[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

- Για την ταινία Amarcord του Φελίνι, τις μνήμες, τον Προυστ και το υπερωκεάνειο. - Πέτρος Θεοδωρίδης. - Στο επίκεντρο της ταινίας Amarcord είναι ένας νεαρός έφηβος και η ζωή που στροβιλίζεται γύρω...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

- Για την ταινία Amarcord του Φελίνι, τις μνήμες, τον Προυστ και το υπερωκεάνειο. - Πέτρος Θεοδωρίδης. - Στο επίκεντρο της ταινίας Amarcord είναι ένας νεαρός έφηβος και η ζωή που στροβιλίζεται γύρω του σε μια μικρή πόλη της Ιταλίας, στη μακρά περίοδο του μουσολινικού φασισμού, όπου η άνοιξη, αιωρούμενη ως μικρές νιφάδες από χνούδι λεύκας, και μια ονειρική αύρα ενώνει θεατές και θέαμα σε μια πανηγυρική ατμόσφαιρα που διαποτίζει ολόκληρη την ταινία. - Καθώς ξετυλίγονται οι αναμνήσεις του εφήβου: τα κορίτσια που εξιδανικεύει, τα γλυκά που ποθεί, οι τελετουργίες της άνοιξης, οι φάρσες, τα γεύματα που πάντα καταλήγουν σε ομηρικούς οικογενειακούς καυγάδες, τα σκηνικά της εκκλησίας και της εξομολόγησης, το βαριετέ της ίδιας της μεσοπολεμικής Ιταλίας — η δόξα των μεγάλων υπερωκεάνιων πλοίων, το θεατρικό, γκροτέσκο φασιστικό πάρτι μασκέ του Μουσολίνι. - Αναμνήσεις από τη βόλτα όπου πήγαιναν πάνω κάτω οι κάτοικοι της πόλης, αναμνήσεις από τις ερωτικές κυρίες, τις πόρνες, τον μυστηριώδη τύπο που περνά με τη μοτοσυκλέτα, τον δικηγόρο που με στόμφο μας μιλά για την ιστορία της πόλης ενώ τον κοροϊδεύουν, τον πατέρα που κάθε τόσο νευριάζει, τη μητέρα που πεθαίνει στο νοσοκομείο, τον τρελό θείο που ανέβηκε πάνω στο δέντρο επειδή ήθελε γυναίκα· αναμνήσεις έντονης σεξουαλικής ορμής και φανφαρόνικου φασισμού και λατρείας της αρρενωπότητας. - Όλο το φελινικό φανταστικό σύμπαν, η αυλή των θαυμάτων· αναμνήσεις της τρομοκρατίας που υφίστατο κάθε πολίτης που δεν χαιρετούσε με τον φασιστικό τρόπο, του ρετσινόλαδου, του τρόμου από το ξαφνικό άκουσμα της «Διεθνούς», της πυράς της μάγισσας. - Αναμνήσεις της απάνθρωπης εξωστρέφειας της μικρής πόλης που, κάνοντας βόλτα πάνω κάτω, διασκεδάζει κοροϊδεύοντας τον τυφλό ακορντεονίστα και κάθε περιθωριακό ή στιγματισμένο, και οι μικρές χάρες: «Ω!!! Χιονίζει!!!» — και αυτό, στα έκθαμβα μάτια των παιδιών, φάνταζε ως θαύμα. - Και μέσα σε όλα ο κινηματογράφος ως φαντασίωση, ερωτική φαντασίωση: πλησίασμα του αντικειμένου του πόθου σιγά σιγά, όλο και πιο κοντά, μέσα στο σκοτάδι, ώστε να αγγίξει ο έφηβος το πόδι της Γκρανίσκα· ο μεγεθυμένος ερωτισμός της εφηβείας και η απαγόρευση· οι ερωτήσεις του ιερέα στην εξομολόγηση: «Χαϊδεύεσαι;» — και τι να του απαντήσει ο έφηβος, πώς να χωρέσει όλο το εσωτερικό του ερωτικό σύμπαν σε λέξεις, τι να καταλάβει ο παπάς; - Έτσι αρκείται να του πει κάτι λιγοστό και να συγχωρεθεί με ένα Άβε Μαρία. - Το οικογενειακό τραπέζι που γρήγορα μετατρέπεται σε τσίρκο, καθώς ο καταπιεσμένος πατέρας μαλώνει εκρηκτικά με τον γιο του και αυτό, με τη σειρά του, οδηγεί σε καυγά με τη γυναίκα του· όλη η ιλαροτραγωδία του μικροαστισμού, ο πόνος κάτω από την κωμωδία· η μοναξιά ενός μεσήλικα που κοιτάει τη δουλειά του, αλλά η φασιστική μιλίτσια τον ποτίζει με ρετσινόλαδο για να «μάθει να χαιρετάει φασιστικά», και ο γιος του τον κοροϊδεύει επειδή μυρίζει· οι σκηνές στο σχολείο, με τους δασκάλους-καρικατούρες που προσπαθούν να τους μάθουν αρχαία ελληνικά και μαθηματικά, και η καζούρα ως η άλλη όψη της πειθαρχίας. - Τα παραμύθια της Χαλιμάς από τον ημίτρελο του χωριού, ότι δήθεν κατάφερε να «κανονίσει» τις 28 από τις 30 παλλακίδες που έφερε μαζί του στο ξενοδοχείο ένας νάνος εμίρης· και το πλοίο, το υπερωκεάνειο ως σύμβολο μεγαλείου του φασιστικού καθεστώτος, που όλοι τρέχουν μέσα σε πλοιάρια και βάρκες για να το δουν από κοντά, σε μια ατμόσφαιρα πένθιμη και ολίγον θανάσιμη. - Ο ερωτισμός της αρρενωπότητας και της λατρείας του φαλλού και της δύναμης, ο Ντούτσε και οι γυμναστικές επιδείξεις, αλλά και ο ομαδικός αυνανισμός των εφήβων μέσα σε ένα παλιό αυτοκίνητο, όπου φαντασιώθηκαν τα μπούτια και τα στήθη της μιας και της άλλης. - Ποιο είναι το βασικό νόημα της ταινίας; Ποιο άλλο από τη μνήμη, ως προσωπική, καλά φυλαγμένη ανάμνηση, σαν ένα άγαλμα βαθιά θαμμένο μέσα μας, που ανασύρουμε προσεκτικά, ωσάν αρχαιολόγοι, καθαρίζοντάς το από τη σκουριά και τα χώματα; - Και ποιο συναίσθημα αναδύεται; Μα η χαρά, η παιδική και εφηβική χαρά των αναμνήσεων, μαζί με λύπη, καθώς ο χρόνος μας τελειώνει: η χαρμολύπη. - Το Amarcord του Φελίνι είναι ένα κρυφτούλι με το ατελείωτο, πάντα παζλ της μνήμης, θαμπής και απροσδιόριστης, άλλοτε φωτεινής και ολόασπρης, άλλοτε μισοσκότεινης, άλλοτε διάτρητης από μαύρες τρύπες, από τις δίνες τραυμάτων και απωθήσεων· μνήμης που σπάει σε χίλια κομμάτια και γίνεται μνήμες ή, μάλλον, ενθυμήσεις, αναμνήσεις — στον πληθυντικό: μνήμες αφής, ερωτικών αγγιγμάτων, μνήμες συνάντησης με άλλα σώματα, ενθυμήσεις όρασης, γεύσης, αίσθησης του κόσμου. - Μνήμες που δεν μπορούν να επιβιώσουν χωρίς την εναλλαγή τους με τη λήθη: οι αναμνήσεις είναι πάντα επιλεκτικές· άλλοτε σκόπιμα επιλεκτικές, αλλά τις περισσότερες φορές αθέλητα. - Φανερώνουμε πράγματα σκεπάζοντας, αλλά και, σε κάθε ηλικία, ξεσκεπάζουμε καλά φυλαγμένα — ακόμη κι από μας — μυστικά που κρύβει η κουβέρτα της λήθης. - Ας σκεφτούμε πώς, βλέποντας το Amarcord, γινόμαστε μάρτυρες όχι μιας διαδοχής (όπως νομίζουμε ότι συμβαίνει με τον χρόνο), αλλά μιας ταυτόχρονης συνύπαρξης παρόντων, ενεστώτων, όπου το παρελθόν παραμένει Τώρα, ενεστώτας, που μέσα του κρύβει ένα άλλο, ολοζώντανο Τώρα, σαν μια ατέλειωτη σειρά από ρωσικές κούκλες (ματριόσκες). - Έτσι δεν συμβαίνει άλλωστε και στην πραγματική ζωή, όπου το παρελθόν εισβάλλει βίαια στο παρόν μας και το διαποτίζει με νοσταλγία (από το «νόστος» συν «άλγος», πόνος του νόστου), καθώς η θύμηση της παιδικής και εφηβικής ηλικίας μας φέρνει πάντα πόνο και γλυκά μαζί, ηδονή αλλά και οδύνη; Και τι άλλο, παρά η ουσία, το μεδούλι του χρόνου, είναι αυτή η ηδονή-οδύνη; - «Ο Φελίνι —γράφει ο Ντελέζ— είναι ο δημιουργός που κατόρθωσε να δημιουργήσει τις πιο θαυμαστές πινακοθήκες τεράτων: ένα τράβελινγκ τα διατρέχει, σταματώντας πότε στο ένα και πότε στο άλλο, αλλά πάντα συλλαμβάνοντάς τα στο παρόν, αρπακτικά πουλιά που παρενοχλούνται από την κάμερα, αφού βυθιστούν για μια στιγμή σε εκείνη.

Η σωτηρία βρίσκεται αναμφίβολα στην άλλη πλευρά, την πλευρά των παρελθόντων που διατηρούνται εκεί: ένα σταθερό πλάνο απομονώνει έναν ήρωα, τον αποσπά από τη σειρά και του δίνει, έστω για μία στιγμή, μια ευκαιρία καθ’ εαυτή αιώνια, μια δυνητικότητα που θα ισχύει για πάντα, ακόμα και αν δεν πραγματωθεί ενεργά.» - Έτσι μπορούμε να δούμε το Amarcord ως μια ταινία οπτικής του βιωμένου χρόνου, όχι του χρόνου ως διαδοχής στιγμών αλλά, ανάποδα, του χρόνου ως σμήνους στιγμών, σαν τις νιφάδες λεύκης που πέφτουν πάνω σου την άνοιξη, σαν τον ονειρικό χιονοπόλεμο της μνήμης. - Ο βιωμένος χρόνος δεν είναι ευθύγραμμος: είναι κρύσταλλοι χρόνου, όπου μέσα βρίσκονται παγιδευμένες οι αναμνήσεις, αιώνιες, οι αναμνήσεις μας, σαν κάτι έντομα αιχμάλωτα στο κεχριμπάρι. - Μία από τις ωραιότερες εικόνες του Amarcord παρουσιάζει την ομάδα των γυμνασιόπαιδων —τον ντροπαλό, τον Καραγκιόζη, τον ονειροπόλο, τον καλό μαθητή κτλ.— που συναντιούνται μπροστά στη μεγάλη έπαυλη στο τέλος της σχολικής χρονιάς και, «καθώς πέφτουν οι κρύσταλλοι του χιονιού, κάθε παιδί για λογαριασμό του και όλα μαζί επιχειρούν άλλοτε ένα αδέξιο χορευτικό βήμα, άλλοτε μια απομίμηση μουσικού οργάνου· το ένα προχωρεί σε ευθεία γραμμή, το άλλο κάνει κύκλους, ένα τρίτο περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του». - Και αυτό που δείχνει ο Φελίνι είναι ότι το παιδί μέσα μας παραμένει ολοζώντανο, όπως η μνήμη· πώς ο εαυτός αποτελείται από κύματα χρόνου που συνεχίζουν να κινούνται μέσα μας και που μόνο ο κινηματογράφος μπορεί να τα αναδείξει.

Και, μιας και μιλάμε για τον εαυτό, τι άλλο είναι παρά χιλιάδες αναμνήσεις που κινούνται στον δικό τους εσωτερικό ρυθμό και αναπηδούν αίφνης μέσα μας σαν τα μπαλάκια του τένις; - Εδώ να πούμε πώς ο Φελίνι μοιράζεται κάτι με τον νεορεαλισμό, όπου ανατράφηκε: την αίσθηση του πλήθους, την απουσία ατομοκεντρικής οπτικής. - Η αίσθηση που αναδεικνύεται μέσα από τις αναμνήσεις είναι ενός εαυτού που διαλύεται μέσα στην ομορφιά του πλήθους και των αγαπημένων τεράτων της μνήμης, όπου όλα τα αμαρτήματα συγχωρούνται: η Νταρντάνα με τα μεγάλα βυζιά που τον κουτουπώνει με τη ρόγα της, ο θείος του που σκαρφαλώνει στα δέντρα και ζητά να του βρουν γυναίκα, πετώντας πέτρες, η καλογριά-νάνος που τον κατεβάζει αυταρχικά, και τα κορίτσια-πόρνες που τα περιφέρει η άμαξα στην πόλη· όλα παίρνουν το συγχωροχάρτι της μνήμης και προσλαμβάνουν το φωτοστέφανό τους.

Γιατί η μνήμη και ο κινηματογράφος του Φελίνι δεν δικάζουν, δεν καταδικάζουν, αλλά αγαπούν. - Και αγιοποιεί. - Όσο για την αφηγηματική δομή: φανταστείτε σαπουνόφουσκες, αυτοτελείς μικρόκοσμους με τη μικρή δική τους αυτοτέλεια, φυσαλίδες μνήμης χωρίς συνέχεια, μικρόκοσμους μνήμης. - Ο Φελίνι καταφέρνει να διατηρήσει το βλέμμα του παιδιού μέσα του, αλλά και να το αποδώσει κινηματογραφικά: όταν είμαστε παιδιά και έφηβοι, αντικρίζουμε τον κόσμο έκθαμβοι· το χιόνι μας φαίνεται θαύμα, το σεξ ένα μυστήριο, ο θάνατος σπαρακτικός. - Και όλα αυτά τα συναισθήματα που προβάλλουν μέσα από το «Θυμάμαι» (Amarcord) του Φελίνι ανακαλούν και δικές μας ολοζώντανες μνήμες έντασης, μνήμες χαλάρωσης: ενθυμήσεις γεύσεων —άλλοτε πικρών, άλλοτε στιφών, άλλοτε γλυκύτατων— μνήμες που αναδύονται αίφνης σαν μέσα από ρωσικές κούκλες ή, σύμφωνα με τη μεταφορά του Προυστ, «σαν το παιχνίδι που διασκεδάζει τους Ιάπωνες, όταν μουσκεύουν σε μια κούπα πορσελάνης γεμάτη νερό μικρά κομμάτια χαρτί, αξεχώριστα ως τότε, μα που μόλις βραχούν τεντώνονται, στρίβουν, χρωματίζονται, διαφοροποιούνται, γίνονται λουλούδια, σπίτια, πρόσωπα στερεά και που αναγνωρίζεις»· που αναδύονται ξαφνικά, συνοδευόμενες από ανεξιχνίαστα αισθήματα ευδαιμονίας, πλήρωσης, σαν κι αυτή που ο Προυστ περιγράφει να αναδύεται μέσα από τη γεύση της μαδελέν, ενός μπισκότου με γεύση λεμονιού και σχήμα αχιβάδας: - «Αλλά τη στιγμή που η γουλιά, ανακατεμένη με τα ψίχουλα του γλυκού, άγγιξε τον ουρανίσκο μου, σκίρτησα, προσέχοντας κάτι καταπληκτικό που συνέβαινε μέσα μου.

Μια γλυκιά απόλαυση με είχε κυριεύσει, απομονωμένη, χωρίς να ξέρω την αιτία της.

Μου είχε κάνει ξαφνικά τις περιπέτειες της ζωής αδιάφορες, ακίνδυνες τις καταστροφές της, ανύπαρκτη τη συντομία της : ή μάλλον η ουσία αυτή δεν ήταν μέσα μου, ήμουν εγώ.» - Μνήμες όσφρησης, μνήμες γεύσης: - «Όταν όμως από ένα μακρινό παρελθόν τίποτα δεν επιζεί, αφού πεθάνουν οι άνθρωποι, αφού καταστραφούν τα άψυχα, μόνες, πιο φθαρτές, αλλά πιο μακρόβιες, πιο άυλες, πιο επίμονες, πιο πιστές, η όσφρηση και η γεύση ζουν για καιρό ακόμα σαν τις ψυχές, για να θυμούνται, να περιμένουν, να ελπίζουν, πάνω σ’ όλα αυτά τα ερείπια, να βαστούν χωρίς να λυγίζουν, πάνω στην μικρή, σχεδόν άυλη σταγόνα τους, το τεράστιο οικοδόμημα της ανάμνησης.» - Τώρα, όσον αφορά τον κόσμο της ταινίας: ο Φελίνι δεν ισχυρίζεται καν ότι αποδίδει τον κόσμο της φασιστικής Ιταλίας όπως ήταν πραγματικά. - Αποδίδει τον κόσμο της φασιστικής Ιταλίας όπως τον έχει εσωτερικεύσει μέσα του, με έναν τρόπο που είναι ταυτόχρονα εσωτερικός και εξωτερικευμένος, εκ-σωτερικεύοντας τον μέσα του κόσμο. - Αποδίδει εικόνες της οικογενειακής ζωής —το τραπέζι, τα ρολόγια του πατέρα και της μάνας, το σχολείο, οι καθηγητές-καρικατούρες, οι φασίστες και οι φανφαρονικές πόζες τους, το πρόσωπο-προσωπείο του Μουσολίνι, οι γκροτέσκες, ξεδοντιασμένες φιγούρες, όλα όσα συνιστούν μια θεώρηση του κόσμου— όχι ως αντικειμενική απεικόνιση ούτε υποκειμενική, αλλά κάτι ανάμεσα στο μέσα και στο έξω, στα τοιχώματα της ύπαρξης. - Και ναι, δεν υπάρχουν μέλλοντα και λύσεις και τέλος στις ιστορίες που αναδεικνύει, οι οποίες είναι όλες περίκλειστες, σαν μικρές πόλεις με τείχη μέσα στη μεσαιωνική πόλη. - «Στον Φελίνι —γράφει ο Gilles Deleuze— το παρόν, η σειρά των παρόντων που παρέρχονται, συναποτελούν τον μακάβριο χορό.

Τρέχουν μεν, όχι όμως προς το μέλλον, αλλά προς τον τάφο», σε μια διαδοχή που προχωρά ανάποδα, από τη χαρά και τη ζωντάνια στο σκοτάδι, όπως δεν εκείνη η μελαγχολική σκηνή με τις βάρκες και το πλήθος της πόλης να καρτερούν όλο το βράδυ να δουν το υπερωκεάνειο. - ΠΕΤΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences