«Ποιος του έδωσε το δικαίωμα να τον πάει προπόνηση; Ποιος;» ούρλιαξε ο Στέλιος και χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι τόσο δυνατά που πετάχτηκε το ποτήρι και χύθηκε νερό πάνω στους απλήρωτους...
«Ποιος του έδωσε το δικαίωμα να τον πάει προπόνηση; Ποιος;» ούρλιαξε ο Στέλιος και χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι τόσο δυνατά που πετάχτηκε το ποτήρι και χύθηκε νερό πάνω στους απλήρωτους λογαριασμούς της ΔΕΗ. Ο Μάριος πετάχτηκε από τον καναπέ.
Εγώ πάγωσα.
Και ο Αντώνης, που στεκόταν δίπλα στην μπαλκονόπορτα, έσφιξε τα δόντια του και δεν μίλησε αμέσως.
Αυτό ήταν που με τρόμαζε πάντα πιο πολύ.
Η σιωπή πριν γίνει η ζημιά. «Τον πήγε προπόνηση επειδή εσύ δεν ήρθες.
Πάλι», του είπα. Ο Στέλιος γύρισε και με κοίταξε σαν να ήμουν εγώ η προδότρια. «Πληρώνω κάθε μήνα.
Δεν είμαι ανεύθυνος.» Γέλασα.
Ναι, γέλασα εκείνη την ώρα.
Από νεύρα.
Από κούραση.
Από εκείνο το πικρό γέλιο που βγαίνει όταν δεν αντέχεις άλλο. «Η διατροφή δεν είναι πατρότητα, Στέλιο.» Είμαι η Ράνια.
Είμαι τριάντα οχτώ χρονών και τα τελευταία έξι μεγαλώνω τον γιο μου σχεδόν μόνη. Ο Στέλιος φεύγοντας από τον γάμο μας δεν εξαφανίστηκε ακριβώς.
Αυτό θα ήταν πιο ξεκάθαρο.
Έμεινε σε μια περίεργη απόσταση.
Κατέθετε τα χρήματα, αργούσε σε ραντεβού, ακύρωνε Κυριακές, ξεχνούσε σχολικές γιορτές, αλλά απαιτούσε να έχει λόγο για όλα.
Για το αν ο Μάριος θα πάει αγγλικά.
Για το αν θα αλλάξει φροντιστήριο ποδοσφαίρου.
Για το αν πρέπει να του πάρω κινητό.
Για όλα ήταν παρών με άποψη.
Σαν πατέρας από το τηλέφωνο.
Από κοντά, σπάνια.
Εγώ δούλευα σε φούρνο το πρωί και δύο απογεύματα τη βδομάδα έκανα καθαριότητες σε μια πολυκατοικία στο Παγκράτι.
Η μάνα μου με βοηθούσε όσο μπορούσε, αλλά είχε ζάχαρο και κουραζόταν εύκολα.
Τα βράδια μέτραγα κέρματα για το σουπερμάρκετ και προσπαθούσα να μη δείχνω στον Μάριο πόσο με έπνιγε το άγχος. Τον Αντώνη τον γνώρισα τυχαία.
Ήταν ηλεκτρολόγος, ήρθε για μια βλάβη στον φούρνο και μετά από μήνες άρχισε να περνάει από τη ζωή μας αθόρυβα.
Δεν προσπάθησε ποτέ να το παίξει σωτήρας.
Αυτό εκτίμησα πιο πολύ.
Έφερνε τον Μάριο από το σχολείο όταν κόλλαγα στη δουλειά, του έδειχνε πώς να φτιάχνει χαρταετούς, καθόταν δίπλα του στα μαθηματικά χωρίς φωνές.
Μικρά πράγματα.
Τα μεγάλα, τελικά, είναι αυτά. Ο Μάριος άρχισε να γελάει πάλι πιο εύκολα.
Και εκεί ξεκίνησε ο πόλεμος. «Μην τον μπερδεύεις τον μικρό», μου έλεγε ο Στέλιος στο τηλέφωνο. «Δεν τον μπερδεύω.
Τον μεγαλώνω.» «Πατέρα έχει.» «Ναι; Πού ακριβώς;» Τη μέρα της μεγάλης φασαρίας, ο Στέλιος είχε υποσχεθεί ότι θα έπαιρνε τον Μάριο για τον αγώνα του.
Ο μικρός τον περίμενε έτοιμος από τις δέκα.
Με τη φόρμα, τις επικαλαμίδες, το τοστ στο χέρι.
Στις έντεκα δεν είχε έρθει.
Στις έντεκα και μισή έκλεινε το κινητό του. Ο Μάριος με κοίταζε χωρίς να μιλάει. «Μαμά, να μην πάω;» Εκεί ράγισα. Ο Αντώνης είπε μόνο: «Έλα, μικρέ.
Σε πάω εγώ.» Γύρισαν ιδρωμένοι αλλά χαρούμενοι. Ο Μάριος είχε βάλει γκολ και κρατούσε ένα κουλούρι σαν τρόπαιο.
Και μισή ώρα μετά χτύπησε το κουδούνι σαν σειρήνα. Ο Στέλιος μπήκε μέσα έξαλλος, χωρίς καλησπέρα, χωρίς ντροπή. «Εσύ περίμενες να φανείς ήρωας;» πέταξε στον Αντώνη. Ο Αντώνης έκανε ένα βήμα μπροστά. «Όχι.
Περίμενα να μην κλαίει το παιδί επειδή τον έστησες.» «Δεν θα μου μιλάς εμένα για το παιδί μου.» 🔗 Συνέχεια στα πρώτα σχόλια 👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους