[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

«Αυτό είναι;» μου είπε η Ειρήνη και κράτησε το κουτί στα χέρια της χωρίς να το ανοίξει αμέσως. Δίπλα της, πάνω στον καναπέ, ήταν πεταμένες οι σακούλες από το Κολωνάκι, δώρα από τους γονείς του άντρα...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Αυτό είναι;» μου είπε η Ειρήνη και κράτησε το κουτί στα χέρια της χωρίς να το ανοίξει αμέσως.

Δίπλα της, πάνω στον καναπέ, ήταν πεταμένες οι σακούλες από το Κολωνάκι, δώρα από τους γονείς του άντρα της για τα παιδιά.

Μπουφάν, παπούτσια, κάτι μικρά επώνυμα που εγώ ούτε το όνομά τους δεν μπορώ να προφέρω σωστά.

Έμεινα όρθια στην κουζίνα της, με το παλτό ακόμα φορεμένο, και για μια στιγμή δεν ήξερα αν έπρεπε να απολογηθώ ή να φύγω. «Ένα χρυσό σταυρουδάκι είναι, για τη μικρή», της είπα. «Ό,τι μπορούσα.» Με κοίταξε και χαμήλωσε τη φωνή της. «Μαμά, δεν είναι θέμα να κάνεις ό,τι μπορείς.

Είναι ότι πάντα... δεν φτάνει.» Αυτή η λέξη με χτύπησε σαν χαστούκι.

Δεν φτάνει.

Εγώ, που δούλευα δεκατρία χρόνια σε καθαριστήριο στην Κυψέλη, με χέρια σκασμένα από τα απορρυπαντικά.

Εγώ, που έραβα κουμπιά τα βράδια για να της πληρώνω φροντιστήρια.

Εγώ, που πούλησα τα δυο χρυσά βραχιόλια της μάνας μου όταν πέρασε Νομική στη Θεσσαλονίκη και δεν έβγαιναν τα νοίκια.

Δεν φτάνει. Η Ειρήνη δεν ήταν πάντα έτσι.

Ή τουλάχιστον έτσι θέλω να πιστεύω.

Μεγαλώσαμε μαζί, σχεδόν.

Ο πατέρας της έφυγε όταν εκείνη ήταν δώδεκα.

Ένα πρωί είπε «θα πάω για καφέ» και μετά από λίγο καιρό μάθαμε ότι είχε άλλη ζωή στον Βόλο.

Δεν γύρισε ποτέ στ’ αλήθεια.

Οπότε εγώ έγινα τα πάντα.

Μάνα, πατέρας, τοίχος να πέφτει πάνω μου ό,τι κακό ερχόταν.

Και η Ειρήνη το ήξερε.

Το έβλεπε.

Με έπαιρνε αγκαλιά όταν με έβρισκε να κοιμάμαι στον καναπέ με ανοιχτό το φως.

Μου έλεγε «όταν μεγαλώσω, θα σε ξεκουράσω». Αυτά έλεγε.

Μετά γνώρισε τον Στέλιο.

Καλό παιδί, δεν λέω.

Ευγενικός, ήσυχος.

Αλλά η οικογένειά του... άλλη τάξη, άλλη ζωή.

Ο πατέρας του εργολάβος, η μάνα του φαρμακοποιός.

Διακοπές στη Μύκονο, τραπέζια σε μαγαζιά που εγώ περνάω απ’ έξω και κοιτάω τις τιμές σαν να διαβάζω ξένη γλώσσα.

Στην αρχή προσπάθησα.

Να μη φανεί η διαφορά.

Να πηγαίνω περιποιημένη, να παίρνω κι εγώ ένα καλό γλυκό από ζαχαροπλαστείο, να μη νιώθει το παιδί μου ότι υστερώ.

Αλλά οι διαφορές δεν κρύβονται για πολύ.

Όταν αποφάσισαν να αγοράσουν σπίτι, οι γονείς του Στέλιου έβαλαν μπροστά για την προκαταβολή.

Διαμέρισμα στο Παγκράτι, φωτεινό, κοντά στο Μετρό, με παιδικό δωμάτιο έτοιμο πριν καν γεννηθεί ο δεύτερος μικρός.

Εγώ τι να δώσω; Πήγαινα και της καθάριζα τα ντουλάπια πριν μετακομίσουν.

Κρατούσα τα παιδιά για να κοιμηθεί.

Μαγείρευα γεμιστά και τα άφηνα σε τάπερ στο ψυγείο.

Αυτά είχα.

Μια μέρα, πάνω στη φασαρία, την άκουσα να λέει στην πεθερά της: «Ευτυχώς που είστε κι εσείς, γιατί αλλιώς δεν θα τα βγάζαμε πέρα έτσι όπως θέλουμε.» Έτσι όπως θέλουμε.

Ούτε ένα «και η μαμά μου βοηθάει». Τίποτα.

Σαν να ήμουν η γυναίκα που έρχεται να κρατήσει τα παιδιά επί πληρωμή.

Το κράτησα μέσα μου μήνες.

Μέχρι που έσκασε. Ήταν Κυριακή.

Είχαν τραπέζι στο σπίτι.

Οι άλλοι παππούδες είχαν φέρει στα εγγόνια ρούχα για το χειμώνα, παιχνίδια, κι ένα ηλεκτρικό πατίνι για τον μεγάλο.

Εγώ είχα πάρει το σταυρουδάκι και δύο βιβλία.

Όταν έφυγαν εκείνοι, η Ειρήνη μάζευε τις σακούλες νευρικά. «Ξέρεις ποιο είναι το πρόβλημά σου;» μου είπε ξαφνικά. «Ότι νομίζεις πως η αγάπη φτάνει για όλα.»

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences