Αν μπορούσα να συναντήσω όλους τους ανθρώπους από τους οποίους κατάγομαι, θα ήθελα απεγνωσμένα να ακούσω τις ιστορίες τους, ακόμη κι αν όσα μάθαινα άλλαζαν για πάντα τον τρόπο με τον οποίο...
Αν μπορούσα να συναντήσω όλους τους ανθρώπους από τους οποίους κατάγομαι, θα ήθελα απεγνωσμένα να ακούσω τις ιστορίες τους, ακόμη κι αν όσα μάθαινα άλλαζαν για πάντα τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου.
Θα ήθελα να γνωρίσω τα μυστικά που πήραν μαζί τους στον τάφο, τους έρωτες που δεν έπρεπε να υπάρξουν, τις προδοσίες, τα εγκλήματα, τις αποφάσεις που καθόρισαν τη μοίρα ανθρώπων οι οποίοι γεννήθηκαν αιώνες αργότερα.
Πόσα από όσα θεωρούμε δικά μας κουβαλάμε χωρίς να μας ανήκουν πραγματικά; Πόσο βαθιά μπορεί να φτάνει η επιρροή ενός ανθρώπου στη ζωή κάποιου που δεν θα γνωρίσει ποτέ; Η Irene Solà, με το «Μάτια σου έδωσα κι εσύ κοίταξες το σκοτάδι», με έβαλε να σκεφτώ όλα αυτά, παρασύροντάς με σε έναν κόσμο τόσο αλλόκοτο, άγριο και σκοτεινά γοητευτικό, που πραγματικά δυσκολεύομαι να τον συγκρίνω με οτιδήποτε έχω διαβάσει τελευταία.
Στα απομονωμένα βουνά της Καταλονίας, η παλιά φάρμα Κλαβέλ κουβαλά αιώνες ιστορίας και μια κατάρα που περνά από γενιά σε γενιά.
Όλα ξεκινούν από τη Ζοάνα, μια γυναίκα που, αποφασισμένη να ξεφύγει από τη φτώχεια, τολμά να κάνει συμφωνία με τον ίδιο τον Διάβολο.
Μόνο που καταφέρνει να τον εξαπατήσει, προκαλώντας μια εκδίκηση που θα σημαδέψει τους απογόνους της. Η Μαργαρίδα, η Μπλάνκα, η Άνζελα και οι υπόλοιπες γυναίκες αυτής της παράξενης οικογένειας κουβαλούν η καθεμία τη δική της ιστορία, τις δικές της πληγές και ένα τίμημα που καμία δεν επέλεξε να πληρώσει.
Η αφήγηση εκτυλίσσεται μέσα σε ένα μόλις εικοσιτετράωρο, καθώς η υπέργηρη Μπερναδέτα βρίσκεται στο κατώφλι του θανάτου.
Οι νεκρές πρόγονοί της ετοιμάζουν ένα αλλόκοτο συμπόσιο για να την υποδεχτούν, ενώ οι ζωντανές γυναίκες συνεχίζουν να κατοικούν στον ίδιο κόσμο, κουβαλώντας το βάρος όσων προηγήθηκαν.
Μέσα από τις ιστορίες τους, τους απαγορευμένους έρωτες, τη βία, τις απώλειες και τις μικρές προσωπικές τους επαναστάσεις, ξεδιπλώνονται αιώνες οικογενειακής ιστορίας.
Το παρελθόν εισβάλλει διαρκώς στο παρόν και οι νεκροί αποκτούν σχεδόν την ίδια υπόσταση με τους ζωντανούς, σε έναν κόσμο όπου ακόμη και ο θάνατος αδυνατεί να διακόψει τους δεσμούς του αίματος. Η Solà γράφει με μια αχαλίνωτη φαντασία.
Η λαογραφία, οι παγανιστικές δοξασίες και ο μαγικός ρεαλισμός συνυπάρχουν με μια ωμή, σωματική πραγματικότητα.
Αίματα, εντόσθια, γέννες, θάνατοι, σεξουαλικότητα, βία και επιθυμία κατακλύζουν τις σελίδες, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα που άλλοτε προκαλεί αποστροφή και άλλοτε μια παράξενη, σχεδόν ανεξήγητη τρυφερότητα.
Η γλώσσα της είναι ορμητική, αισθησιακή, συχνά ανελέητη, σαν να ξεπηδά από τα ίδια τα σπλάχνα της γης, κουβαλώντας μαζί της τη μυρωδιά του αίματος, της υγρασίας και της αποσύνθεσης.
Περισσότερο όμως με συγκλόνισε ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει αυτές τις γυναίκες.
Γυναίκες που αγάπησαν, κακοποιήθηκαν, επαναστάτησαν, υποτάχθηκαν, επιθύμησαν, αμάρτησαν και πλήρωσαν για επιλογές άλλων.
Τα σημαδεμένα σώματά τους γίνονται φορείς μιας συλλογικής μνήμης, ενώ η ίδια η κατάρα αποκτά μια τρομακτικά ανθρώπινη διάσταση.
Δεν μπορούσα να μη σκεφτώ πόσες φορές κληρονομούμε ενοχές, φόβους και τραύματα που δεν προλάβαμε καν να κατανοήσουμε, πόσο συχνά επαναλαμβάνουμε τις ίδιες καταστροφικές συμπεριφορές πιστεύοντας ότι οι επιλογές μας είναι αποκλειστικά δικές μας.
Δεν πρόκειται για ένα εύκολο μυθιστόρημα, ούτε για μια ιστορία που επιδιώκει να γίνει αρεστή.
Απαιτεί να παραδοθείς στην ιδιόμορφη λογική του, να αποδεχτείς την ασχήμια, την υπερβολή και τη σκληρότητά του.
Προσωπικά, με γοήτευσε αυτή η ανεξέλεγκτη αφηγηματική τόλμη, η άρνηση της Solà να εξωραΐσει την ανθρώπινη φύση.
Πέρα όμως από την αγριότητα και την αλλόκοτη ομορφιά αυτού του μυθιστορήματος, η σκέψη μου επιστρέφει αναπόφευκτα στους ανθρώπους που προηγήθηκαν από εμάς και στις αθέατες πλευρές της ζωής τους που εξακολουθούν να επηρεάζουν τη δική μας.
Στις πληγές που κληροδοτούνται, στις ενοχές που μεταφέρονται από γενιά σε γενιά και στις αποφάσεις που αφήνουν το αποτύπωμά τους ακόμη και αιώνες αργότερα.
Σκέφτομαι πως καμία γενιά δεν θα έπρεπε να γεννιέται καταδικασμένη να εξοφλήσει τα χρέη της προηγούμενης.
Κάθε άνθρωπος αξίζει την ευκαιρία να γράψει τη δική του ιστορία, χωρίς να είναι αιχμάλωτος εκείνων που προηγήθηκαν. Rate: 4, 5 / 5 ⭐
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους