ΕΙΧΑΜΕ ΑΓΑΠΗΘΕΙ ΤΟΣΟ Υπάρχουν ταινίες που τις βλέπεις και υπάρχουν ταινίες που σε κοιτάνε πίσω. Το «Είχαμε αγαπηθεί τόσο» ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Γιατί πρόκειται για έναν καθρέφτης που υψώνει ο...
ΕΙΧΑΜΕ ΑΓΑΠΗΘΕΙ ΤΟΣΟ Υπάρχουν ταινίες που τις βλέπεις και υπάρχουν ταινίες που σε κοιτάνε πίσω.
Το «Είχαμε αγαπηθεί τόσο» ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.
Γιατί πρόκειται για έναν καθρέφτης που υψώνει ο Ετόρε Σκόλα μπροστά σε μια ολόκληρη γενιά, και της ψιθυρίζει: κοίτα τι έγινες, κοίτα πώς έγινες.
Κι εκείνη, αιφνιδιασμένη, αναγνωρίζει στο είδωλό της τα πρόσωπα τριών ανδρών που κάποτε πίστεψαν πως θα άλλαζαν τον κόσμο. Ο Σκόλα κρίνει χωρίς να καταδικάζει.
Ή για την ακκρίβεια θρηνεί.
Και θρηνεί με τον τρόπο του μεγάλου ιταλικού κινηματογράφου: με χιούμορ που πονάει, με νοσταλγία που δεν γίνεται ποτέ γλυκανάλατη, με μια κάμερα που γνωρίζει πότε να σταθεί διακριτικά πίσω από τους ήρωες και πότε να τους αφήσει να κοιτάξουν κατάματα τον φακό, σαν να ζητούν από εμάς, τους θεατές του μέλλοντος, μια άφεση που δεν μπορούμε να δώσουμε. Ο Τζιάνι, ο Νικόλα και ο Αντόνιο ξεκινούν ως «αδέλφια στην Αντίσταση», δεμένοι με όρκους που μυρίζουν μπαρούτι και ουτοπία.
Τριάντα χρόνια αργότερα ο ένας έχει γίνει ευκατάστατος δικηγόρος με βρόμικα χέρια, ο άλλος ένας διανοούμενος που η ιδεολογία του τον άφησε μόνο και άνεργο και ο τρίτος ένας νοσοκόμος που κουβαλά την αξιοπρέπεια της ταπείνωσης.
Στο κέντρο του τριγώνου τους, η Λουτσιάνα -μια μοιραία για όλους και για τον εαυτό της γυναίκα- που ήρθε από την επαρχία με όνειρα ηθοποιού και έγινε το σύμβολο όλων των ανεκπλήρωτων υποσχέσεων. Η Λουτσιάνα που είναι ο καθρέφτης όπου κάθε ήρωας βλέπει την πιο ειλικρινή, την πιο γυμνή εκδοχή του εαυτού του. Ο Βιτόριο Γκάσμαν μοιάζει να γεννήθηκε για να ενσαρκώσει τον διεφθαρμένο δικηγόρο, ο Μανφρέντι τον ταπεινό νικητή.
Όμως είναι ο Ατζε και ο Σκαρπέλι, με το σενάριό τους που δίνουν στον Σκόλα την ευκαιρία να αξιοποιήσει όλους τους πρωταγωνιστές -μαζί και μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα του ιταλικού σινεμά -τον Βιτόριο ντε Σίκα αλλά και τον Φελίνι με τον Μαστρογιάνι στην πιο διάσημη σκηνή της Ντόλτσε Βίτα.
Εκεί, στη «γλυκιά ζωή» η Λουτσιάνα -Σαντρέλι, πλησιάζει το όνειρό της αλλά τελικά παραμένει μια κομπάρσα αναζητώντας την ευκαιρία που δεν θα έρθει ποτέ.
Η σκηνοθεσία του Σκόλα είναι μια ποιητική της φθοράς.
Χρησιμοποιεί το ασπρόμαυρο για τα χρόνια της νιότης και το χρώμα για την εποχή της προσαρμογής, σαν να λέει πως τα όνειρα ανήκουν στο μονόχρωμο παρελθόν και η ζωή είναι καταδικασμένη στην πολυχρωμία του συμβιβασμού -στο χρώμα του σινεμά και στο χρώμα τους χρήματος.
Τα φλας μπακ στα έμπειρα χέρια του γίνονται ρωγμές στον χρόνο απ’ όπου διαρρέει η πίκρα.
Κι εκείνη η φράση που έγινε «μάντρα» της γενιάς του ’70: «Θέλαμε να αλλάξουμε τον κόσμο όμως ο κόσμος άλλαξε εμάς». Είναι επιτάφιος της μεγάλης γενιάς της αντίστασης.
Ομως, το μεγαλείο της ταινίας βρίσκεται στην άρνησή της να αφήσει τον θεατή στο κενό. Ο Σκόλα αγαπά τους ήρωές του ακόμα κι όταν τους βλέπει να χάνονται.
Τους αφήνει να γελάσουν, να παρεξηγηθούν, να προδοθούν και να προδώσουν αλλά ποτέ δεν τους στερεί την ανθρωπιά τους.
Η ταινία ειπώθηκε πως είναι «ένας θρήνος για τον θάνατο του νεορεαλισμού» αφιερωμένο στον Βιτόριο ντε Σίκα που έφυγε κατά τη διάρκεια του μοντάζ.
Είναι σίγουρα ένας ύμνος στην ίδια την πράξη του να κοιτάς τον κόσμο και να τον αφηγείσαι ακόμα κι όταν η αφήγηση είναι οδυνηρή.
Στο τελευταίο κάδρο, όταν οι τρεις φίλοι ξανασυναντιούνται και το παρελθόν στέκει ανάμεσά τους σαν αόρατος τέταρτος ο Σκόλα αποφεύγει το μελό.
Μας ζητάει μόνο να θυμηθούμε.
Γιατί το «Είχαμε αγαπηθεί τόσο» δεν είναι μια ταινία για το τέλος των ψευδαισθήσεων.
Είναι μια ταινία για το θάρρος να συνεχίζεις να αγαπάς -τους ανθρώπους, τις ιδέες, τον κινηματογράφο- ακόμα κι όταν ξέρεις πια πως η αγάπη δεν αρκεί για να σώσει τον κόσμο. Αρκεί, ίσως, για να σώσει τη μνήμη του.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους