Αναζητώντας το πάθος- Στη βιομηχανία διάσωσης σχέσεων που έχουν βαλτώσει, μια σταθερά επωδός είναι ότι όλα έγκεινται στην «αναζωογόνηση του πάθους». Στην πραγματική ζωή, σπάνια δουλεύει. Το πάθος δεν...
Αναζητώντας το πάθος- Στη βιομηχανία διάσωσης σχέσεων που έχουν βαλτώσει, μια σταθερά επωδός είναι ότι όλα έγκεινται στην «αναζωογόνηση του πάθους». Στην πραγματική ζωή, σπάνια δουλεύει.
Το πάθος δεν ανακαλείται εργαστηριακά.
Και συχνά η ίδια η προσπάθεια για την ανάκλησή του καταλήγει σε οριακά αμήχανα αποτελέσματα.
Στη φιέστα του ΠΑΣΟΚ στην επέτειο της 3ης Σεπτεμβρίου στο Ηράκλειο υπήρχαν όλα τα ορθόδοξα υλικά –μέχρι και ένα τρακτέρ– για μια συγκέντρωση «όπως παλιά». Δεν ήταν αυτό, αλλά μια γραφικότητα.
Ακόμη και όταν δεν είναι τόσο γκροτέσκα η εικόνα, όπως στα πρόσφατα γενέθλια της Νέας Δημοκρατίας ή ενδεχομένως στην αποψινή «πράσινη» γιορτή για το 1981, το αίσθημα που βασιλεύει είναι η αδιαφορία.
Είναι παράδοξο.
Τα κόμματα επενδύουν στην αυταξία τους και στο παρελθόν τους αναζητώντας εκεί τη σπίθα της αναζωπύρωσης του πάθους.
Αλλά αυτό απλώς δεν δουλεύει.
Το πρόβλημα νομίζω είναι κάτι απλό και συνάμα ζόρικο, που τα κόμματα κάνουν ή δεν μπορούν να δουν: η βαλτωμένη σχέση μεταξύ πολιτών και κομμάτων δεν σώζεται με τέτοια μαντζούνια.
Στο πρόσφατο άρθρο του Θανάση Καρτερού, η δημόσια αντιπαράθεση είχε στο επίκεντρό της τη χρήση της λέξης «βλάκας». Ομολογώ ότι δυσκολεύομαι να συμμεριστώ το γενικό κλίμα ευπρέπειας όταν αναλογίζομαι ότι υπουργοί της κυβέρνησης εκτοξεύουν, δίχως ανάλογη αποδοκιμασία, χαρακτηρισμούς όπως «ο βρωμερότερος των βρωμερών» –ο Αλέξης Τσίπρας κατά τον Aδωνι Γεωργιάδη– ή απαντούν στην κριτική στη Βουλή με το «είστε για τα μπάζα». Η δική μου έκπληξη έγκειται αλλού.
Κατά τον αρθρογράφο, το ζήτημα –είναι ή δεν είναι βλαξ;– απασχολεί «πλατείες και καφετέριες». Φαντάζομαι εξαρτάται από το πού συχνάζει κανείς.
Αλλά έχω την αίσθηση ότι δεν είναι ακριβώς έτσι.
Στις πλατείες και στις καφετέριες αυτά που απασχολούν τους ανθρώπους είναι βαθιά πολιτικά, αλλά η «πολιτική» συζήτηση έχει διαφορετικούς όρους σε σχέση με το παρελθόν.
Το όποιο κόμμα δεν είναι η αφετηρία της συζήτησης.
Η πολιτικοποίηση δεν μεταφράζεται –αυτoμάτως– σε κομματική ταύτιση ή καβγά για το όποιο κόμμα και τις επιλογές του.
Η λεπτομέρεια αυτή μοιάζει να διαφεύγει από την Αριστερά, η πορεία της οποίας στη μεταπολίτευση στηρίχθηκε στην πρωτοκαθεδρία του κόμματος.
Και αυτό το στέρεα εγκατεστημένο λογισμικό για τον τρόπο οργάνωσης και έκφρασης του πολιτικού οδηγεί σε μια ανάλογη αντίληψη για τους όρους της αντιπαράθεσης.
Στα τηλεοπτικά παράθυρα, οι εκπρόσωποι του ΠΑΣΟΚ και της ΕΛΑΣ σπάνια συζητούν για τη σχέση μεταξύ των δύο χώρων με κοινωνικούς όρους –θέλετε ή όχι τη φορολόγηση του πλούτου και αν ναι, πώς;– αλλά πρωτίστως μέσα από το ερώτημα ποιο κόμμα συνιστά τη «μόνη» εναλλακτική στη Δεξιά μέσα από τη λογική «αφού το λέω, έτσι είναι». Μπορεί να διακατέχονται από πάθος τη στιγμή εκείνη.
Αλλά η συζήτηση δεν αφορά αυτούς που την παρακολουθούν.
Κάπως όπως στην μπάλα.
Αν το ματς είναι σούπα, οι κοκορομαχίες των παικτών περνάνε και δεν ακουμπάνε, γιατί κανείς –εκτός από τα αρρωστάκια της μπάλας (ή της πολιτικής εδώ)– δεν αναγνωρίζει τι ακριβώς διακυβεύεται εκείνη τη στιγμή.
Στο πρόσφατο συνέδριο των Εργατικών, ο Aντι Μπέρναμ μίλησε με πάθος.
Τα μάτια του βούρκωσαν όταν αναφέρθηκε στον πατέρα του –που είχε πεθάνει εκείνες τις μέρες– και τη «θρησκευτική» του προσήλωση σε ένα κόμμα που με τις πολιτικές του επέτρεψε στα παιδιά του να ζήσουν μια καλύτερη ζωή από τη δική του, ενώ στο τέλος τραγούδησε την «Κόκκινη Σημαία». Αλλά αυτές οι συγκινησιακές αναφορές απέκτησαν βάρος επειδή η πολιτική που ακολουθεί έχει ανάλογο αξιακό περιεχόμενο. Ο Μπέρναμ ξεκινάει με μια τολμηρή παραδοχή: ότι οι κυβερνήσεις της χώρας –κυβερνήσεις στις οποίες ανήκε ο ίδιος– επί σαράντα χρόνια υπηρέτησαν αντικοινωνικές πολιτικές.
Και αυτή ακριβώς η παραδοχή τού επιτρέπει να εμφανίζεται ως ο φορέας ενός νέου υποδείγματος, όπου συγκεκριμένα μέτρα συνδυάζονται με ένα αξιακό όραμα για το μέλλον. Ο Μπέρναμ δεν υπόσχεται ότι «έτσι και αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη». Δείχνει έναν κεντρικό δρόμο σε μια βρετανική πόλη όπου βασιλεύουν ενεχυροδανειστήρια και στοιχηματζίδικα ως παράδειγμα της διάλυσης του κοινωνικού ιστού, αναγγέλλει μέτρα για την αναστροφή της κατάστασης και εντέλει κάνει λόγο για μια ζωή γύρω από την έννοια της κοινότητας και όχι του εμπορίου ελπίδας.
Εδώ το κόμμα δεν είναι αυτοσκοπός.
Είναι το μέσο.
Το παράδειγμα του Μπέρναμ είναι το τελευταίο σε μια σειρά προσώπων όπου η προοδευτική πολιτική ατζέντα μοιάζει να μπορεί να κινητοποιεί και να συγκινεί.
Δεν είναι ότι ο Πέδρο Σάντσεθ, ο Ζοράν Μαμντάνι, η Ελίφ Εράλπ ή ο Ζαν-Λικ Μελανσόν ανήκουν στην ίδια –με στενούς όρους– πολιτική ή ιδεολογική οικογένεια.
Η πολιτική τους όμως έχει ως κοινό παρονομαστή αναγνωρίσιμες θέσεις.
Συγκρουσιακές, κοινωνικές και αξιακές.
Στις χώρες τους οι άνθρωποι «στις πλατείες και στις καφετέριες», είτε συμφωνούν είτε διαφωνούν μαζί τους, μπορούν να προσδιορίσουν τι είναι αυτό που τους συγκινεί ή τους απωθεί: πλούτος και κατανομή του, στεγαστική κρίση, έλεγχος των δημοσίων αγαθών, μεταναστευτικό και στάση στο Παλαιστινιακό.
Σε αυτές τις διαιρετικές τομές της εποχής μας, εκπέμπουν κάτι το σαφές ως προς την επιθυμία τους.
Κάτι που πάνω-κάτω όλοι ξέρουμε ότι είναι μία –όχι η μόνη, αλλά αναγκαία– προϋπόθεση για να υπάρξει κάποιου είδους πάθος.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους