«Δώσε μου εκατό ευρώ και άσε τα πολλά-πολλά, γιατί εδώ μέσα εγώ πληρώνω!» φώναξε ο πατέρας μου, χτυπώντας την παλάμη του στο τραπέζι τόσο δυνατά που τινάχτηκε το μπιμπερό και το μωρό μου πετάχτηκε...
«Δώσε μου εκατό ευρώ και άσε τα πολλά-πολλά, γιατί εδώ μέσα εγώ πληρώνω!» φώναξε ο πατέρας μου, χτυπώντας την παλάμη του στο τραπέζι τόσο δυνατά που τινάχτηκε το μπιμπερό και το μωρό μου πετάχτηκε από τον ύπνο του κλαίγοντας.
Ένιωσα να μου κόβονται τα πόδια.
Ήταν τρεις το μεσημέρι, εγώ άυπνη για τρίτη συνεχόμενη νύχτα, με τα μαλλιά πιασμένα όπως όπως και το στήθος μου να πονάει από το θηλασμό, και εκείνος μύριζε τσίπουρο από μακριά.
Άπλωσα τα χέρια να πάρω τον μικρό από το ρηλάξ και τον κοίταξα χωρίς να μιλάω.
Αυτό τον εξόργισε περισσότερο. «Τι με κοιτάς έτσι; Σου ζητάω λεφτά, όχι το αίμα σου.» Το αίμα μου όμως ζητούσε.
Αυτό ακριβώς ένιωθα.
Έμενα στο διαμέρισμά του στα Πατήσια από τότε που γέννησα τον γιο μου, τον Στέλιο.
Ο πατέρας μου, ο Θανάσης, έλεγε σε όλους ότι μας «άνοιξε το σπίτι του». Η αλήθεια ήταν πως κοιμόμουν σε ένα παλιό δωμάτιο με ντουλάπα που μύριζε κλεισούρα, με το καρότσι διπλωμένο δίπλα στο κρεβάτι και μια λεκάνη με άπλυτα μωρουδιακά ρούχα στο πάτωμα.
Είχα μείνει σε άδεια μητρότητας, έπαιρνα ένα μικρό επίδομα, και αυτά τα χρήματα έφταναν ίσα ίσα για πάνες, γάλα, μωρομάντηλα, καμιά κρέμα αν τύχαινε να συγκαεί το μωρό.
Κι όμως, κάθε εβδομάδα, ο ίδιος χαμός. «Δεν έχεις να δώσεις κάτι για το ρεύμα; Για το σούπερ μάρκετ; Για μένα που σας κρατάω;» Στην αρχή του έδινα.
Είκοσι ευρώ, τριάντα, ό,τι μπορούσα.
Μετά κατάλαβα ότι δεν πήγαιναν ούτε σε λογαριασμούς ούτε σε φαγητό.
Πήγαιναν στο περίπτερο της γωνίας, στα μπουκάλια που έκρυβε κάτω από το νεροχύτη, στις άσκοπες βόλτες του που γύριζε όλο και πιο βαρύς, όλο και πιο νευρικός.
Και όταν δεν του έδινα, γινόταν άλλος άνθρωπος.
Η θεία μου η Βάσω μού έλεγε συνέχεια το ίδιο τροπάρι. «Κάνε υπομονή, κορίτσι μου.
Πατέρας σου είναι.
Έχει τα θέματά του, αλλά πού θα πας μόνη με παιδί; Ο κόσμος είναι σκληρός.» Σκληρός; Σαν τι; Σαν να θηλάζω μέσα στη νύχτα και να ακούω τον πατέρα μου να παραπατάει στο διάδρομο, να βρίζει μόνος του και να χτυπάει πόρτες; Σαν να σφίγγομαι κάθε φορά που το μωρό κλαίει, μην εκνευριστεί και αρχίσει τις φωνές; Σαν να ανοίγω το ψυγείο και να βρίσκω μόνο μισή ντομάτα, λίγες ελιές και μια μπύρα; Μια μέρα γύρισα από το φαρμακείο και τον βρήκα να ψάχνει στην τσάντα μου. «Τι κάνεις;» του είπα.
Δεν ντράπηκε καν. «Έψαχνα ψιλά.» «Μέσα στην τσάντα μου;» «Μη μου κάνεις και ανάκριση μέσα στο σπίτι μου.» Τότε κατάλαβα ότι δεν ήταν μόνο το ποτό.
Ήταν πως δεν έβλεπε ούτε εμένα ούτε το παιδί σαν ανθρώπους που χρειάζονται ηρεμία.
Μας έβλεπε σαν βάρος και ταυτόχρονα σαν πορτοφόλι.
Αυτή η αντίφαση με τρέλαινε.
Το χειρότερο έγινε ένα βράδυ που ο Στέλιος είχε πυρετό.
Τον κρατούσα αγκαλιά, είχα βάλει θερμόμετρο, περίμενα να πέσει λίγο για να αποφασίσω αν θα πάω εφημερεύον, και ο πατέρας μου μπήκε στο δωμάτιο φωνάζοντας γιατί δεν του είχα αφήσει λεφτά πάνω στο ψυγείο. «Το παιδί καίει!» του είπα. «Δεν βλέπεις;» Στάθηκε στην πόρτα, θολωμένος, και μου πέταξε: «Όλο δικαιολογίες είσαι από τότε που γέννησες.» Αυτό ήταν.
Δεν ούρλιαξα.
Δεν έσπασα τίποτα.
Απλώς ένιωσα μέσα μου κάτι να παγώνει.
Εκείνο το ήσυχο, επικίνδυνο πάγωμα που έρχεται όταν τελειώνει η ανοχή.
Το επόμενο πρωί πήρα τηλέφωνο τη φίλη μου τη Μαρία από τον Κολωνό.
Της τα είπα όλα κλαίγοντας, με κομμένη ανάσα. «Έλα σε μένα για λίγες μέρες», μου είπε χωρίς δεύτερη σκέψη. «Και μετά βρίσκουμε άκρη.
Μη μείνεις άλλο εκεί.» Φοβόμουν.
Όχι μόνο για τα λεφτά.
Φοβόμουν τα σχόλια, τα τηλέφωνα, τις τύψεις που θα μου φόρτωναν. Και φυσικά ήρθαν. 📎 Διάβασε τη συνέχεια στο σχόλιο 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους