«Μην τολμήσεις να τον ξαναπείς απατεώνα!» μου φώναξε η αδελφή μου και χτύπησε την παλάμη της στο τραπέζι τόσο δυνατά που πετάχτηκε ο καφές. Η μάνα μου πάγωσε στην καρέκλα. Ο πατέρας μου έσφιξε τα...
«Μην τολμήσεις να τον ξαναπείς απατεώνα!» μου φώναξε η αδελφή μου και χτύπησε την παλάμη της στο τραπέζι τόσο δυνατά που πετάχτηκε ο καφές.
Η μάνα μου πάγωσε στην καρέκλα.
Ο πατέρας μου έσφιξε τα χείλη και κοίταζε κάτω, όπως κάνει όταν δεν αντέχει άλλο καβγά.
Κι εγώ στεκόμουν στη μικρή κουζίνα του πατρικού μας στη Νίκαια, με το κινητό της Ελένης στο χέρι, και διάβαζα μηνύματα που μύριζαν ψέμα από χιλιόμετρα. «Αγάπη μου, έχω μπλοκάρει προσωρινά τον λογαριασμό μου λόγω δουλειάς στο εξωτερικό.
Μόλις γυρίσω Ελλάδα θα στα δώσω όλα πίσω». Ίδιες λέξεις, ίδιες δικαιολογίες, κάθε εβδομάδα.
Μόνο τα ποσά μεγάλωναν. Η Ελένη είναι μικρότερή μου κατά τέσσερα χρόνια.
Πάντα πιο ευαίσθητη.
Πάντα αυτή που δεν ήθελε να στενοχωρεί κανέναν και τελικά τσακιζόταν η ίδια.
Μετά το διαζύγιό της είχε κλειστεί πολύ.
Δουλειά, σπίτι, λίγο κινητό, λίγος ύπνος.
Και τότε εμφανίστηκε ο Στέφανος.
Έτσι της συστήθηκε τουλάχιστον.
Έλληνας, έλεγε, που δούλευε σε ναυτιλιακή και ταξίδευε συνέχεια.
Ήξερε ακριβώς τι να της πει.
Την έλεγε «φως μου», «ήρεμη δύναμή μου», «γυναίκα που περίμενα μια ζωή». Στην αρχή το είδα και χάρηκα. Η Ελένη γελούσε ξανά.
Έβαζε κραγιόν για να κάνουν βιντεοκλήση, αν και εκείνος πάντα είχε μια δικαιολογία να μην ανοίξει κάμερα. «Δεν πιάνει το σήμα», «είμαι σε σύσκεψη», «είμαι στο καράβι». Εγώ το κατάλαβα νωρίς.
Εκείνη όχι.
Ή μάλλον δεν ήθελε.
Το πρώτο ποσό ήταν 800 ευρώ. «Μικρή βοήθεια», μου είπε. «Του μπλόκαραν την κάρτα στην Πάτρα ενώ ήταν για δουλειά». Την κοίταξα και γέλασα από νεύρα. «Ελένη, άνθρωπος που δουλεύει, έχει φίλους, έχει εταιρεία, δεν ζητάει λεφτά από γυναίκα που δεν έχει καν συναντήσει». «Εσύ είσαι καχύποπτη με όλους», μου πέταξε.
Μετά έγιναν 2.000.
Μετά 5.000.
Μια φορά της έδειξα άρθρα, καταγγελίες, ίδιες φωτογραφίες που είχε στείλει και σε άλλες γυναίκες.
Της βρήκα ότι η εικόνα προφίλ του ήταν κλεμμένη.
Της τα έβαλα όλα μπροστά στα μάτια. Η Ελένη άρχισε να κλαίει, αλλά όχι επειδή πείστηκε.
Επειδή θύμωσε μαζί μου. «Θες να μείνω μόνη μου για πάντα; Αυτό θες; Να μη μου συμβεί ποτέ τίποτα καλό;» Εκεί λύγισα.
Γιατί πίσω από τον θυμό της ήταν όλη η μοναξιά που δεν είχε πει ποτέ δυνατά.
Οι γονείς μου δεν ήξεραν τα πάντα στην αρχή.
Μόνο πως «η Ελένη βοηθάει κάποιον». Όταν έμαθαν ότι είχαν φύγει σχεδόν όλες οι οικονομίες της, έγινε χαμός.
Ο πατέρας μου, άνθρωπος της οικοδομής μια ζωή, άρχισε να τρέμει. «Αυτά τα λεφτά ήταν για ώρα ανάγκης.
Για ένα σπίτι, για μια αρρώστια.
Όχι για έναν άγνωστο!» Η μάνα μου έβαλε τα κλάματα εκείνο το βράδυ και έλεγε μόνο: «Πώς δεν το είδαμε;» Κι όμως δεν είχε τελειώσει εκεί.
Το χειρότερο ήρθε όταν βρήκα σε μια σακούλα από φαρμακείο χαρτιά τράπεζας.
Δύο καταναλωτικά δάνεια.
Με επιτόκια που μόνο να τα δεις ζαλίζεσαι. Η Ελένη τα είχε πάρει κρυφά.
Για να του στείλει κι άλλα.
Για ένα υποτιθέμενο πρόβλημα με κάτι έγγραφα, μετά για μια «επείγουσα μεταφορά», μετά γιατί «κάποιοι τον κρατούσαν» και έπρεπε να ξεμπλέξει.
Ντρέπομαι που το γράφω, αλλά εκεί κατάλαβα ότι δεν μιλούσαμε πια για αφέλεια.
Μιλούσαμε για κανονική χειραγώγηση.
Την έπιασα από τους ώμους. «Κοίτα με. Δεν είναι ο άνθρωπός σου. Είναι κάποιος που σε αδειάζει. Θα καταστραφείς.» 🔗 Συνέχεια στα πρώτα σχόλια 👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους