«Τι είναι αυτά τα -89,99; Και άλλο ένα -109; Μαρία!» φώναξα τόσο δυνατά που η φωνή μου έσπασε στο τέλος. Ήμουν όρθιος στην κουζίνα, με το κινητό στο χέρι, και ένιωθα σαν να μου είχαν ρίξει μια γροθιά...
«Τι είναι αυτά τα -89,99; Και άλλο ένα -109; Μαρία!» φώναξα τόσο δυνατά που η φωνή μου έσπασε στο τέλος.
Ήμουν όρθιος στην κουζίνα, με το κινητό στο χέρι, και ένιωθα σαν να μου είχαν ρίξει μια γροθιά στο στήθος.
Η οθόνη της τράπεζας ήταν γεμάτη χρεώσεις.
Πολύχρωμα ονόματα από παιχνίδια που ούτε ήξερα να προφέρω.
Κι εγώ είχα μόλις πληρώσει ενοίκιο, ρεύμα, και περίμενα πώς και πώς να βγάλουμε τον μήνα. Η Μαρία πετάχτηκε από το σαλόνι. «Τι έγινε;» «Έφυγαν λεφτά από τον λογαριασμό.
Πολλά λεφτά.
Από παιχνίδι!» Με κοίταξε για δύο δευτερόλεπτα και μετά γύρισε προς τον καναπέ, εκεί που καθόταν η Ελπίδα με το τάμπλετ αγκαλιά.
Επτά χρονών παιδί.
Με δύο κοτσιδάκια και εκείνο το αθώο ύφος που σε λυγίζει πριν καν μιλήσει. «Ελπίδα, έκανες κάτι στο παιχνίδι;» τη ρώτησε ήρεμα στην αρχή.
Η μικρή κατέβασε τα μάτια.
Αυτό έφτανε. «Μπαμπά, πήρα μόνο διαμαντάκια… και ένα πακέτο με στολές… και μετά μου έβγαζε συνέχεια προσφορά.» Δεν ξέρω τι με χτύπησε πιο πολύ.
Το ποσό ή το ότι το έλεγε σαν να είχε αγοράσει αυτοκόλλητα από το περίπτερο. «Με ποια κάρτα, Ελπίδα;» είπα σιγανά, και νομίζω αυτό ήταν πιο τρομακτικό από το να φωνάξω. «Από το κινητό σου.
Μου το είχες δώσει χθες…» Γύρισα στη Μαρία. «Της έδωσες το δικό μου κινητό;» «Εσύ της το έδωσες χθες το απόγευμα για να ηρεμήσει όσο μιλούσες με τον λογιστή.
Μην το γυρνάς τώρα σε μένα.» Εκεί άναψα. «Εγώ το έδωσα για δέκα λεπτά, όχι για να αδειάσει ο λογαριασμός!» «Και ποιος είχε αποθηκευμένη την κάρτα χωρίς κωδικό; Εγώ;» μου πέταξε. Η Ελπίδα είχε αρχίσει να κλαίει αθόρυβα, αλλά εκείνη τη στιγμή ήμουν τόσο σφιγμένος που δεν μπορούσα να το διαχειριστώ.
Έβλεπα μόνο αριθμούς.
Σούπερ μάρκετ, βενζίνη, φροντιστήριο της μεγάλης, δόση του αυτοκινήτου.
Ήξερα ήδη ότι μέχρι τον επόμενο μισθό θα μετράμε και τα κέρματα για τον φούρνο. «Ξέρεις τι σημαίνει αυτό;» είπα στη Μαρία. «Ότι δεν βγαίνουμε.
Ότι τέλος ο μήνας δεν βγαίνει.» «Σαν να μη το ξέρω;» απάντησε. «Αλλά μη μου μιλάς λες και το έκανα εγώ επίτηδες.» Μετά έγινε αυτός ο άσχημος καβγάς που αφήνει σημάδι.
Όχι επειδή ειπώθηκαν βρισιές.
Δεν είμαστε τέτοιοι άνθρωποι.
Αλλά γιατί ειπώθηκαν πράγματα που κρύβαμε καιρό. «Πάντα εγώ είμαι αυτή που τρέχει για όλα!» είπε η Μαρία και χτύπησε την παλάμη της στο τραπέζι. «Σχολείο, γιατροί, ψώνια, δουλειά, σπίτι.
Και όταν γίνει η στραβή, φταίω κιόλας.» «Κι εγώ τι κάνω;» της είπα. «Λείπω όλη μέρα για πλάκα; Ξέρεις πόσο ζορίζομαι;» «Το ξέρω.
Αλλά έχεις αρχίσει και μιλάς μόνο για λογαριασμούς.
Μπαίνεις σπίτι και είσαι ήδη θυμωμένος.» Αυτό με πάγωσε.
Γιατί είχε δίκιο, και το ήξερα. Η Ελπίδα τότε ήρθε και στάθηκε ανάμεσά μας, με το πρόσωπο κατακόκκινο. 🔗 Συνέχεια στα πρώτα σχόλια 👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους