Κατά καιρούς, ιδιαίτερα στην προαγωνιστική περίοδο, έρχονται αθλητές και αθλούμενοι και μου ασκούν κριτική στο πρόγραμμα του προπονητή τους: «Έπρεπε να μου βάλει μεγαλύτερο long», «Δεν έπρεπε να με...
Κατά καιρούς, ιδιαίτερα στην προαγωνιστική περίοδο, έρχονται αθλητές και αθλούμενοι και μου ασκούν κριτική στο πρόγραμμα του προπονητή τους: «Έπρεπε να μου βάλει μεγαλύτερο long», «Δεν έπρεπε να με ξεκουράσει», «Έπρεπε να κάνω περισσότερα χιλιόμετρα». Πιθανολογώ ότι πίσω από αυτή τη συμπεριφορά αρκετές φορές κρύβεται ανασφάλεια και ανάγκη για επιβεβαίωση ή αποδοχή.
Μόνο που, για κακή τους τύχη, από εμένα δεν παίρνουν αυτό που περιμένουν.
Η απάντησή μου, άλλοτε ευγενική και άλλοτε λιγότερο, είναι συνήθως η ίδια: «Για να καταλάβω, μου κρίνεις τον προπονητή που εσύ ο ίδιος επέλεξες και εμπιστεύτηκες; Και δεύτερον, με ποιες γνώσεις και με ποια κριτήρια;». Για εμένα, η σχέση προπονητή και αθλητή είναι σχεδόν ιερή.
Μια σχέση εμπιστοσύνης, σεβασμού και κοινής προσπάθειας, πολλές φορές σχεδόν οικογενειακή.
Φυσικά, ο αθλητής έχει κάθε δικαίωμα να διαφωνήσει, να αμφισβητήσει ή ακόμη και να διακόψει τη συνεργασία του.
Άλλο όμως αυτό και άλλο να αναζητά από τρίτους την επιβεβαίωση ότι ο προπονητής του κάνει λάθος.
Το θεωρώ ζήτημα ηθικής απέναντι στον συνεργάτη του, όπως αντίστοιχα θεωρώ αντιδεοντολογικό και αντιεπαγγελματικό από τη δική μου πλευρά να συμμετέχω ή να ενθαρρύνω μια τέτοια διαδικασία.
Και εδώ προκύπτει ένα μεγαλύτερο ερώτημα: Πότε η σχέση προπονητή και αθλητή έγινε τόσο εύθραυστη; Πότε έχασε το κύρος και τον αμοιβαίο σεβασμό της; Και κυρίως, γιατί; Η δική μου απάντηση είναι ότι σταδιακά χάθηκε το ουσιαστικό περιεχόμενο και των δύο ιδιοτήτων.
Κάποτε ο προπονητής ήταν ο άνθρωπος που περνούσε ατελείωτες ώρες στα γήπεδα, στις προπονήσεις και στους αγώνες, αφήνοντας πίσω οικογένεια, προσωπικό χρόνο και υποχρεώσεις.
Έχτιζε τη γνώση και το κύρος του μέσα από σπουδές, εμπειρίες, επιτυχίες, αποτυχίες και προσωπικές θυσίες.
Σήμερα, με ένα πτυχίο ή ακόμη και χωρίς αυτό, μπορεί κάποιος να αυτοανακηρυχθεί προπονητής και να αντιμετωπίζει την προπονητική ως ένα συμπληρωματικό εισόδημα.
Αντίστοιχα, κάποτε ο αθλητής προπονούνταν συστηματικά ολόκληρο τον χρόνο για να συμμετάσχει σε έναν ή δύο αγώνες.
Σήμερα, σχεδόν με το «καλημέρα», κάποιος δηλώνει αθλητής, υπερμαραθωνοδρόμος ή ακόμη και υπεραθλητής.
Λες και η συμμετοχή σε έναν αγώνα αρκεί από μόνη της για να προσδώσει κύρος σε μια ιδιότητα.
Όταν όμως οι τίτλοι αποκτώνται τόσο εύκολα, χάνουν σταδιακά και το βάρος τους.
Δεν υποστηρίζω ότι οι προπονητές είναι υπεράνω κριτικής ούτε ότι οι αθλητές οφείλουν να υπακούν τυφλά.
Υποστηρίζω όμως ότι η εμπιστοσύνη, η συνέπεια, η ευθύνη και ο σεβασμός δεν μπορούν να ισχύουν επιλεκτικά.
Και κυρίως, ο σεβασμός ανάμεσα σε έναν προπονητή και έναν αθλητή δεν μπορεί να έχει ημερομηνία λήξης τη λήξη της συνεργασίας τους.
Αν εξαφανίζεται την επόμενη μέρα, αμφιβάλλω αν υπήρξε πραγματικά.
Γιατί ο τίτλος του προπονητή και του αθλητή δεν αρκεί να δηλώνεται.
Πρέπει να υπηρετείται.
Ναι, για κάποιους όλα αυτά ακούγονται σκληρά και απόλυτα. Και ναι, για αυτούς τους κάποιους, πραγματικά δεν με ενδιαφέρει.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους