέστρεφε στους πάγκους τρία χρόνια μετά από την πρώτη θητεία στην εθνική ομάδα. Ο Γιαννάκης έχτισε μια αξιόμαχη ομάδα πλαισιώνοντας τον Διαμαντόπουλο με δυο πολύπειρους Ευρωπαίους, τον Γάλλο πόιντ γκαρντ, αργυρό Ολυμπιονίκη του Σίδνεϊ Λοράν Σιαρά, και τον Βόσνιο (με ισπανικό διαβατήριο) σκόρερ Νέναντ Μάρκοβιτς.
Στους ψηλούς ανακάλυψε τον χοντρούλη Κένιον Τζόουνς που ανταποκρίθηκε στις απαιτήσεις και τελικά έμεινε στην Ελλάδα για άλλα τρία χρόνια, έφτασε να παίξει και σε εμάς ενώ ο Γιαννάκης τον πήρε ξανά μαζί του στο Μαρούσι πριν αποβιώσει το 2005.
Ενώ για κάποια ματς δεύτερος Αμερικάνος ήταν ο λευκός φόργουορντ Πολ Σίρλεϊ που χρόνια μετά έγινε σελέμπριτι στο ΝΒΑ όχι αγωνιστικά αλλά επειδή ήταν ο πρώτος παίκτης που πειραματίστηκε με το ίντερνετ, είχε μπλογκ, Τουίτερ και My Space όπου έγραφε χιουμοριστικά για την ζωή του και για τα παρασκήνια του ΝΒΑ, ενώ ήταν και από τους πρώτους καλεσμένους στο πόντκαστ του Μπιλ Σίμονς όταν αυτός έκανε τα πρώτα βήματά του. Στο Περιστέρι η χρεοκοπία δεν είχε έρθει ακόμα καθώς η ομάδα πορευόταν ακόμα με τα λεφτά των μεταγραφών των Γιάριτς και Γκούροβιτς.
Η ομάδα του Αργύρη Πεδουλάκη μπόρεσε έτσι να κρατήσει άλλη μια σεζόν τον Κώστα Τσαρτσαρή μαζί με όλη την υπόλοιπη ομάδα-θαύμα (πλην Φορντ) της σεζόν 2000-01 που είχε φτάσει μια ανάσα από τους τελικούς του πρωταθλήματος: Ντίνκινς, Άντερσεν, Πελεκάνος, Παπαμακάριος, Ιμπέζα, Παπαδάτος κλπ.
Για δεύτερο ξένο αντί να βρει έναν σκόρερ σαν τον Φορντ, ο Πεδουλάκης καταστάλαξε τελικά στον εξαιρετικά ποιοτικό Πολωνό φόργουορντ Άνταμ Βούιτσικ (21 πόντοι, 8 ριμπάουντ) που έκανε σπουδαίο δίδυμο με τον Τσαρτσαρή. Το Περιστέρι τερμάτισε έκτο και αμέσως μετά μπήκε και αυτό σε περιπέτειες, έδωσε τον Τσαρτσαρή στον Παναθηναϊκό και υποβιβάστηκε τελικά λόγω οικονομικής αδυναμίας δυο χρόνια μετά. 6/ Μια περίεργη χρονιά είχε το δυνατό εκείνα τα χρόνια Μαρούσι, μια από τις ελάχιστες ομάδες που διατήρησε τον ισχυρό χορηγό του, τον παντοδύναμο εκείνα τα χρόνια κατασκευαστή Άρη Βωβό που σε συνεργασία με τον δήμαρχο Αμαρουσίου Τζανίκο και μέσα στην τούρλα των Ολυμπιακών έργων είχε τσιμεντώσει όλο τον άξονα της Κηφισίας.
Με την αίγλη του Σαπόρτα που είχε κατακτήσει την προηγούμενη χρονιά, το Μαρούσι ξεκινούσε με φιλοδοξίες έχοντας διατηρήσει τους ξένους του – τον υπερ-σκόρερ Τζίμι Όλιβερ και τον ψηλό Ασράφ Αμάγια – και τους Έλληνες Μασλαρινό, Νικολαΐδη, ενώ έκανε και δυο μεγάλες μεταγραφές φέρνοντας πακέτο από εμάς τους Κοχ και Μπερκ.
Ειδικά η μεταγραφή του Μπερκ είχε κάνει θόρυβο καθώς είχε κοστίσει ένα αδιανόητο ποσό για το τότε αλλά και το σημερινό σκηνικό του ελληνικού μπάσκετ, αν θυμάμαι καλά 800 χιλιάδες ευρώ! Με κόουτς τον επί χρόνια ασίσταντ Νίκο Λινάρδο, η ομάδα ξεκίνησε μέτρια και μετά από μερικές εβδομάδες έγινε ολική αναδόμηση. Ο Λινάρδος απομακρύνθηκε και στην θέση του ήρθε ο Κώστας Πετρόπουλος, λίγους μήνες μετά την αποτυχημένη του διετία στο τιμόνι της εθνικής. Ο Πετρόπουλος έδιωξε τον Νικολαΐδη και έφερε τον Άγγελο Κορωνιό, άλλαξε τον Αμάγια με τον εξαιρετικό αλλά προβληματικό Ντίκι Σίμπκινς (πρωταθλητής ΝΒΑ κάποτε με τους Μπουλς, την προηγούμενη σεζόν είχε κάνει μεγάλα νούμερα με τον Μακεδονικό) που κι αυτός έφυγε και τελικά πορεύτηκε με σέντερ τον Αμερικανο-Ιρλανδό Μάρτι Κόνλον με πορεία στο ΝΒΑ και την Ιταλία.
Το ιρλανδικό δίδυμο Κόνλον-Μπερκ ισορρόπησε την κατάσταση, το Μαρούσι μπήκε ξανά στην οκτάδα ενώ έκανε και ευρωπαϊκή πορεία φτάνοντας στα ημιτελικά της τελευταίας διοργάνωσης του κυπέλλου Κόρατς.
Πολύ λίγος κόσμος είχε παρατηρήσει έναν νεαρό Λαρισαίο που το Μαρούσι είχε φέρει από τον Γυμναστικό και έκανε τα πρώτα του βήματα στην Α1, τον Βασίλη Σπανούλη. 7/ Μια κατηγορία μόνοι τους οι μεγάλοι της Θεσσαλονίκης ΠΑΟΚ και Άρης, που κι αυτοί προσπαθούσαν να ορθοποδήσουν μετά την ντε φάκτο χρεοκοπία την προηγούμενη σεζόν.
Οι νέες διοικήσεις των Πανελούδη και Δαμιανίδη κοιτούσαν να εκμεταλλευτούν το απρόσμενο δώρο του χαριστικού και φωτογραφικού νόμου-σκάνδαλο για τα χρέη των ομάδων του Ευάγγελου Βενιζέλου.
Ακολουθούσαν όμως διαφορετικά αγωνιστικά μοντέλα. Ο ΠΑΟΚ στηρίχτηκε αρχικά στα υπολείμματα της αρμάδας του Μπατατούδη (Σιγάλας, Κολντεμπέλα, Λιαδέλλης που έφυγε πάντως στα μέσα της σεζόν για να πάει στην Ουράλ Γκρέιτ όπου πήρε πρωτάθλημα Ρωσίας) και σε παλιούς γνώριμους (Μπιλ Έντουαρντς, Χουάν Μοράλες). Σημείο αναφοράς ήταν ο παχουλούλης αλλά ποιοτικός Αμερικάνος σκόρερ φόργουορντ Νόρμαν Νόλαν (20 πόντοι, 8 ριμπάουντ) που πιο μετά θα έπαιζε και στο Μαρούσι, ενώ το ξεπέταγμα έκανε ο Νέστωρας Κόμματος από τον Μακεδονικό.
Κλου της σεζόν ήταν ότι στον πάγκο είχε ξεκινήσει ο «αιώνιος αντίπαλος» Λευτέρης Σούμποτιτς που στην πορεία αντικαταστάθηκε από τον Γιάννη Σφαιρόπουλο. Ο Σούμποτιτς πήγε στον Ολυμπιακό και έτσι μέσα στην ίδια σεζόν ολοκλήρωσε το ρεκόρ του να είναι ο πρώτος και μοναδικός κόουτς που προπόνησε τους τρεις μεγάλους και της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης.
Η χρονιά για τον ΠΑΟΚ κύλησε στην μετριότητα (12-14, όγδοη θέση), όμως τα μεγάλα νέα βρίσκονταν αλλού.
Το 2002 ο ΠΑΟΚ κατακτούσε το πανελλήνιο εφήβων με μια σπουδαία φουρνιά παιδιών του 1984: Βασιλειάδης, Βασιλόπουλος, Μαυροκεφαλίδης, Αποστολίδης.
Από την επόμενη σεζόν, με τον Μπάνε Πρέλεβιτς προπονητή, αυτό το γκρουπ θα έβγαινε στο προσκήνιο για τον Δικέφαλο. Ο Άρης αντίθετα (10η θέση, 9-17) έφτιαξε μια σχεδόν αποκλειστικά ξένη ομάδα, με ηγέτη τον γνωστό μας από την δεκαετία του ’90 (Πανιώνιος, ΠΑΟΚ) Φράνκι Κινγκ. Ο Κινγκ έκανε ένα τούρμπο δίδυμο με τον πολυσύνθετο φόργουορντ Τόρεϊ Μπραγκς (38 πόντοι, 14 ριμπάουντ, 8 ασίστ μέσο όρο οι δυο τους). Ο Μπραγκς στο ντεμπούτο του με το Μαρούσι τον Νοέμβριο του 2001 έγινε ο πρώτος παίκτης που έκανε τριπλ νταμπλ στην Α1 μετά τον Σάσα Βολκόφ το 1994 με 24 πόντους, 13 ριμπάουντ και 10 ασίστ.
Κατά τα άλλα ο Άρης στηρίχτηκε για να μην μπει σε περιπέτειες σε βετεράνους κοινοτικούς με χρόνια εμπειρία στην Ελλάδα (Μπάκναλ, Χάμινκ), στον περπατημένο Φράνκο Νάκιτς, ενώ από το ρόστερ του παρέλασαν διάφοροι άλλοι άγραφοι Αμερικάνοι και Ευρωπαίοι, μεταξύ τους ο θεούλης Αμερικανο-Αυστριακός Ρομπ Ρένφρο που αναφέραμε πιο πάνω.
Χάιλαϊτ της σεζόν για τον Άρη η νίκη επί του Παναθηναϊκού, που πάντα ταλαιπωριόταν στο Αλεξάνδρειο εκείνη την εποχή.
Από την επόμενη σεζόν, με την μεταγραφή του Γουίλι Σόλομον, ο Άρης θα άρχιζε να κάνει σταθερά βήματα προς τα πάνω. 8/ Όπως συνηθιζόταν, η μάχη της σωτηρίας δινόταν μεταξύ των αθηναϊκών συνοικιακών και των επαρχιακών ομάδων.
Μια άλλη ομάδα-έκπληξη ήταν το Ηράκλειο που τερμάτισε ένατο με ρεκόρ 11-15 κόντρα στις προβλέψεις.
Η ομάδα του Μανώλη Παπακαλιάτη είχε το μικρότερο μπάτζετ της κατηγορίας, ο ιδιοκτήτης της αφού πέτυχε να εκλεγεί πρόεδρος του ΕΣΑΚΕ το 2001 άρχισε να κάνει οικονομίες στο αγωνιστικό.
Για άλλη μια χρονιά οι εξαιρετικές επιλογές ξένων του Νίκου Παύλου έσωσαν την κατάσταση.
Ο (μακαρίτης πια) Έλληνας κόουτς ανακάλυψε τον Αμερικάνο σκόρερ Καρλ Τόμας από τα βάθη της Σουηδίας και τον εντελώς άγραφο Κροάτη ψηλό Γιούριτσα Ζούζα.
Οι δυο τους αποδείχτηκαν λίρα εκατό και σχημάτισαν μια από τις καλύτερες πεντάδες του πρωταθλήματος μαζί με τρεις Έλληνες: τον Χρήστο Χαρίση στην τελευταία χρονιά της πενταετούς θητείας του στην Κρήτη (έφυγε εκείνη την άνοιξη για την Βιτόρια όπου κατέκτησε το πρωτάθλημα Ισπανίας με την Ταουγκρές και μετά πήγε στον Ολυμπιακό), τον σέβεν φούτερ Αρτέμη Κούβαρη που εκείνη την χρονιά έφτασε ακόμα και στην εθνική Ελλάδας του Ιωαννίδη, και τον Τάσο Κανταρτζή που έκανε την καλύτερη σεζόν της καριέρας του στην Α1. Κάπως έτσι, η πιο φθηνή ομάδα της κατηγορίας σώθηκε πολύ εύκολα. 9/ Στην κόψη του ξυραφιού κινήθηκαν όλη την σεζόν δυο αθηναϊκές ομάδες, η Νήαρ Ηστ και ο νεοφώτιστος Ιωνικός ΝΦ. Ο Ιωνικός ΝΦ είχε Έλληνες τους Μποζίκα, Σούλη, Μποσγανά, Πρόδρομο Νικολαΐδη, Τσόπη και τον Τζανή Σταυρακόπουλο να πηγαίνει πακέτο με τον Γιώργο Καλαφατάκη, ενώ έκανε την έκπληξη φέρνοντας στην Ελλάδα τον κάποτε σταρ Χοσέ Λουίς Γκαλιλέα, αντίπαλός μας στον τελικό του Μπερσί με την Μπαρτσελόνα το 1996. Ο Ιωνικός άλλαξε τέσσερις Αμερικάνους, μεταξύ τους ο περίφημος σκόρερ Τόνι Ντόσον, κάποτε σταρ της Ευρωλίγκα με την Μπάγερ Λεβερκούζεν, πρώτος σκόρερ της Α1 το 1998 με τον Απόλλωνα Πάτρας, που σε οκτώ ματς μεταξύ Νοεμβρίου 2001 και Φεβρουαρίου 2002 πρόλαβε να έχει 27 πόντους μέσο όρο πριν αντικατασταθεί. Ο Ιωνικός σώθηκε χάρη σε μεγάλες εκτός έδρας νίκες σε Νέα Σμύρνη, Ηράκλειο, Καισαριανή και Αλεξάνδρειο με τον Άρη την προτελευταία αγωνιστική, και κυρίως την μεγαλύτερη έκπληξη της σεζόν, το 83-77 επί του Παναθηναϊκού τον Φεβρουάριο του 2002 με τον Βασίλη Σούλη να βάζει 15 πόντους με 5/6 τρίποντα! Η Νήαρ Ηστ από την άλλη, με κόουτς τον Τάκη Κορωναίο, σώθηκε στην ισοβαθμία, στηριζόμενη σε ένα πολύ δυνατό καστ Ελλήνων γκαρντ (το Πατραϊκό δίδυμο Βετούλα-Μολφέτα και μαζί τους Σοφογιάννη, Πετρόπουλο, Παπανικολόπουλο, Τσιριγωτάκη, Ασημακόπουλο) και τον άσημο ψηλό Κερκ Κινγκ που όμως αποδείχτηκε εγγύηση (14 πόντοι, 10 ριμπάουντ). Η μεγάλη εκτός προγράμματος νίκη που έσωσε την Νήαρ ήταν το 91-86 επί του Ολυμπιακού τον Φεβρουάριο.
Στις γραφικές καταστάσεις του πρωταθλήματος συγκαταλέγεται το πέρασμα από την Καισαριανή του πολύπειρου Λιθουανού Γκιντάρας Εϊνίκις, κάποτε παρτενέρ του Άρβιντας Σαμπόνις. Ο Εϊνίκις υποτίθεται ότι ερχόταν ως σεβαστός βετεράνος, όμως εκπλήρωσε όλα τα στερεότυπα του μετα-κομμουνιστή Ανατολικοευρωπαίου καθώς τον περισσότερο καιρό ήταν ντίρλα από τις μπίρες, προκαλούσε τεράστια προβλήματα στην ομάδα του και τελικά αποπέμφθηκε. 10/ Οι ομάδες που υποβιβάστηκαν ήταν ο νεοφώτιστος ΚΑΟΔ και η Δάφνη. Οι Δραμινοί, η δεύτερη επαρχιακή ομάδα της Α1 μετά από δυο σεζόν όπου η μόνη ομάδα εκτός Αθήνας και Θεσσαλονίκης ήταν το Ηράκλειο, ήταν μια από τις ελάχιστες αισιόδοξες νότες ενός μάλλον καταθλιπτικού πρωταθλήματος, με το γήπεδό τους να είναι συνέχεια γεμάτο στην πρώτη τους παρουσία στην Α1 – είναι χαρακτηριστικό ότι εκείνη την χρονιά ο ΕΣΑΚΕ οργάνωσε στην Δράμα το Ολ Σταρ Γκέιμ.
Σε αντίθεση με τους Ιωνικό και Νήαρ Ηστ που άλλαζαν συνεχώς ξένους και ολοκλήρωσαν την σεζόν με έναν Αμερικάνο, ο ΚΑΟΔ είχε ένα σταθερό και ποιοτικό δίδυμο όλη την χρονιά, δυο παίκτες με χιλιόμετρα σε όλη την ελληνική επικράτεια που μάλιστα είχαν παίξει για πρώτη φορά στην Ελλάδα την ίδια σεζόν το 1996-97: τον Κουβανό ψηλό Αντρές Γκίμπερτ με θητεία σε Σπόρτιγκ, Απόλλωνα Πάτρας και Ηράκλειο, και τον αριστερόχειρα σκόρερ Ράιαν Λόθριτζ (φετίχ μου) με θητεία στον Γυμναστικό Λάρισας.
Από τον ΚΑΟΔ έλειψε, όπως συνήθως για επαρχιακές ομάδες, η εμπειρία στην Α1 που οι Έλληνες των Ιωνικού ΝΦ και Νήαρ Ηστ είχαν με το τσουβάλι και έτσι έσωσαν τις ομάδες τους – εκτός των δυο ξένων οι άλλοι δυο βασικοί παίκτες του ΚΑΟΔ ήταν οι άοσμοι νατουραλιζέ Σέρβοι Μάρκοβιτς και Πέτροβιτς. Οι Δραμινοί κέρδισαν δυο φορές τον Ιωνικό ΝΦ, κέρδισαν στην έδρα τους ΠΑΟΚ, Πανιώνιο, Μαρούσι, όμως έχασαν όλα τα άλλα εκτός έδρας ματς τους και υποβιβάστηκαν για 3 πόντους στο γκολ άβερεϊτζ με την Νήαρ Ηστ.
Ήταν άλλος ένας υποβιβασμός επαρχιακής ομάδας μετά του Γυμναστικού το 1998 και του Απόλλωνα το 1999 και πριν την Ολύμπια το 2003 και το Ηράκλειο το 2004, υποβιβασμοί που στέρησαν πολύτιμη ενέργεια και ζωτικότητα σε εποχές που το ελληνικό μπάσκετ τα χρειαζόταν όσο ποτέ.
Τουλάχιστον ήταν μια ευκαιρία να παίξει στην Α1 ο θρυλικός Κώστας Σδράκας, ο παίκτης-σύμβολο του Δραμινού μπάσκετ και ο σπουδαιότερος σκόρερ που έβγαλε ποτέ η Ανατολική Μακεδονία (μαζί με τον Πενταζίδη της Καβάλας). 11/ Τελευταία και καταϊδρωμένη η Δάφνη του θρυλικού ζαχαροπλάστη Τζιβελέκα η οποία υποβιβάστηκε έναν χρόνο μετά την κατάκτηση της καλύτερης θέσης της ιστορίας της (9η το 2001). Η Δάφνη έπεσε παρά το ότι είχε τον σπουδαίο παικταρά Μπακ Τζόνσον σε άλλη μια vintage σεζόν (22 πόντοι, 8 ριμπάουντ, 2 ασίστ μ.ο.) ενώ άλλαξε δίπλα του δυο αξιόλογους ξένους, τον γνωστό στην Α1 Ρέτζι Τζόρνταν και τον Καναδό διεθνή Ρόουαν Μπάρετ, πατέρα του Αρ Τζέι που παίζει σήμερα στο ΝΒΑ, και είχε έμπειρους κοινοτικούς όπως ο Ολλανδός Ναχάρ και ο Ισμαέλ Σάντος, κάποτε παίκτης του Ομπράντοβιτς στην Ρεάλ.
Ίσως το σημαντικότερο στοιχείο εκείνης της χρονιάς της Δάφνης είναι η παραλίγο μεταγραφή του Μπακ Τζόνσον στον Παναθηναϊκό πριν την Μπολόνια! Ελάχιστοι θυμούνται ότι το τριφύλλι είχε σχεδόν συμφωνήσει με τον Τζόνσον ειδικά για τα ματς του φάιναλ φορ (η Ούλεμπ επέτρεπε τότε μεταγραφές σε όλη την σεζόν!) όμως η μεταγραφή χάλασε λόγω του ατζέντη Τάσου Δελημπαλταδάκη.
Στα 38 του χρόνια ο Μπακ Τζόνσον έπαιξε λίγο την επόμενη σεζόν στο Περιστέρι και τελικά αποσύρθηκε από το μπάσκετ, ένας σπουδαίος παίκτης που θα μπορούσε να είχε παίξει σε μεγαλύτερες ομάδες στην Ευρώπη.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους