Δεν βρίσκω ρήμα για τον Χατζιδάκι. Το «αγαπώ» φθαρμένο, και το «λατρεύω» λίγο. Όχι μόνο για ό,τι μας χάρισε το ταλέντο του, γιατί ωραία τραγούδια και μουσικές έχουν γράψει κι άλλοι. Υποκλίνομαι στη...
Δεν βρίσκω ρήμα για τον Χατζιδάκι. Το «αγαπώ» φθαρμένο, και το «λατρεύω» λίγο.
Όχι μόνο για ό,τι μας χάρισε το ταλέντο του, γιατί ωραία τραγούδια και μουσικές έχουν γράψει κι άλλοι.
Υποκλίνομαι στη λεβεντιά του, στην παρρησία του και στη μεγάλη του προσφορά απ’ όποιο μετερίζι βρέθηκε.
Επονίτης στα νιάτα του, αλλά δεν αρκέστηκε σ’ αυτό. Στα Δεκεμβριανά, για να εμψυχώσει τον χειμαζόμενο λαό, κάπου στο Παγκράτι, και συγκεκριμένα στον κινηματογράφο Παλάς, μαζεύει καμιά 25αρια κορίτσια και αγόρια μέλη της ΕΠΟΝ για μια συναυλία με ένα έργο που δεν εμπεριέχει το ευφρόσυνο μήνυμα των Χριστουγέννων, όπως στο ορατόριο του Μπαχ.
Θυμίζει περισσότερο τα Πάθη αλλά και την ελπίδα να δικαιωθούν οι αγώνες για ελευθερία και ανεξαρτησία.
Το σινεμά γεμάτο κόσμο που όρθιος τον χειροκροτεί.
Ολη τη στρατευμένη νεολαία της εποχής την αποκαλεί «τα παιδιά της γαλαρίας». Στην πρώτη του συνάντηση με τον Σεφέρη (1947) τον ρωτά: Ποια είναι η «Έρημη Χώρα»; «Ο τόπος μας» του απαντά και είναι η αφορμή για να διαβάσει Μακρυγιάννη, να μελετήσει τη λαϊκή παράδοση και να εξορύξει τα πολύτιμα κοιτάσματα του ρεμπέτικου στη θρυλική διάλεξη – συναυλία στο Θέατρο Τέχνης. «Μια καινούργια ρεμπέτικη κραυγή -καινούργια για μένα βέβαια- κυλούσε μ’ ένταση ανάμεσα στα στενά και βρώμικα πεζοδρόμια του Πειραιά και της Αθήνας.
Ακούγαμε την πρώτη στροφή που έλεγε «Κουράστηκα για να σ΄ αποκτήσω αρχόντισσά μου μάγισσα τρανή». Κι ο φίλος μου εξηγούσε θίγοντας όλο τον ανικανοποίητο ερωτισμό που έπνιγε την ατμόσφαιρα.
Ακόμα, προσπαθούσε να μου εξηγήσει το τραγικό στοιχείο του τραγουδιού που ερχόταν αντιμέτωπο σε μια εποχή που μόνο συνθήματα κυκλοφορούσαν τρέχοντας». Ανεβάζει στη σκηνή την Μπέλλου και το Μάρκο, αφήνοντας σύξυλο το καθώς πρέπει ακροατήριό του.
Πώς τόλμησε να τους φέρει τραγουδια από τους τεκέδες και τα καταγώγια; Τον απειλούν. Η Αστυνομία ειδοποιεί την μητέρα του να τον προσέχει.
Δίσκοι, συναυλίες, θέατρο, σινεμα και καυστικά σχόλια ενός πνευματικού σκεπτόμενου ανθρώπου. Το Γ Πρόγραμμα κοιτίδα πολιτισμού με απέραντη εμπιστοσύνη στους νέους, όπως και στο βραχύβιο περιοδικό Τέταρτο.
Είχε μιλήσει για το τέρας του φασισμού σε μια περίοδο που οι περισσότεροι με θολωμένο το μυαλό από την μεταπολιτευτική ευδαιμονία είτε δεν το έβλεπαν είτε ασχολούνταν με ψευδεπίγραφες διανοητικές κράμπες.
Για την αιρετική του στάση πλήρωσε βαρύ τίμημα, πέφτοντας θύμα του χυδαίου αυριανισμού.
Ποτέ του δεν κολάκεψε εξουσίες, δεν ασπάστηκε κοινωνικά στερεότυπα, δεν διασκέδασε την οικογενειακή πλήξη, δεν σιγοντάρισε την ερωτική ανεπάρκεια, αλλά ύμνησε τον ίδιο τον έρωτα στον ανεπανάληπτο «Μεγάλο Ερωτικό». Η μουσική του για τον κινηματογράφο δεν περιορίζεται στα εύκολα σουξεδάκια για τις ανάγκες του βιοπορισμού, τύπου «νιάου νιάου βρε γατούλα», αλλά κινείται σε όλη την γκάμα των αισθήσεων και των παραισθήσεων.
Αλλοτε αγγίζοντας τον νεορεαλισμό της μετεμφυλιακής Ελλάδας στον «Δράκο» και άλλοτε υπογραμμίζοντας την απελευθέρωση από τα εσωτερικά και εξωτερικά δεσμά όπως σε εκανε και σε διεθνείς παραγωγες :στο αναρχικό παραμύθι του «Sweet movie», ή στη μουσική για την υπεροχη "Κλεφτρα του Λονδίνου . Δεν κραύγασε συνθήματα, αλλά ήταν αρκετά διαυγής στην καταδίκη του αγοραίου και την παλιννόστηση της Ιστορίας και της Ελευθερίας στην «Εποχή της Μελισσάνθης» και στα «Παράλογα». Γηγενής και κοσμοπολίτης, οδοιπόρος στις φαρδιές λεωφόρους της πραγματικότητας, αλλά και μύστης στις κρυφές κόχες της ποίησης.
Όντας μεταξύ Ανατολής και Δύσης βάζει το μπουζούκι να συνομιλεί με το βιολί, το ρεμπέτικο με τις συμφωνίες του Μάλερ και τη Σαπφώ με τον Λόρκα, σε μια θαυμαστή ισορροπία λόγιου και λαϊκού. Ο Μάνος είχε για λογότυπο το όνειρο που βγάζει τα πράγματα από την φθορά και μας ξεναγεί στην οδό της συλλογικής ευαισθησίας.
Γι’ αυτό εκείνος θα είναι παντα ο λαχειοπώλης του ουρανού που κατοικούνε τα άστρα και μαζεύονται οι ποιητές, ενώ εμείς θα φυλάσσουμε σαν εγκόλπιο τα λόγια και τις πράξεις του που δεν εννοούν να λιποθυμήσουν αλλά μας κρατάνε ξάγρυπνους στους χαλεπούς καιρούς.
Τον πρώτο λαχνό κερδίσαμε όσοι τον αγαπήσαμε. Υ/Γ Δεν έχω διαβάσει κανένα κείμενο, τοσο καίριο, τόσο επίκαιρο και διεισδυτικό όσο αυτό για τα «Παιδιά της Γαλαρίας». «Ονειρεύονταν μια ελεύθερη ζωή σχηματισμένη μακριά από απάνθρωπους νόμους, από ανάλγητους κρατικούς μηχανισμούς, από εξορίες και φυλακές και εκτελέσεις.
Τίποτα δεν έγινε αλήθεια.
Μετά τον πόλεμο κυβέρνησαν τον τόπο ξανά φθαρμένοι άνθρωποι, ανίκανοι να συλλάβουν έστω και στο ελάχιστο απ’ ότι γεννιόνταν κείνο τον καιρό κι αναρριγούσε ολόκληρο τον κόσμο.
Εάν μας λέγαν τότε μερικά από τα ονόματα που κυβερνήσανε κατόπιν ότι θα ξανάβγαιναν στην πολιτική σκηνή να διαφεντέψουνε τη χώρα μας, θα γελούσαμε δίχως τελειωμό με την καρδιά μας.
Γιατί πιστέψαμε βαθιά μέσα μας πως όλα αυτά τα ονόματα ήσαν φαντάσματα του παρελθόντος, απόντα στα δύσκολα χρόνια που περνούσαμε, για πάντα απόντα από τον τόπο.
Κι όμως συνέβη αυτό.
Ξανάρθανε τα φαντάσματα κι αρχίσαν να πλαστογραφούν γι’ άλλη μια φορά την ελληνική ιστορία.
Και τα παιδιά που πολεμήσανε κι ονειρευτήκανε, γίναν παιδιά της γαλαρίας, όσα δεν διώχτηκαν και δεν εξαφανίστηκαν στις φυλακές και στα ξερά νησιά του Αιγαίου. Τα Δεκεμβριανά ήταν η αγανάκτηση των παιδιών της γαλαρίας που βλέπαν τους συντρόφους τους και τα όνειρά τους στα φέρετρα, από σφαίρες που ρίξαν δοσίλογοι και φασίστες, φορώντας γαλάζιους μανδύες εθνικοφροσύνης.
Και όλα αυτά τα ελληνικά αποβράσματα με την επίσημη υποστήριξη του νεαρού τότε κράτους, είχανε ένα εχθρό: την ψυχή των παιδιών της γαλαρίας". Της Αφροδίτη Δατσογιάννη via Xrysa Kakatsaki
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους