Ο άνθρωπος, που έγινε προσευχή. Σε ένα μικρό χωριό, ζούσε ένας άνθρωπος, που τον έλεγαν κυρ - Στέργιο. Δεν ήταν πλούσιος, ούτε είχε σπουδαία αξιώματα. Είχε όμως μια καρδιά, που χωρούσε μέσα της, τον...
Ο άνθρωπος, που έγινε προσευχή. Σε ένα μικρό χωριό, ζούσε ένας άνθρωπος, που τον έλεγαν κυρ - Στέργιο.
Δεν ήταν πλούσιος, ούτε είχε σπουδαία αξιώματα.
Είχε όμως μια καρδιά, που χωρούσε μέσα της, τον πόνο των άλλων.
Κάθε πρωί, πριν ακόμη ανοίξει το μικρό του μαγαζί, περνούσε από το σπίτι, μιας ηλικιωμένης γυναίκας, για να της αφήσει λίγο ψωμί.
Στον γείτονα, που είχε χάσει την γυναίκα του, χτυπούσε την πόρτα, όχι για να του πει, μεγάλα λόγια παρηγοριάς, αλλά για να καθίσει μαζί του, και να μοιραστεί τη σιωπή του.
Και όταν έβλεπε ένα παιδί, μόνο στον δρόμο, σταματούσε για να το ρωτήσει, πώς ήταν η μέρα του.
Οι άνθρωποι τον αγαπούσαν, μα κάποιοι τον θεωρούσαν αφελή.
Κυρ - Στέργιο, του είπε κάποτε ένας νεαρός, δεν κουράστηκες, να ασχολείσαι με όλους; Ο καθένας, έχει τα προβλήματά του.
Γιατί να φορτώνεσαι και των άλλων; Ο κυρ - Στέργιος, άφησε αργά το ποτήρι, που κρατούσε, και τον κοίταξε με καλοσύνη.
Παιδί μου, όταν ήμουν στην ηλικία σου, πίστευα πως η ευτυχία, βρίσκεται σε όσα θα αποκτήσω.
Έτρεχα, να προλάβω την ζωή, να κερδίσω, να φτάσω πιο ψηλά.
Ώσπου μια μέρα, ένας άνθρωπος που πονούσε, μου ζήτησε να καθίσω δίπλα του.
Δεν μου ζήτησε χρήματα, ούτε λύση.
Μου ζήτησε μόνο, να μην είναι μόνος.
Και τότε κατάλαβα κάτι.
Μερικές φορές, ο Θεός, δεν μας στέλνει, για να λύσουμε το πρόβλημα του άλλου.
Μας στέλνει, για να μην το περάσει μόνος του.
Ο νέος σώπασε.
Από εκείνη την ημέρα, άρχισε να παρατηρεί τον κυρ - Στέργιο.
Έβλεπε, πως κάθε βράδυ, πριν κοιμηθεί, άναβε ένα μικρό καντήλι, μπροστά στις εικόνες, και προσευχόταν για ανθρώπους, που ίσως δεν γνώριζε κανείς άλλος.
Μια νύχτα, τον ρώτησε: Πώς ξέρεις, για ποιον πρέπει να προσευχηθείς; Ο γέροντας χαμογέλασε.
Δεν ξέρω, παιδί μου.
Λέω μόνο στον Χριστό: Κύριε, σήμερα πέρασα, δίπλα από πολλούς ανθρώπους.
Αν δεν κατάλαβα, τον πόνο κάποιου, δώσε μου αύριο μια δεύτερη ευκαιρία να τον δω. Πέρασαν τα χρόνια.
Ο κυρ - Στέργιος γέρασε, και κάποτε έφυγε, από αυτόν τον κόσμο.
Την ημέρα της κηδείας του, το χωριό γέμισε ανθρώπους.
Ήρθαν εκείνοι, που είχε βοηθήσει, εκείνοι που είχε ακούσει, αλλά και άνθρωποι, που δεν είχαν προλάβει, ποτέ να τον ευχαριστήσουν.
Ο νεαρός, που τώρα είχε γίνει άντρας, στάθηκε μπροστά στον τάφο του, και είπε χαμηλόφωνα: Νόμιζα, πως προσεύχομαι, όταν μιλώ στον Θεό.
Σήμερα κατάλαβα, πως προσεύχομαι, και όταν σκουπίζω, το δάκρυ ενός ανθρώπου, όταν κρατώ το χέρι, κάποιου που φοβάται, όταν σταματώ τον δρόμο μου, για να ακούσω μια πονεμένη καρδιά.
Από εκείνη την ημέρα, άρχισε να κάνει, όσα είχε μάθει από τον γέροντα.
Και σιγά σιγά, το χωριό άλλαξε.
Οι άνθρωποι, άρχισαν να χτυπούν τις πόρτες, ο ένας του άλλου, να ρωτούν, πώς είσαι; και να περιμένουν, πραγματικά την απάντηση.
Γιατί ο κυρ - Στέργιος δεν τους είχε αφήσει πλούτη.
Τους είχε αφήσει, κάτι πολύ πιο σπάνιο.
Την ικανότητα, να βλέπουν τον άνθρωπο, που στέκεται δίπλα τους.
Και τότε, έγινε φανερό, πως υπάρχουν άνθρωποι, που ακόμη, κι όταν φύγουν από την ζωή, συνεχίζουν να μιλούν.
Όχι με την φωνή τους, αλλά με την αγάπη, που δίδαξαν.
Γιατί ίσως, η πιο αληθινή προσευχή, δεν είναι μόνο εκείνη, που ανεβαίνει από τα χείλη μας, προς τον ουρανό, αλλά κι εκείνη, που κατεβαίνει, από την καρδιά μας, και γίνεται παρηγοριά για έναν άνθρωπο.
Και κάποιες φορές, η απάντηση του Θεού, στην προσευχή κάποιου, άλλου μπορεί να είναι, τα δικά μας χέρια. Πηγη: Εκ της συντακτικής ομάδας του: Ιερός Ναός Αγίου Κωνσταντίνου Κολωνού π. Αθανάσιος
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους