Η τελευταία έρευνα της Opinion Poll για το Action 24 σε 2.001 πολίτες αποτυπώνει τις ιδιαίτερες πολιτικές τάσεις στο λεκανοπέδιο, την ενισχυμένη παρουσία της Νέας Δημοκρατίας και της ΕΛ.Α.Σ., αλλά...
Η τελευταία έρευνα της Opinion Poll για το Action 24 σε 2.001 πολίτες αποτυπώνει τις ιδιαίτερες πολιτικές τάσεις στο λεκανοπέδιο, την ενισχυμένη παρουσία της Νέας Δημοκρατίας και της ΕΛ.Α.Σ., αλλά και τις αντιφάσεις ενός εκλογικού σώματος που ζητά αλλαγή χωρίς να έχει διαμορφώσει σαφή εναλλακτική κυβερνητική πρόταση. Η Αττική αποτελούσε πάντοτε έναν από τους σημαντικότερους δείκτες των πολιτικών εξελίξεων στη χώρα.
Σήμερα, όμως, η σημασία της είναι ακόμη μεγαλύτερη, καθώς οι μεταβολές στους κομματικούς συσχετισμούς, η κοινωνική δυσαρέσκεια και η αναζήτηση νέων πολιτικών εκφράσεων καθιστούν το λεκανοπέδιο προνομιακό πεδίο για την κατανόηση των ευρύτερων τάσεων.
Μην ξεχνάμε δε, ότι αναφερόμαστε σε μια περιοχή που συγκεντρώνει περίπου το 35%-36% του εκλογικού σώματος και εκλέγει '89 από τους 300 βουλευτές, δηλαδή σχεδόν το 30% της Βουλής.
Δεν πρόκειται, συνεπώς, για μια συνηθισμένη περιφερειακή δημοσκόπηση.
Πρόκειται για μια έρευνα σε έναν χώρο με εξαιρετικά μεγάλη εκλογική βαρύτητα, ο οποίος μπορεί να επηρεάσει αποφασιστικά την τελική έκβαση μιας εθνικής αναμέτρησης.
Η δυνατότητα σύγκρισης με την πανελλαδική έρευνα της ίδιας εταιρείας, που πραγματοποιήθηκε από τις 7 έως τις 12 Οκτωβρίου σε δείγμα 1.005 πολιτών, επιτρέπει μάλιστα να αναδειχθούν ορισμένες ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες διαφοροποιήσεις.
Ας δούμε όμως κάποια βασικά πολιτικά συμπεράσματα: 1. Το πρώτο σημαντικό συμπέρασμα αφορά τη Νέα Δημοκρατία Στην εκτίμηση ψήφου συγκεντρώνει 31,5% στην Αττική, έναντι 30,3% πανελλαδικά.
Η διαφορά των 1,2 ποσοστιαίων μονάδων δεν συνιστά από μόνη της απόδειξη μιας μεγάλης γεωγραφικής διαφοροποίησης, αποτυπώνει όμως μια ευνοϊκότερη εικόνα για το κυβερνών κόμμα στο μεγαλύτερο εκλογικό κέντρο της χώρας.
Η επίδοση αυτή αποκτά μεγαλύτερο πολιτικό ενδιαφέρον εάν συνεκτιμηθεί με το γενικότερο κλίμα δυσαρέσκειας.
Το 70% των ερωτηθέντων στην Αττική δηλώνει λίγο ή καθόλου ικανοποιημένο από την κυβερνητική πολιτική, ενώ το 74,8% θεωρεί ότι τα μέτρα αντιμετώπισης της ακρίβειας και της ενεργειακής κρίσης δεν είναι επαρκή.
Παράλληλα, το 62,3% τάσσεται υπέρ της πολιτικής αλλαγής, έναντι 32,4% που επιλέγει τη σταθερότητα και την επανεκλογή της κυβέρνησης.
Κι όμως, η Νέα Δημοκρατία διατηρεί καθαρό προβάδισμα 14,6 μονάδων από το δεύτερο κόμμα.
Εδώ βρίσκεται μια από τις βασικές αντιφάσεις της σημερινής πολιτικής συγκυρίας: η κυβερνητική φθορά δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε ενίσχυση μιας συγκεκριμένης εναλλακτικής πρότασης εξουσίας.
Η δυσαρέσκεια είναι εκτεταμένη, αλλά παραμένει πολιτικά κατακερματισμένη 2. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι επίσης η επίδοση της ΕΛ.Α.Σ., η οποία συγκεντρώνει 16,9% στην Αττική, έναντι 15,9% πανελλαδικά.
Η ενισχυμένη παρουσία της στο λεκανοπέδιο έχει πολιτική σημασία, καθώς υποδηλώνει ότι η απήχησή της δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένες γεωγραφικές ή κοινωνικές κατηγορίες.
Το σημαντικότερο, ωστόσο, είναι ότι καταγράφεται ως δεύτερη πολιτική δύναμη, με διαφορά 6,7 μονάδων από το ΠΑΣΟΚ στην Αττική.
Επιπλέον, το 36,9% των πολιτών εκτιμά ότι η ΕΛ.Α.Σ. θα καταλάβει τη δεύτερη θέση στις επόμενες εκλογές, έναντι 28,8% που προβλέπει το ίδιο για το ΠΑΣΟΚ.
Πρόκειται για ένα εύρημα που αφορά όχι μόνο την πρόθεση ψήφου αλλά και την παράσταση εκλογικής δυναμικής.
Η εδραίωση της αντίληψης ότι ένας νέος πολιτικός σχηματισμός μπορεί να καταλάβει τη δεύτερη θέση αποτελεί από μόνη της στοιχείο που επηρεάζει την πολιτική συζήτηση.
Βεβαίως, η παράσταση νίκης ή κατάταξης δεν ταυτίζεται με την εκλογική επιλογή.
Ωστόσο, δείχνει ότι ένα σημαντικό τμήμα της κοινής γνώμης αντιλαμβάνεται ήδη μια μεταβολή στην ιεραρχία των αντιπολιτευτικών δυνάμεων. 3. Το ΠΑΣΟΚ συγκεντρώνει 10,2% στην Αττική, έναντι 12,3% πανελλαδικά.
Η υστέρηση των 2,1 μονάδων αποτελεί ένδειξη αδυναμίας και εντοπισμένο πρόβλημα , αφού και στις Βουλευτικές εκλογές του 2023 και στις Ευρωεκλογές του 2024 είχε μονοψήφια ποσοστά και ήταν 4ο κόμμα κάτω από το Κ.Κ.Ε, σε μια περιοχή όπου η διεκδίκηση του κεντρώου και κεντροαριστερού ακροατηρίου έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ΚΚΕ, αντίθετα, εμφανίζει ελαφρώς υψηλότερη επίδοση στην Αττική, με 7,9% έναντι 7,2% πανελλαδικά.
Ωστόσο, η σύγκριση με προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις δείχνει υποχώρηση από το 11% των ευρωεκλογών του 2024.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ, που βρίσκεται στο 2% στην Αττική, έναντι 1,7% πανελλαδικά.
Το γεγονός ότι στις βουλευτικές εκλογές του 2023 είχε συγκεντρώσει 18,4% στην ίδια περιοχή αναδεικνύει το μέγεθος της αναδιάταξης στον χώρο της Κεντροαριστεράς.
Οι εξελίξεις αυτές δημιουργούν νέα δεδομένα στον ανταγωνισμό για την εκπροσώπηση των αντιπολιτευτικών ψηφοφόρων. 4. Η ιδιαίτερη κοινωνική φυσιογνωμία της Αττικής αναδεικνύεται και στην ιεράρχηση των προβλημάτων.
Η ακρίβεια και το κόστος ζωής αναφέρονται από το 66,6% των ερωτηθέντων.
Ακολουθούν τα χαμηλά εισοδήματα με 19,2%, η στέγαση και τα ενοίκια με 18,9% και το κυκλοφοριακό με 17,5%. Στην πανελλαδική έρευνα η ακρίβεια κυριαρχεί επίσης, με 59%. Η σύγκριση είναι ενδεικτική, καθώς οι δύο έρευνες χρησιμοποιούν διαφορετική διατύπωση και πλαίσιο ερώτησης.
Πάντως, η ανάδειξη της στέγασης και του κυκλοφοριακού στην Αττική υπογραμμίζει τις ιδιαίτερες πιέσεις που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά στο μεγαλύτερο αστικό κέντρο της χώρας.
Το κρίσιμο πολιτικό ζήτημα είναι ότι η οικονομική δυσαρέσκεια δεν έχει ακόμη αποκτήσει ενιαία κομματική κατεύθυνση. 5. Παρά τη φθορά της κυβέρνησης, ο Κυριάκος Μητσοτάκης διατηρεί σημαντικό προσωπικό πλεονέκτημα.
Το 38,5% τον θεωρεί καταλληλότερο για τη διαχείριση της εξωτερικής πολιτικής και της άμυνας, ενώ το 32,3% τον επιλέγει για την οικονομία και την ανάπτυξη.
Παράλληλα, το 60,2% εκτιμά ότι την τελευταία επταετία ενισχύθηκε η διεθνής και αμυντική θέση της χώρας.
Από την άλλη πλευρά, μόλις το 23,4% θεωρεί τον πρωθυπουργό καταλληλότερο για την αντιμετώπιση της ακρίβειας, ενώ το 30,9% απαντά «κανένας». Επομένως, η κυβερνητική υπεροχή είναι περισσότερο εμφανής στα ζητήματα ασφάλειας, διεθνούς παρουσίας και διακυβέρνησης και σαφώς ασθενέστερη στα ζητήματα καθημερινότητας.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εικόνα του Αλέξη Τσίπρα, τον οποίο το 28,2% θεωρεί ικανότερο να αντιμετωπίσει πολιτικά τον Κυριάκο Μητσοτάκη, έναντι 12% που επιλέγει τον Νίκο Ανδρουλάκη.
Ωστόσο, το 38,1% απαντά «κανένας», επιβεβαιώνοντας το σημαντικό έλλειμμα εμπιστοσύνης προς τις διαθέσιμες αντιπολιτευτικές επιλογές. 6. Το συνολικό συμπέρασμα είναι ότι η Αττική αποτυπώνει με ιδιαίτερη ένταση τις αντιφάσεις της σημερινής πολιτικής συγκυρίας. Η Νέα Δημοκρατία εμφανίζεται ανθεκτική παρά την κυβερνητική φθορά. Η ΕΛ.Α.Σ. καταγράφει αξιοσημείωτη δυναμική. Το ΠΑΣΟΚ έχει δρόμο να μετατρέψει τη δυσαρέσκεια σε εκλογική επιρροή, ενώ ο κατακερματισμός της αντιπολίτευσης συνεχίζεται.
Η μεγάλη έρευνα των 2.001 πολιτών προσφέρει μια ουσιαστική βάση για την κατανόηση αυτών των εξελίξεων, χωρίς βεβαίως να επιτρέπει την αυτόματη μεταφορά των σημερινών ποσοστών σε μελλοντικά εκλογικά αποτελέσματα.
Σε μια περιοχή που εκλέγει 89 βουλευτές, ακόμη και περιορισμένες μεταβολές των πολιτικών συσχετισμών μπορούν να αποκτήσουν καθοριστική σημασία για τη σύνθεση της επόμενης Βουλής.
Το μήνυμα της Αττικής είναι σαφές: η κοινωνική απαίτηση για αλλαγή είναι ισχυρή, αλλά η πολιτική μάχη θα κριθεί από το ποιος θα καταφέρει να τη μετατρέψει σε πειστική κυβερνητική προοπτική.
Και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη πρόκληση τόσο για την κυβέρνηση όσο και για την αντιπολίτευση στον δρόμο προς τις επόμενες εκλογές.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους