ΑΝ ΣΑΣ ΕΝΟΧΛΕΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ, ΚΑΝΤΕ ΜΕ UNFOLLOW. Διαβάζω τις σημερινές ειδήσεις και αναρωτιέμαι πραγματικά πόση ξεφτίλα μπορεί να αντέξει ακόμη αυτή η χώρα. Ο κύριος Κουλκουδίνας, ο βουλευτής που μας...
ΑΝ ΣΑΣ ΕΝΟΧΛΕΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ, ΚΑΝΤΕ ΜΕ UNFOLLOW. Διαβάζω τις σημερινές ειδήσεις και αναρωτιέμαι πραγματικά πόση ξεφτίλα μπορεί να αντέξει ακόμη αυτή η χώρα.
Ο κύριος Κουλκουδίνας, ο βουλευτής που μας εξηγούσε ότι αν δεν έχουμε 10 ευρώ για βενζίνη μπορούμε να πάρουμε τα μέσα μαζικής μεταφοράς, επιβεβαιώνει ότι εταιρεία του έλαβε επιδότηση 200.000 ευρώ για τουριστικά σκάφη, από πρόγραμμα χρηματοδότησης αλιευτικών περιοχών.
Όλα νόμιμα, μας λέει. Μάλιστα.
Γιατί στην Ελλάδα έχουμε φτάσει στο σημείο να θεωρούμε ότι, αν κάτι είναι νόμιμο, είναι αυτομάτως και ηθικό.
Και κάπως έτσι, αυτοί που δεν έχουν δέκα ευρώ για βενζίνη παίρνουν το λεωφορείο, ενώ κάποιοι άλλοι βρίσκουν διακόσιες χιλιάδες ευρώ δημόσιας ενίσχυσης για να επεκτείνουν τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες.
Αλλά ξέρετε κάτι; Δεν είναι αυτό που με εξοργίζει περισσότερο.
Σήμερα διαβάζω και για τις καταγγελίες περί στημένων σχολικών αγώνων.
Για μαθητές που φέρονται να αποκτούν αθλητικές διακρίσεις και επιπλέον μόρια για τις Πανελλήνιες μέσα από χειραγωγημένα πρωταθλήματα.
Για εικονικές εγγραφές και παιδιά που ενδέχεται να μη χρειάζεται καν να παρακολουθούν κανονικά το σχολείο.
Ελπίζω οι καταγγελίες να διερευνηθούν μέχρι τέλους.
Γιατί αν αποδειχθούν, δεν μιλάμε απλώς για διαφθορά.
Μιλάμε για κλοπή του μέλλοντος ενός παιδιού.
Σκεφτείτε ένα παιδί από μια συνηθισμένη οικογένεια.
Χωρίς εκατομμύρια στην άκρη.
Χωρίς γνωριμίες σε υπουργικά γραφεία.
Χωρίς κάποιον παράγοντα να σηκώσει ένα τηλέφωνο.
Ένα παιδί που διαβάζει μέχρι τις δύο τα ξημερώματα, που οι γονείς του στερούνται πράγματα για να πληρώσουν ένα φροντιστήριο, που παλεύει να κερδίσει μια θέση με το μυαλό και τον κόπο του.
Για εκείνο το παιδί, οι Πανελλήνιες μπορεί να είναι η σημαντικότερη ευκαιρία που είχε ποτέ.
Και απέναντί του μπορεί να βρίσκεται κάποιος που ξεκίνησε τον ίδιο αγώνα από τη γραμμή του τερματισμού.
Αυτό δεν είναι αξιοκρατία.
Είναι ταξική αδικία μεταμφιεσμένη σε ανταγωνισμό.
Έχω φίλους πραγματικούς αθλητές.
Ανθρώπους που θυσίασαν παιδικά χρόνια, διακοπές, εξόδους και σχολικό χρόνο.
Που προπονήθηκαν μέχρι εξαντλήσεως και κέρδισαν δίκαια τις διακρίσεις τους.
Και το ενδεχόμενο να εξισώνεται ο δικός τους μόχθος με ένα αποτέλεσμα που κάποιος άλλος αγόρασε ή χειραγώγησε είναι προσβολή προς κάθε έννοια δικαιοσύνης.
Δεν γεννιόμαστε όλοι ίσοι ως προς τις ευκαιρίες μας.
Ας σταματήσουμε τουλάχιστον να υποκρινόμαστε.
Κάποιοι γεννιούνται με οικονομική ασφάλεια, ισχυρές γνωριμίες και ανοιχτές πόρτες.
Άλλοι πρέπει να χτυπήσουν εκατό πόρτες για να ανοίξει μία.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι υπάρχουν προνομιούχοι.
Το πρόβλημα είναι όταν οι προνομιούχοι απαιτούν από τους υπόλοιπους να πιστέψουν ότι όλοι ξεκινήσαμε από το ίδιο σημείο.
Και όταν το ίδιο το κράτος, που οφείλει να προστατεύει τους λιγότερο προνομιούχους, ανέχεται ή αδυνατεί να αποτρέψει την αναπαραγωγή αυτών των ανισοτήτων, τότε δεν μιλάμε για μεμονωμένες παθογένειες.
Μιλάμε για βαθιά θεσμική αποτυχία.
Και ύστερα αναρωτιόμαστε γιατί φεύγουν οι νέοι από την Ελλάδα.
Γιατί έφυγα εγώ.
Γιατί έφυγαν τόσοι συνάδελφοί μου.
Γιατί θα φύγουν κι άλλοι.
Όχι επειδή μισούμε την Ελλάδα.
Αλλά επειδή κουραστήκαμε να βλέπουμε ανθρώπους να προσπαθούν να προχωρήσουν σε μια κοινωνία όπου η γνωριμία μπορεί να αξίζει περισσότερο από την ικανότητα.
Και θέλω εδώ να πω κάτι για τους φίλους μου που έμειναν πίσω.
Έχω εξαιρετικούς φίλους γιατρούς στην Ελλάδα.
Καταπληκτικούς επιμελητές, ανθρώπους με γνώσεις, ήθος, τρομερές ικανότητες, που δουλεύουν κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες και προσφέρουν καθημερινά πολύ περισσότερα απ’ όσα τους αναγνωρίζει το σύστημα.
Τους θαυμάζω βαθιά.
Και με εξοργίζει η σκέψη ότι άνθρωποι σαν αυτούς μπορεί να χρειάζεται να ανταγωνίζονται ανθρώπους που απέκτησαν θέσεις ή ευκαιρίες μέσω διασυνδέσεων, αντί για πραγματικές ικανότητες.
Γιατί δεν υπάρχει μεγαλύτερη προσβολή προς έναν άνθρωπο που μόχθησε από το να εξισώνεις τον κόπο του με το προνόμιο κάποιου άλλου.
Και μέσα σε όλα αυτά, σήμερα χρειάστηκε πούλμαν για να μεταφερθούν στην Ευελπίδων κατηγορούμενοι της υπόθεσης Pizza Fan, έπειτα από έρευνα για φερόμενη εκτεταμένη φοροδιαφυγή.
Από τη μία τα εκατομμύρια των καταγγελλόμενων οικονομικών παραβάσεων.
Από την άλλη οι έντιμοι μικροεπαγγελματίες που παλεύουν να πληρώσουν τον ΦΠΑ, το ενοίκιο, τους εργαζομένους τους.
Και, φυσικά, οι αιώνιοι κήρυκες της εθνικής υπερηφάνειας.
Οι άνθρωποι που έχουν κάνει την πατρίδα επαγγελματική ιδιότητα.
Πατριωτισμός στα λόγια.
Ατομικό συμφέρον στην πράξη.
Και μετά έρχονται να κάνουν μαθήματα πατριωτισμού σ’ εμάς που ζούμε στο εξωτερικό.
Εγώ, λοιπόν, είμαι ο κακός.
Εγώ είμαι ο μισέλληνας.
Ο ανθέλληνας.
Ο αχάριστος που έφυγε και τολμάει να μιλάει για όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα.
Εγώ είμαι ο δήθεν influencer, όπως με αποκαλούν υποτιμητικά κάποιοι, λες και το να αποκτά απήχηση μια άποψη την καθιστά αυτομάτως λιγότερο αξιόλογη.
Και βέβαια, όταν δεν μπορούν να απαντήσουν σε όσα γράφω, αρχίζουν οι χαρακτηρισμοί, οι προσωπικές επιθέσεις, τα απειλητικά μηνύματα, οι αναφορές στο προφίλ μου.
Αρκετά από ανθρώπους που εμφανίζονται ως υποστηρικτές του κυβερνώντος κόμματος.
Σαν να αποτελεί η πολιτική διαφωνία έγκλημα καθοσιώσεως.
Λοιπόν, να ξεκαθαρίσουμε κάτι.
Δεν χρωστάω σε κανένα κόμμα τη σιωπή μου.
Δεν χρωστάω σε κανέναν πολιτικό τον σεβασμό μου μόνο και μόνο επειδή κατέχει ένα αξίωμα.
Ο σεβασμός κερδίζεται.
Δεν απονέμεται μαζί με τη βουλευτική έδρα.
Και η αγάπη για μια πατρίδα δεν μετριέται με το πόσο συχνά χειροκροτείς την κυβέρνησή της.
Μετριέται και με το πόσο αρνείσαι να συνηθίσεις την αδικία της.
Προσωπικά, έχω αρχίσει να αναρωτιέμαι αν έχει απομείνει τίποτα αγνό και αυθεντικό μέσα σε αυτό το ατελείωτο παζάρι συμφερόντων.
Αν υπάρχει ακόμη χώρος για έναν άνθρωπο που δεν έχει πλούσια οικογένεια, κομματική ταυτότητα, γνωστό υπουργό ή κάποιον να του ανοίξει τις σωστές πόρτες.
Αν μπορεί ένα παιδί να ονειρευτεί χωρίς να χρειάζεται πρώτα να εξασφαλίσει τις κατάλληλες γνωριμίες.
Και το χειρότερο ξέρετε ποιο είναι; Η συλλογική μας παραίτηση.
Το «έτσι είναι τα πράγματα». Το «τι να κάνουμε τώρα». Το «πάντα έτσι γινόταν». Αυτή η νοοτροπία είναι το καλύτερο δώρο που μπορούμε να κάνουμε σε κάθε σύστημα διαφθοράς.
Γιατί όσο εμείς συμβιβαζόμαστε, κάποιοι άλλοι οργανώνονται.
Όσο εμείς σκύβουμε το κεφάλι, κάποιοι άλλοι μοιράζουν ευκαιρίες.
Και όσο εμείς λέμε στα παιδιά μας να διαβάζουν, να είναι έντιμα και να δουλεύουν σκληρά, εκείνα μεγαλώνουν βλέποντας ότι πολλές φορές η πραγματικότητα επιβραβεύει ακριβώς τα αντίθετα.
Και αυτό είναι που δεν μπορώ να συγχωρήσω.
Όχι τις προσωπικές αμαρτίες των μεγάλων.
Ο καθένας θα κριθεί για αυτές.
Δεν συγχωρώ την υπονόμευση της ελπίδας των παιδιών.
Δεν συγχωρώ να κάνουμε μια ολόκληρη γενιά να πιστεύει ότι η εντιμότητα είναι αφέλεια και η αξιοκρατία ένα παραμύθι που διηγούμαστε στους φτωχούς για να συνεχίσουν να προσπαθούν.
Και κάτι τελευταίο.
Σε όσους θεωρούν ότι όλα αυτά είναι υπερβολικά, ότι χαλάω την εικόνα της χώρας, ότι πρέπει να μιλάω πιο ευγενικά, πιο διακριτικά, πιο συμβιβαστικά: Όχι.
Πολύ ευγενικοί υπήρξαμε.
Πολύ ανεχτήκαμε.
Πολύ εύκολα μάθαμε να θεωρούμε φυσιολογικό το εξοργιστικό.
Δεν θα απολογηθώ επειδή αρνούμαι να το κάνω κι εγώ.
Αν σας ενοχλεί, κάντε με unfollow.
Αν σας προσβάλλει περισσότερο αυτό το κείμενο από όσα καταγγέλλονται, ίσως αξίζει να αναρωτηθείτε γιατί.
Γιατί η μεγαλύτερη ντροπή δεν είναι να καταγγέλλεις όσα πληγώνουν την πατρίδα σου.
Η μεγαλύτερη ντροπή είναι να τα βλέπεις, να τα δικαιολογείς και μετά να απαιτείς από τους υπόλοιπους να σωπάσουν. Και, προς μεγάλη απογοήτευση ορισμένων, εγώ δεν σκοπεύω να σωπάσω.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους