«Ως επαναστάτες, αυτό που επιδιώκετε είναι ένας αφέντης. Θα τον έχετε!»* * Αν ο Ζακ Λακάν ζούσε σήμερα, δεν θα χρειαζόταν καν να ξαναπεράσει από το πανεπιστήμιο της Βενσέν· θα του αρκούσε να καθίσει...
«Ως επαναστάτες, αυτό που επιδιώκετε είναι ένας αφέντης. Θα τον έχετε!»* * Αν ο Ζακ Λακάν ζούσε σήμερα, δεν θα χρειαζόταν καν να ξαναπεράσει από το πανεπιστήμιο της Βενσέν· θα του αρκούσε να καθίσει σε ένα παρισινό μπιστρό με δωρεάν Wi-Fi και να παρακολουθήσει τους «αδιάλλακτους» επαναστάτες του TikTok να διαπραγματεύονται με το delivery ποια εφαρμογή θα τους φέρει vegan κρουασάν στη μέση του οδοφράγματος και, φυσικά, με δυνατότητα παρακολούθησης της παραγγελίας σε πραγματικό χρόνο, γιατί η επανάστα (sic!) μπορεί να περιμένει, αλλά το αβοκάντο μαυρίζει... Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι επαναστάτες του καιρού μας απέκτησαν ανέσεις.
Είναι ότι μετέτρεψαν την άρνηση του συστήματος σε ακόμη ένα καταναλωτικό του προϊόν.
Η εξέγερση έγινε lifestyle, η ανυπακοή προσωπικό brand και η ανατροπή του καπιταλισμού ένα ακόμη ψηφιακό σεμινάριο αυτοβελτίωσης, με συνδρομή και δυνατότητα ακύρωσης ανά πάσα στιγμή.
Ο παλιός επαναστάτης ήθελε να καταλάβει το εργοστάσιο.
Ο καινούργιος θέλει να κατανοήσει τον αλγόριθμο.
Ο πρώτος διακινδύνευε τη δουλειά του· ο δεύτερος διακινδυνεύει την απήχησή του στους φόλοουερς.
Και ενώ ο ένας αναρωτιόταν πώς θα καταργήσει την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο αλλά όχι το αντίστροφο, ο άλλος εξετάζει αν η ανάρτησή του για την εκμετάλλευση έχει αρκετά καλή αισθητική, αν το μαύρο φόντο είναι αρκετά μαύρο και αν η παραπομπή στον Γκυ Ντεμπόρ θα λειτουργήσει καλύτερα ως λεζάντα ή ως καρουζέλ επτά διαφανειών. Ο Γκυ Ντεμπόρ θα έβλεπε το θέαμα να έχει καταπιεί ακόμη και την καταγγελία του θεάματος. Ο Μαρκούζε θα αναγνώριζε την καταναλωτική ενσωμάτωση της άρνησης.
Και ο Λακάν, με εκείνο το αινιγματικό χαμόγελο που θα έκανε τους παριστάμενους να αισθάνονται ανεπαρκώς αναλυμένοι, θα σημείωνε ότι ο σύγχρονος επαναστάτης δεν επιθυμεί απλώς την απελευθέρωσή του.
Επιθυμεί να αναγνωριστεί ως κάποιος που επιθυμεί την απελευθέρωση! Εδώ βρίσκεται το αληθινό αριστούργημα της ύστερης καταναλωτικής κοινωνίας: δεν χρειάζεται πλέον να καταστείλει την εξέγερση.
Αρκεί να της εξασφαλίσει κοινό, χορηγό και ένα κουμπί κοινοποίησης.
Το σύστημα δεν φοβάται εκείνον που το βρίζει, εφόσον το βρισίδι του παράγει επισκεψιμότητα.
Δεν ανησυχεί για εκείνον που αποκαλεί τον καπιταλισμό τέρας, εφόσον αγοράζει το μπλουζάκι με το πρόσωπο του Τσε και βάρα (sic!) από εταιρεία που αναθέτει την παραγωγή της σε εργοστάσια με μισθούς πείνας που τελειώνουν τη 10η του μηνός και μετά οι προλετάριοι πεθαίνουν και μετά ανασταίνονται και φτου ξανά κι από την αρχή... Και ασφαλώς δεν απειλείται από την επαναστατική συνείδηση που καταναλώνει την πολιτική της ταυτότητα σε δόσεις των δεκαπέντε δευτερολέπτων.
Η αγορά δεν πουλάει πλέον μόνο εμπορεύματα.
Πουλάει και την ηθική υπεροχή εκείνου που τα καταγγέλλει.
Μπορείς να είσαι αντισυστημικός με πιστωτική κάρτα, αντικαπιταλιστής με premium συνδρομή και εχθρός της πατριαρχίας με ένα προσωπικό προφίλ που λειτουργεί ως μικρό αυταρχικό καθεστώς: εσύ ο ηγεμόνας, οι ακόλουθοι υπήκοοι, τα likes η λαϊκή επικύρωση και το block η εξορία.
Η διαφορά από τις παλιές εξουσίες είναι ότι τώρα ο μονάρχης θεωρεί τον εαυτό του απελευθερωμένο επειδή επέλεξε μόνος του το φίλτρο με το οποίο θα φωτογραφηθεί.
Και τότε εμφανίζεται ο Ζακ Λακάν για να μας θυμίσει το δυσάρεστο: η επιθυμία δεν είναι ποτέ τόσο αθώα όσο ισχυρίζεται ο φορέας της.
Πίσω από την κραυγή «κανένας αφέντης» μπορεί να κρύβεται η επιθυμία για έναν αφέντη που θα επικυρώνει διαρκώς την ορθότητα της κραυγής.
Πίσω από την καταγγελία της εξουσίας, η λαχτάρα να αποκτήσει κανείς τη δική του μικρή εξουσία.
Πίσω από την απόρριψη της ιεραρχίας, η αγωνία να βρίσκεται κανείς στην κορυφή μιας άλλης, ηθικά ανώτερης ιεραρχίας, όπου οι υπόλοιποι θα βαθμολογούνται με βάση την καθαρότητα του λεξιλογίου τους και την ορθότητα των αντωνυμιών τους.
Η επανάστα, άλλωστε, έχει κι αυτή το δικό της casting.
Χρειάζεται πρόσωπα, ρόλους, κομπάρσους, προδότες και έναν σκηνοθέτη που θα επιμένει ότι δεν υπάρχει σκηνοθέτης.
Όποιος θέτει το ερώτημα «και μετά τι;» αντιμετωπίζεται ως ύποπτος.
Όποιος ρωτά ποιος θα ασκήσει την εξουσία την επόμενη ημέρα κατηγορείται ότι δεν έχει καταλάβει πως η εξουσία είναι παντού.
Και όποιος τολμά να επισημάνει ότι η καταστροφή μιας ιεραρχίας δεν εγγυάται την απουσία μιας καινούργιας, διαπιστώνει ότι η ελευθερία του λόγου είναι απολύτως σεβαστή, αρκεί να μην ασκείται προς τη λάθος κατεύθυνση.
Αυτή είναι η μικρή μας βενσενική τραγωδία: όσοι ήθελαν να καταργήσουν τον αφέντη ανακάλυψαν ότι η απουσία αφέντη τους προκαλεί υπαρξιακό ίλιγγο.
Κι έτσι τον επανέφεραν με άλλο όνομα.
Δεν τον λένε πια πατέρα, κόμμα, κράτος ή καθηγητή.
Τον λένε κοινότητα, αλγόριθμο, συλλογική ευαισθησία, πολιτική ορθότητα ή ιστορική αντιιμπεριαλιστική προπάντος αναγκαιότητα.
Η ουσία, ωστόσο, παραμένει απολαυστικά αναλλοίωτη: κάποιος πρέπει να αποφασίζει ποιος είναι καθαρός, ποιος είναι ένοχος και ποιος δικαιούται να μιλήσει.
Και κάπως έτσι, το οδόφραγμα μετατρέπεται σε γραφείο εξυπηρέτησης πελατών της επανάστασης.
Ο επαναστάτης καταθέτει αίτημα για έναν καλύτερο κόσμο, επισυνάπτει δύο θεωρητικές παραπομπές και περιμένει έγκριση από την επιτροπή ηθικής συμμόρφωσης.
Αν το αίτημα απορριφθεί, δεν αναθεωρεί τη θεωρία του.
Αλλάζει κοινότητα.
Όσο για τη Μαρίν, δεν χρειάζεται να ξυρίσει κανέναν χιτλερικό μύστακα στο μουνί της (εντάξει, στο εφήβαιο!) για να αναδειχθεί η ειρωνεία της εποχής.
Η ακροδεξιά δεν χρειάζεται να μεταμφιεστεί σε επανάσταση όταν οι αντίπαλοί της έχουν αρχίσει να συγχέουν την πολιτική με την τελετουργική επίδειξη της ηθικής τους καθαρότητας.
Αρκεί να περιμένει.
Να αφήσει τους αντιπάλους της να αναλώνονται σε εμφύλιους πολέμους συμβόλων, ενώ εκείνη επενδύει στην πολύ πιο πεζή τέχνη της οργάνωσης, της πειθαρχίας και της κατάκτησης θεσμών. Η Ιστορία, αυτή η χοντροκομμένη πραγματικότητα που αρνείται να συμμορφωθεί με τα αισθητικά πρότυπα του διαδικτύου, δεν απονέμει την εξουσία σε εκείνον που διαθέτει την καλύτερη ανάλυση.
Την απονέμει συχνά σε εκείνον που διαθέτει την αποτελεσματικότερη οργάνωση, το ανθεκτικότερο δίκτυο και τη μεγαλύτερη ικανότητα να μετατρέπει τη δυσαρέσκεια σε πολιτική δύναμη.
Και τότε οι επαναστάτες ανακαλύπτουν ότι η ιστορική ήττα τους δεν συνοδεύεται καν από αξιοπρεπή επιτάφιο.
Συνοδεύεται από ένα βίντεο με θλιμμένη μουσική, μια ανάρτηση για την άνοδο του φασισμού και ένα τελευταίο σχόλιο: «Δεν είμαστε ακόμη έτοιμοι ως κενωνία». Πράγματι.
Δεν είμαστε έτοιμοι.
Αλλά το delivery είναι ήδη καθ’ οδόν.
Και ο αφέντης, αγαπητοί μου, δεν χρειάζεται πλέον να κρατάει μαστίγιο.
Αρκεί να κρατάει τα δικαιώματα διαχειριστή.
Η επανάσταση θα μεταδοθεί ζωντανά.
Όμως τα σχόλια θα είναι απενεργοποιημένα. * Και κάπου εδώ εισβάλλει στη σκηνή και η ισλαμολάγνα αριστερά, αυτό το αξιοθαύμαστο παράδοξο της ύστερης δυτικής διανόησης: άνθρωποι που έχουν περάσει χρόνια καταγγέλλοντας την πατριαρχία, την ομοφοβία, τον θρησκευτικό συντηρητισμό και την καταπίεση των γυναικών, ανακαλύπτουν ξαφνικά ότι ορισμένες μορφές καταπίεσης αποκτούν μια σχεδόν μεταφυσική ασυλία όταν περιβάλλονται από τη φωτοστέφανο της αντιδυτικής και αντισημιτικής αντίστασης.
Είναι η στιγμή που ο φεμινισμός βάζει υποσημείωση στον εαυτό του, η κοσμικότητα ζητάει συγγνώμη για την ύπαρξή της και ο Διαφωτισμός περνάει από επιτροπή δεοντολογίας προκειμένου να εξακριβωθεί μήπως η υπεράσπιση της ελευθερίας της σκέψης συνιστά, υπό συγκεκριμένες γεωπολιτικές συνθήκες, μορφή πολιτισμικού ιμπεριαλισμού.
Η λογική είναι αριστουργηματικά απλή: αν μια γυναίκα καταπιέζεται από έναν δυτικό θεσμό, η καταπίεσή της αποτελεί απόδειξη της πατριαρχίας.
Αν καταπιέζεται από έναν σιιτικό θρησκευτικό θεσμό που βρίσκεται στην απέναντι πλευρά του γεωπολιτικού χάρτη, πρέπει πρώτα να εξετάσουμε αν η καταγγελία της αναπαράγει ισλαμοφοβικά στερεότυπα.
Αν μια ομοφυλόφιλη γυναίκα διώκεται από μια δυτική κοινωνία, η αλληλεγγύη είναι αυτονόητη.
Αν κινδυνεύει σε ένα περιβάλλον όπου η ομοφυλοφιλία αντιμετωπίζεται με θρησκευτική εχθρότητα, η αλληλεγγύη αποκτά ξαφνικά αστερίσκους, αστερίσκους που συνήθως καταλήγουν να καλύπτουν ολόκληρο το κείμενο.
Το εντυπωσιακό δεν είναι ότι υπερασπίζονται τους μουσουλμάνους από τον ρατσισμό.
Αυτό αποτελεί στοιχειώδη αντιρατσιστική υποχρέωση.
Το εντυπωσιακό είναι ότι ορισμένοι μετατρέπουν την υπεράσπιση των μουσουλμάνων σε επιλεκτική αναστολή της κριτικής απέναντι σε θρησκευτικές ιδεολογίες, τρομοκρατικά πολιτικά κινήματα και βάρβαρες θεοκρατικές αντιλήψεις.
Συγχέουν συστηματικά τον άνθρωπο με το δόγμα, τη μειονότητα με τους εκπροσώπους της, την καταπολέμηση των διακρίσεων με την υποχρέωση να αποσιωπούμε τις αντιφάσεις.
Και κάπως έτσι, ο μουσουλμάνος παύει να αντιμετωπίζεται ως αυτόνομο υποκείμενο με δικαίωμα να πιστεύει, να αμφισβητεί, να απορρίπτει ή να εγκαταλείπει τη θρησκεία του και μετατρέπεται σε γεωπολιτικό σύμβολο.
Ο άθεος μουσουλμανικής καταγωγής που επικρίνει τον ισλαμισμό γίνεται ενοχλητική υποσημείωση.
Η γυναίκα που απορρίπτει την υποχρεωτική θρησκευτική ενδυμασία κινδυνεύει να αντιμετωπιστεί ως πιόνι της δυτικής προπαγάνδας και της Μοσσάντ.
Ο ομοφυλόφιλος που καταγγέλλει τον θρησκευτικό συντηρητισμό καλείται, με την ευγένεια του ιδεολογικού ανακριτή, να προσέξει μήπως η μαρτυρία του αξιοποιηθεί από την ακροδεξιά.
Με άλλα λόγια, η χειραφέτηση ισχύει για όλους, αρκεί να μη διαταράσσει τη γεωπολιτική αφήγηση της ημέρας.
Εδώ ο Λακάν θα μπορούσε να απολαύσει ένα εξαιρετικό σεμινάριο πάνω στην επιθυμία του Άλλου.
Για ένα τμήμα της δυτικής ριζοσπαστικής αριστεράς, ο ισλαμισμός δεν αξιολογείται πάντοτε ως συγκεκριμένο πολιτικό και θρησκευτικό φαινόμενο, με τις δικές του δομές εξουσίας και τις δικές του αντιφάσεις.
Λειτουργεί ως ο Μεγάλος Άλλος της αντιδυτικής φαντασίωσης: ένας καθρέφτης μέσα στον οποίον η Δύση βλέπει τον εαυτό της ως αποκλειστικό ένοχο της Ιστορίας και κάθε αντίπαλό της ως εν δυνάμει φορέα απελευθέρωσης.
Δεν έχει σημασία αν ο υποτιθέμενος φορέας απελευθέρωσης επιθυμεί μια κοινωνία στην οποία οι γυναίκες, οι άθεοι και οι ομοφυλόφιλοι θα διαθέτουν λιγότερα δικαιώματα ή θα είναι νεκροί.
Σημασία έχει ότι αντιτίθεται στον αντίπαλο που η δυτική ριζοσπαστική συνείδηση έχει ήδη ανακηρύξει ως υπέρτατη πηγή του Κακού.
Η αντίθεση στον ιμπεριαλισμό μετατρέπεται έτσι σε ηθικό πλυντήριο, όπου ακόμη και οι πιο αντιδραστικές ιδέες μπορούν να βγουν με καθαρό πολιτικό ποινικό μητρώο, αρκεί να έχουν προηγουμένως περάσει από το πλυντήριο της αντιδυτικής ρητορικής.
Το αποτέλεσμα είναι μια πολιτική εκδοχή του συνδρόμου της Στοκχόλμης, με τη διαφορά ότι εδώ ο όμηρος δεν έχει απαχθεί από κάποιον συγκεκριμένο δεσμοφύλακα.
Έχει ερωτευτεί την εικόνα που κατασκεύασε ο ίδιος για τον δεσμοφύλακα του εχθρού του.
Και η ειρωνεία κορυφώνεται όταν οι ίδιοι άνθρωποι που αντιμετωπίζουν με απόλυτη καχυποψία κάθε επίκληση της εθνικής ταυτότητας στη Δύση αποδέχονται άκριτα πολιτισμικές ή θρησκευτικές αξιώσεις αυθεντικότητας όταν αυτές παρουσιάζονται ως έκφραση μιας καταπιεσμένης κοινότητας.
Η παράδοση γίνεται ύποπτη όταν είναι ευρωπαϊκή, αλλά δυνητικά χειραφετητική όταν είναι εξωευρωπαϊκή.
Η θρησκευτική εξουσία καταγγέλλεται όταν φοράει χριστιανικό ράσο, αλλά αν είναι σιιτική τότε αποκτά κοινωνιολογική ασυλία αφού εμφανίζεται ως έκφραση της μετααποικιακής αντίστασης.
Ο πολιτισμικός σχετικισμός, μεταμφιεσμένος σε ευαισθησία, καταλήγει έτσι να υπερασπίζεται όχι την ελευθερία των ανθρώπων να επιλέγουν τη ζωή τους, αλλά το δικαίωμα των κοινοτήτων να διατηρούν εξουσιαστικές πρακτικές χωρίς εξωτερική κριτική.
Και το χειρότερο: συχνά το κάνει στο όνομα εκείνων που υφίστανται αυτές τις πρακτικές στο πετσί τους, κυριολεκτικά, με το μαστίγιο των μουλάδων.
Αλλά ας μη βιαστούμε να συγχέουμε την κριτική του ισλαμισμού με την εχθρότητα προς τους μουσουλμάνους.
Αυτή η διάκριση είναι ακριβώς εκείνη που οφείλει να διατηρεί κάθε συνεπής οικουμενισμός.
Ο ρατσισμός κατά των μουσουλμάνων είναι απαράδεκτος.
Η κριτική του θρησκευτικού αυταρχισμού είναι αναγκαία.
Η αλληλεγγύη προς τους καταπιεσμένους δεν μπορεί να εξαρτάται από το αν οι καταπιεστές τους ανήκουν στο στρατόπεδο που βολεύει τη δική μας γεωπολιτική μυθολογία.
Γιατί, αν η χειραφέτηση είναι πράγματι οικουμενική, τότε δεν χρειάζεται διαβατήριο, θρησκευτική εξαίρεση ή πιστοποιητικό αντιιμπεριαλιστικής νομιμοφροσύνης.
Και αν η αριστερά χρειάζεται να κλείνει τα μάτια απέναντι στην καταπίεση για να αποδείξει ότι βρίσκεται στη σωστή πλευρά της Ιστορίας, ίσως το πρόβλημά της να μην είναι ότι έχασε τον δρόμο προς την επανάσταση.
Ίσως είναι ότι ερωτεύτηκε τόσο πολύ την εικόνα της ως απελευθερωτικής δύναμης, ώστε δεν αντέχει πλέον να κοιτάξει τι ακριβώς υπερασπίζεται.
Και ο αφέντης; Παραμένει στη θέση του.
Αλλά τώρα φοράει το κατάλληλο πολιτισμικό ένδυμα, επικαλείται την κατάλληλη ιστορική αδικία και απολαμβάνει την πολυτέλεια να μη χρειάζεται καν να υπερασπιστεί τον εαυτό του.
Θα το κάνουν γι' αυτόν οι αυτοδιορισμένοι δικηγόροι της χειραφέτησης, με την προϋπόθεση ότι δεν θα τους ζητήσει κανείς να εφαρμόσουν τις αρχές τους με συνέπεια.
Η πιο θλιβερή ήττα μιας χειραφετητικής πολιτικής δεν είναι να ηττηθεί από τον συντηρητισμό.
Είναι να υιοθετήσει τα δύο μέτρα και δύο σταθμά του, πιστεύοντας ότι έτσι πολεμά τον συντηρητισμό. * Βαρβαριστί: "En tant que révolutionnaires, vous cherchez un maître.
Vous l'aurez !", par Jacques Lacan, le 3 décembre 1969, απευθυνόμενος στους εξεγερμένους φοιτητές κατά τη διάρκεια μιας επεισοδιακής ομιλίας του στο Πανεπιστήμιο της Vincennes...
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους