«Δηλαδή τι να πω στον κόσμο, ρε μάνα; Ότι βγήκες στα καφέ με άντρα;» Ο Κώστας το φώναξε τόσο δυνατά, που νόμιζα πως θα τον ακούσει όλη η πολυκατοικία. Η Μαρία καθόταν δίπλα του στον καναπέ, με τα...
«Δηλαδή τι να πω στον κόσμο, ρε μάνα; Ότι βγήκες στα καφέ με άντρα;» Ο Κώστας το φώναξε τόσο δυνατά, που νόμιζα πως θα τον ακούσει όλη η πολυκατοικία. Η Μαρία καθόταν δίπλα του στον καναπέ, με τα χέρια σταυρωμένα και το στόμα σφιγμένο.
Εγώ στεκόμουν στην κουζίνα με το ταψί ακόμα ζεστό στα χέρια, σαν χαζή.
Είχα κάνει παστίτσιο γιατί τους κάλεσα να τους μιλήσω ήρεμα.
Να μην το μάθουν από άλλους.
Να το ακούσουν από μένα. «Δεν βγήκα στα καφέ, Κώστα, λες και είμαι κανένα κοριτσάκι που κρύβεται», του είπα. «Γνώρισα έναν άνθρωπο.» Η Μαρία πετάχτηκε πρώτη. «Άνθρωπο; Πώς το λες έτσι απλά; Ο πατέρας μας πέθανε πριν τέσσερα χρόνια.» Εκεί λύγισα λίγο.
Όχι απ' τα λόγια της.
Από το πώς είπε το «πατέρας μας». Σαν να μην ήταν και δικός μου άνθρωπος.
Σαν να μην ήμουν εγώ εκείνο το βράδυ στο νοσοκομείο, που του κρατούσα το χέρι και του έλεγα ψέματα ότι θα γυρίσουμε σπίτι.
Με τον Στέλιο ήμασταν τριάντα οκτώ χρόνια μαζί.
Περάσαμε ανεργίες, δάνεια, την κρίση, αρρώστιες, φασαρίες, σιωπές.
Δεν τον ξέχασα.
Δεν γίνεται να ξεχάσεις άνθρωπο με τον οποίο μεγάλωσες δύο παιδιά και μοιράστηκες μια ζωή ολόκληρη.
Αλλά όταν έφυγε, το σπίτι άδειασε με τρόπο που δεν περιγράφεται.
Το βράδυ άκουγα το ψυγείο και πεταγόμουν, γιατί νόμιζα πως ήταν η ανάσα του.
Έστρωνα τραπέζι για δύο από συνήθεια.
Μιλούσα μόνη μου.
Κι αυτό, όσο περνούσε ο καιρός, δεν γινόταν ποίηση ούτε «δύναμη». Γινόταν τρύπα. Τον Γρηγόρη τον γνώρισα τυχαία στο ΚΑΠΗ της γειτονιάς.
Εγώ είχα πάει για μια ομιλία για το ζάχαρο, εκείνος για να ρωτήσει για μια εκδρομή στο Ναύπλιο.
Στην αρχή λέγαμε τα τυπικά.
Μετά καφέ.
Μετά ένα περπάτημα στην παραλία.
Ήταν κι εκείνος μόνος, χωρισμένος χρόνια, με μια ησυχία στο βλέμμα που με ξεκούραζε.
Δεν με πίεσε ποτέ.
Δεν ήρθε να πάρει τη θέση κανενός.
Μόνο στεκόταν δίπλα μου σαν άνθρωπος.
Το λάθος μου ήταν ότι άφησα τη Μαρία να μας δει.
Ήμουν με τον Γρηγόρη στην πλατεία, καθίσαμε για λουκουμάδες. Γελούσα.
Ναι, γελούσα. Η Μαρία περνούσε με το αμάξι της και με είδε.
Το ίδιο βράδυ με πήρε τηλέφωνο. «Μαμά, τι ήταν αυτό;» «Αυτό που είδες.» Σιωπή.
Και μετά κλάμα.
Όχι κλάμα πόνου.
Κλάμα θυμού. «Μας ξεφτιλίζεις.
Η θεία Ευγενία ήδη κάτι υπονόησε.
Στη γειτονιά μιλάνε.» Αυτό τους ένοιαζε.
Η θεία Ευγενία, ο κάτω απ' τον τρίτο, η κυρία που τινάζει τα χαλιά και ξέρει τα πάντα.
Όχι εγώ που γυρνούσα σε σπίτι κρύο.
Όχι εγώ που είχα φτάσει να ανοίγω την τηλεόραση μόνο για να ακούγεται μια φωνή.
Τις επόμενες εβδομάδες έγινε κόλαση. Ο Κώστας άρχισε να έρχεται σπίτι απροειδοποίητα, λες και θα με έπιανε επ' αυτοφώρω. Η Μαρία μου μιλούσε κοφτά.
Μου είπε μάλιστα μια μέρα, σχεδόν ψιθυριστά, λες και ντρεπόταν και η ίδια: «Σε αυτή την ηλικία, τι ανάγκη το έχεις; Κάτσε ήσυχα.
Να τιμάς τον πατέρα μας.» Την κοίταξα και δεν την αναγνώρισα. «Να κάτσω να περιμένω τι; Να πεθάνω;» Εκεί θύμωσε. «Μην το γυρνάς στο δράμα.» Στο δράμα.
Έτσι το είπε.
Λες και δεν ήταν δράμα να τρως μόνη σου κάθε μεσημέρι τέσσερα χρόνια.
Λες και δεν ήταν δράμα να σου μιλάνε τα παιδιά σου σαν να είσαι ανήλικη που δεν ξέρει τι κάνει. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους