[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

Μάνος Λοΐζος, η ευαισθησία σε μια χορδή…! Στις 22 Οκτωβρίου 1937 γεννήθηκε ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες συνθέτες, τού οποίου τα τραγούδια αντηχούν ακόμα στις καρδιές των Ελλήνων, λες και τα...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Μάνος Λοΐζος, η ευαισθησία σε μια χορδή…! Στις 22 Οκτωβρίου 1937 γεννήθηκε ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες συνθέτες, τού οποίου τα τραγούδια αντηχούν ακόμα στις καρδιές των Ελλήνων, λες και τα εμπνεύστηκε μόλις χτες.

Και όμως έχουν περάσει 76 χρόνια! Μουσικός, συνθέτης, στιχουργός, τραγουδιστής, μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, η χαρισματική παρουσία του Μάνου Λοΐζου έδωσε απλόχερα τις πιο αισθαντικές μελωδίες στον ελληνικό μουσικό μας πλανήτη.

Μια τυχοδιωκτική φιγούρα, ένα ανήσυχο πνεύμα και μια ευαίσθητη ψυχή που πέρασε βιαστικά απ’ το μονοπάτι της ζωής, διανύοντας όμως μια διαδρομή με νωχελικούς βηματισμούς που μετράει πολύτιμες και παράλληλα μοναδικές. στιγμές “Ο Μάνος ήταν μια πλαγιά πολύχρωμα λουλούδια που έλαμπαν καθώς τα χτυπούσε ο ήλιος.

Και θα λάμπουν για πάντα και πιο πολύ όσο θα υπάρχει και θα λάμπει στον κόσμο αυτός ο μοναδικός ήλιος: Η καρδιά του ανθρώπου”, τα λόγια του Μίκη Θεοδωράκη για τον Μάνο Λοΐζο. Ο Μάνος Λοΐζος γεννήθηκε στις 22 Οκτωβρίου 1937 στην Αλεξάνδρεια.

Μοναχογιός και μοναχοπαίδι, από πατέρα Κύπριο και μητέρα Ροδίτισσα, έζησε τα παιδικά του χρόνια στον τόπο γέννησής του και τελειώνοντας το δημοτικό, συνέχισε τη μόρφωσή του στο “Αβερώφειο” γυμνάσιο, ονομαστό σχολείο της τότε εποχής.

Η μουσική του κέντρισε τη περιέργεια στα πρώτα χρόνια της εφηβείας, όταν σε ηλικία δεκατεσσάρων χρονών ο πατέρας του αγόρασε ένα βιολί και έπειτα από μεγάλη προτροπή, ο μικρός Μάνος τον έπεισε για να παρακολουθήσει τα πρώτα μαθήματα μουσικής.

Παρόλα αυτά, δεν άργησε να παρατήσει τις συγκεκριμένες σπουδές λίγο καιρό μετά και να βρει διέξοδο στην ελευθερία της δημιουργίας που του άφηναν οι χορδές μιας κιθάρας, ένα μουσικό όργανο που έμελλε να αποτυπώσει ξεκάθαρα τις σπουδαιότερες στιγμές της ζωής του και να του δώσει τα περιθώρια να αυτοσχεδιάσει και να ξεφύγει απ’ τα στενά όρια που του “επιδείκνυαν” οι παρατηρήσεις του δασκάλου του.

Το 1954 ο έφηβος πια Λοΐζος ξεκίνησε να παίζει τις πρώτες του μελωδίες στο πιάνο.

Ήταν ένα δώρο που δέχθηκε απ’ τον πατέρα του λίγο πριν αποφοιτήσει απ’ το σχολείο, κοντά στη χρονική περίοδο που η ενσωμάτωσή του σε μια μικρή κομπανία και οι εμφανίσεις τους στα μαθητικά πάρτυ και στις φιλικές εκδηλώσεις αποτελούσαν το πιο γλυκό μικρόκοσμό του. Ο Μάνος ήταν ένας άνθρωπος που ήξερε να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες με υπομονή και η συμπεριφορά του αυτή ίσως είχε τη δική της εξήγηση στο πνεύμα της “φιλοσοφίας” που κληροδότησε απ’ την Ανατολή, εκεί που τα πράγματα κινούνταν πάντα σε ήπιους τόνους, με πιο βραδείς ρυθμούς… Στην Αθήνα αναγκάστηκε να εργαστεί ως γκαρσόνι για να τα βγάλει πέρα και έπειτα ως γραφίστας για να εξασφαλίσει τα προς το ζην, αφού μεταξύ 1961-1962 παρακολούθησε ένα κύκλο μαθημάτων στη σχολή “Βακαλό”. Μια πολύ δύσκολη περίοδος στη ζωή του και ένα τούνελ σκοτεινό με δύσβατα περάσματα που στο τέλος του έκρυβε ένα μικρό ήλιο και τη φωτεινή πλευρά που σηματοδοτούσε μια καινούργια αρχή.

Εκείνο το καιρό, του προσέλκυσε το ενδιαφέρον του το “Τραγούδι του δρόμου” του Λόρκα σε μετάφραση Νίκου Γκάτσου, το οποίο ανακάλυψε στο περιοδικό “Επιθεώρηση Τέχνης” και σκέφτηκε να το μελοποιήσει. Ο Μίμης Πλέσσας, που διέκρινε κάτι ξεχωριστό στη μουσική φυσιογνωμία του Μάνου Λοΐζου και μεσολάβησε στη δισκογραφική εταιρεία “Φιντέλιτυ” για τη κυκλοφορία ενός μικρού δίσκου με τη πρώτη του συνθετική προσπάθεια, ήρθε σε επαφή μαζί του μέσω της Διδώς Πετροπούλου – Διαμαντοπούλου, που εργαζόταν τότε στην Ελληνική Ραδιοφωνία. Ο Μάνος είχε την ευτυχή συγκυρία να την γνωρίζει αρκετά χρόνια νωρίτερα, αφού υπήρξε η πρώην σύζυγος του καθηγητή του στο μάθημα των γαλλικών στην Αλεξάνδρεια.

Χωρίς αμφιβολία, το πιο ευνοϊκό παιχνίδι που μπορούσε να του “φυλάξει” η μοίρα τη συγκεκριμένη εποχή! Λίγο μετά την είσοδο του 1962, το πρώτο 45άρι του Μάνου Λοΐζου “εισβάλλει” στη δισκογραφική αγορά με ερμηνευτή τον Γιώργο Μούτσιο.

Η ίδρυση του “Συλλόγου Φίλων Ελληνικής Μουσικής” (ΣΦΕΜ) τον Απρίλιο του 1962 αποτέλεσε ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην μουσική του διαδρομή.

Μερικούς μήνες μετά ανέλαβε τη διεύθυνση της χορωδίας του ΣΦΕΜ, ενώ το ίδιο καλοκαίρι υποδέχτηκε με χαρά την πρόταση του Μίκη Θεοδωράκη να συνεργαστούν στην επιθεώρηση “Μαγική πόλη” σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη στο θέατρο “Παρκ”, φυσικά με τη συμμετοχή της χορωδίας υπό τη δική του διεύθυνση.

Ο σύλλογος κατείχε θερμής υποστήριξης από καλλιτέχνες του χώρου: Ο Διονύσης Σαββόπουλος, η Μαρία Φαραντούρη, ο Φώντας Λάδης, ο Μάνος Ελευθερίου και ο Χρήστος Λεοντής είναι μόνο ορισμένοι απ’ αυτούς που πίστεψαν στο όραμα του ΣΦΕΜ.

Στις 11 Μαρτίου 1963 δίνουν από κοινού με το Χρήστο Λεοντή την πρώτη τους συναυλία στο θέατρο Ακροπόλ.

Τα έσοδα της συναυλίας διατίθενται για το Δ΄ Πανσπουδαστικό Συνέδριο.

Τη συναυλία προλογίζει ο Μίκης Θεοδωράκης λέγοντας τα καλύτερα λόγια για τους πρωταγωνιστές της.

Μάλιστα, τους κάνει… δώρο μια πέτρα που κάποιος εκτόξευσε εναντίον του τον Οκτώβριο του 1961 κατά τη διάρκεια συναυλίας στη Νάουσα.

Ένα βράδυ του 1964 εμφανίζεται στην μπουάτ Στοά, στο Κολωνάκι, με τη Μαρία Φαραντούρη και το Γιώργο Ζωγράφο.

Εκεί, κάποιο βράδυ, ένα νεαρό κορίτσι θα του δώσει δυο στίχους που θα παίξουν βασικό ρόλο στην κατοπινή πορεία του.

Το κορίτσι είναι η Κωστούλα Μητροπούλου και οι στίχοι προορίστηκαν για τα τραγούδια “Ο δρόμος” και “Ο στρατιώτης”. Μαζί με τα τραγούδια “Γ’ Παγκόσμιος” και “Ακορντεόν” του Γιάννη Νεγρεπόντη, αποτέλεσαν εκείνες τις μοναδικές μουσικές στιγμές που επισημοποίησαν τη κατοπινή αναγνώριση της αξίας του και ώθησαν τις εξελίξεις στη καθολική αποδοχή του μουσικού του προσώπου.

Με τη φωνή του Γιάννη Πουλόπουλου η “Νύχτα, μικρή αρχόντισσα” και “Το φεγγάρι έρημο” περιλαμβάνονται στη κυκλοφορία του δεύτερου μικρού δίσκου του αμέσως μετά, σε στίχους που φέρουν την υπογραφή της συζύγου του. Η Μάρω Λήμνου είχε υπογράψει και τους στίχους της “Πρωτομαγιάς”, μια σύνθεση δική του που τραγούδησε η Σούλα Μπιρμπίλη. Τον Μάρτιο του 1965 παντρεύεται τη Μάρω Λήμνου, τη μετέπειτα συγγραφέα παιδικών βιβλίων, γνωστή ως Μάρω Λοΐζου.

Με τη Μάρω έχουν γνωριστεί τρία χρόνια πριν στα παρασκήνια της “Όμορφης Πόλης”, συνυπάρχουν στο Σ.Φ.Ε.Μ. και έχουν ήδη γράψει μαζί και κάποια τραγούδια.

Λίγους μήνες μετά, μια αληθινή φιλία “γεννιέται” ανάμεσα στο Λευτέρη Παπαδόπουλο και στο Μάνο Λοΐζο.

Μια καταλυτική σχέση και μια σπάνια χημεία στο χώρο του ελληνικού τραγουδιού.

Δυο άνθρωποι διαφορετικών ιδιοσυγκρασιών, που ενώθηκαν μέσα από τις στιγμές των κοινών τους παραστάσεων και της ικανότητάς τους να τις “εξυγιαίνουν” με το μαγικό ραβδάκι της μουσικής.

Το τραγούδι “Η δουλειά κάνει τους άντρες”, με στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου, ακούγεται από την Ελένη Ροδά στην ταινία του Γρηγόρη Γρηγορίου “Τρούμπα ’67” Το ξεκίνημα της επόμενης χρονιάς (1967) βρήκε το Μάνο Λοΐζο να ασχολείται με την ολοκλήρωση ενός κύκλου τραγουδιών σε ποίηση Γιάννη Νεγρεπόντη που ονομάστηκαν “Τα νέγρικα” και έθιγαν με καίριο τρόπο τους αγώνες επιβίωσης των νέγρων, τη φτώχεια και την εξαθλίωση κατά τη διάρκεια της ζωής τους.

Αυτά τα τραγούδια κρίθηκαν για πρώτη φορά απ’ το κοινό σε μια συναυλία κατά τη διάρκεια της φοιτητικής εβδομάδας της Ανώτατης Βιομηχανικής, με τις συμμετοχές της Μαρίας Φαραντούρη και του Γιώργου Ζωγράφου, το Φεβρουάριο του ίδιου χρόνου.

Στις 19 Απριλίου 1967 η συναυλία που οργανώθηκε υπό την αιγίδα της “Πανσπουδαστικής” ήταν γραφτό να μη πραγματοποιηθεί ποτέ, αφού οι πολιτικές ανακατατάξεις της χώρας ανέτρεψαν όλα τα δεδομένα και οι καθημερινές συλλήψεις έφτασαν να είναι η πιο αναμενόμενη πραγματικότητα στα δύσκολα χρόνια της δικτατορίας… Μετά τη σύλληψη του Μίκη Θεοδωράκη στις 21 Αυγούστου, ο Μάνος έσπευσε να βρει ένα καταφύγιο εκτός συνόρων για να μπορέσει να ξεφύγει.

Έτσι λοιπόν ζήτησε τη βοήθεια του φίλου του Φώντα Λάδη στη Ρώμη, που τον φρόντισε πολύ καλά και στις αρχές του Σεπτέμβρη έφυγε από την Ιταλία με προορισμό την Αγγλία, όπου παρέμεινε στο Λονδίνο για τους επόμενους έξι μήνες.

Στο ξεκίνημα του 1968 ο Μάνος Λοΐζος επέστρεψε και πάλι στην Αθήνα.

Φαινομενικά τυχαίος ή όχι ο τίτλος του δίσκου, “Ο σταθμός” σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου που βγήκε στην αγορά το φθινόπωρο εκείνης της χρονιάς, συμπεριλήφθηκε τελικά στη λίστα των σπουδαιότερων σταθμών της προσωπικής δισκογραφίας του. Ο Γιάννης Καλατζής ξεχώρισε ιδιαίτερα με το ”Δελφίνι, δελφινάκι” και το “Παλιό ρολόι” – τραγούδια που ακούγονται απ’ τους ανθρώπους αυτής της γενιάς πολύ νοσταλγικά έως και σήμερα.

Τελικά η κυκλοφορία των “Νέγρικων” σημειώθηκε εν έτει 1975, μιας και η δικτακτορία είχε επιβάλλει τότε τους δικούς της νόμους και μέσα σ’ όλα τα άλλα, την απαγόρευση αυτών των τραγουδιών. Η Μαρία Φαραντούρη και ο Μανώλης Ρασούλης ήταν εκείνοι που πρωτοστάτησαν στις ερμηνείες αυτής της δισκογραφικής δουλειάς.

Το 1971 ο Μάνος Λοΐζος ανέλαβε τη μουσική της κινηματογραφικής ταινίας του Αλέξη Δαμιανού “Ευδοκία”, η οποία του έδωσε την έμπνευση να δημιουργήσει το ομώνυμο ζεϊμπέκικο, το κλασσικό και το ωραιότερο ζεϊμπέκικο όλων των εποχών! Μια ιστορία αναφέρει πως ο Μάνος παρακαλούσε το Λευτέρη Παπαδόπουλο να του γράψει στίχους, αλλά ο επιστήθιος φίλος του δεν συμφώνησε με την ιδέα του και παρόλο που είχε σκεφτεί κάποια λόγια δεν του τα έδωσε ποτέ, γιατί πίστευε ακράδαντα πως ένα τέτοιο κομμάτι έπρεπε να παραμείνει ατόφιο.

Το 1972 κυκλοφορεί ο τρίτος μεγάλος δίσκος του (“Να ‘Χαμε τι να ‘Χαμε”) σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου.

Με τον Παπαδόπουλο γράφουν παράλληλα και κάποια τραγούδια που δε θα περάσουν από τη λογοκρισία της εποχής (“Ο αρχηγός”, “Θα κλείσω το παράθυρο”), ενώ με δικούς του στίχους γράφει την “Πρώτη Μαΐου”, τον “Τσε” και το “Μέρμηγκα”. Γράφει τραγούδια για την ταινία του Τάκη Βουγιουκλάκη “Η Αλίκη Δικτάτωρ”. Γίνεται ιδρυτικό στέλεχος της ΕΜΣΕ, του συνδικαλιστικού σωματείου των δημιουργών που θα ξεκινήσει με αφορμή την μεγάλη επέκταση της πειρατείας στο χώρο της δισκογραφίας.

Σε στίχους του Μανώλη Ρασούλη και του Πυθαγόρα, “Τα τραγούδια της Χαρούλας” τον Ιούνιο του 1979 περιέβαλλαν μια συνεργασία που ολοκληρώθηκε έπειτα από πολλές ώρες δουλειάς και έντονων ανθρώπινων στιγμών. Ο Μάνος παίδεψε πολύ τον Μανώλη Ρασούλη για να πετύχει το αποτέλεσμα που ονειρευόταν, χωρίς να αποφύγει να “παιδέψει” τον εαυτό του στις μελωδίες που του χάρισε η έμπνευσή του.

Αρκεί να τονίσουμε πως όλα αυτά συνέβησαν σε μια εποχή που τα σύγχρονα τεχνολογικά μέσα δεν βρίσκονταν στην υπηρεσία της μουσικής και εκείνος σκαρφιζόταν διάφορα τεχνάσματα για να “βάψει” τις συνθέσεις του με ηχοχρώματα που δεν θα θύμιζαν ούτε στο παραμικρό τη λίστα των πολιτικών τραγουδιών που είχε παρουσιάσει μέχρι τότε.

Ξεχώρισε ο “Φαντάρος”, το “Πες μου πως γίνεται”, το “Γύφτισα τον εβύζαξε” και το υπέροχο “Τίποτα δεν πάει χαμένο”. Τον Απρίλιο του ’74 κυκλοφορεί ο δίσκος “Καλημέρα Ήλιε” με στίχους του Δημήτρη Χριστοδούλου.

Μέσα στο ξέφρενο κλίμα της μεταπολίτευσης συμμετέχει σε μεγάλες λαϊκές συναυλίες της εποχής (με αποκορύφωμα τη συναυλία στο Γήπεδο του Παναθηναϊκού που θα καταγράψει ο Νίκος Κούνδουρος στην ταινία του “Τραγούδια της Φωτιάς”) και, στο τέλος του χρόνου, κυκλοφορεί στο δίσκο “Τα Τραγούδια του Δρόμου”, με όλα εκείνα τα τραγούδια του που είτε είχαν απαγορευτεί τα προηγούμενα χρόνια είτε δεν τους είχε επιτραπεί η ηχογράφηση από τη λογοκρισία της επταετίας.

Στα τέλη του 1975, εννιά χρόνια μετά την πρώτη τους παρουσίαση σε συναυλίες, κυκλοφορούν για πρώτη φορά στη δισκογραφία τα “Νέγρικα”, με στίχους του Γιάννη Νεγρεπόντη. Τον Οκτώβριο του 1980 κυκλοφορεί ο δίσκος “Για μια Μέρα Ζωής” που είναι και ο τελευταίος του.

Μέσα από τραγούδια με στίχους διαφόρων στιχουργών επιχειρεί μια προσέγγιση στον ηλεκτρικό ήχο της εποχής. Τον Μάιο του 1981 πραγματοποιεί σειρά συναυλιών στο εξωτερικό (Καναδάς, Η.Π.Α., Αγγλία, Σουηδία). Τον Ιούνιο, μαζί με τον Χρήστο Λεοντή και τον Θάνο Μικρούτσικο, ξεκινούν σειρά κοινών συναυλιών ανά την Ελλάδα. Τον Οκτώβριο θα μπει στο Γενικό Κρατικό με περικαρδίτιδα και νεφρική ανεπάρκεια και, στο τέλος του χρόνου, αποφάσισε να ταξιδέψει στη Μόσχα για ιατρικές εξετάσεις.

Η απόφασή του αυτή δεν πρόλαβε να οδηγηθεί στο φως, αφού η μοίρα διάλεξε να έχει διαφορετικά σχέδια για τη ζωή του και το δεύτερο εγκεφαλικό επεισόδιο ήρθε χωρίς προειδοποίηση στις 7 Σεπτεμβρίου.

Δέκα μέρες μετά, στις 17 Σεπτεμβρίου 1982 άφησε τη τελευταία του πνοή σε ένα κόσμο που θα έχει πάντα ανάγκη τη γνώση, τη σοφία, την ευαισθησία, την ευγένεια που πήγαζε απ’ τα βάθη της ψυχής του, τις ακράδαντες ηθικές αξίες και την αισθητική του.

To 2007 χαρακτηρίστηκε από τον μουσικό χώρο ως έτος Μάνου Λοΐζου, σε ένδειξη τιμής για τα 70 χρόνια από τη γέννησή του και τα 25 χρόνια από το θάνατό του. 2015

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences