[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

Αφορμή για την παρακάτω μίνι ιστοριούλα, το νέο βιβλίο της Θάλειας Σαμαρά με τίτλο «ENTIA MUNDI - Μια Έρευνα για τα Έτερα Πλάσματα» από τις Εκδόσεις Άλλωστε. Link του βιβλίου, στο πρώτο σχόλιο. 🎃 Ο...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Αφορμή για την παρακάτω μίνι ιστοριούλα, το νέο βιβλίο της Θάλειας Σαμαρά με τίτλο «ENTIA MUNDI - Μια Έρευνα για τα Έτερα Πλάσματα» από τις Εκδόσεις Άλλωστε.

Link του βιβλίου, στο πρώτο σχόλιο. 🎃 Ο Γιάννης ήταν από τους τύπους που δεν πίστευε σε τίποτα που δεν μπορούσε να εξηγηθεί.

Όχι από τους τόσο ενοχλητικούς που σου αναλύουν επί σαράντα ολόκληρα λεπτά γιατί το φάντασμα που είδες ήταν διάθλαση του φωτός και στο τέλος σε κάνουν να μετανιώνεις την ώρα και τη στιγμή που τους μίλησες.

Απλώς, δεν πίστευε.

Φαντάσματα, ξωτικά, Νηρηίδες, Μόρες, καλικάντζαροι, στοιχειά… όλα ειχαν την εξήγηση τους.

Ηταν παλιές ιστορίες ανθρώπων γεμάτες με δεισιδαιμονίες που φοβόντουσαν το σκοτάδι και το γέμιζαν με αλλόκοτα πλάσματα για όσα δεν μπορούσαν να καταλάβουν. «Ο άνθρωπος, δε φοβάται το σκοτάδι», έλεγε. «Φοβάται μη και δεν είναι μόνος του στο σκοτάδι». Και το έλεγε με μεγάλη σιγουριά.

Μέχρι εκείνο το βράδι.

Είχε χαθεί σε έναν επαρχιακό δρόμο, επιστρέφοντας από ένα χωριό.

Το κινητό του δεν είχε σήμα, και το gps δεν ήταν ενημερωμένο.

Σταμάτησε να τσεκάρει μήπως πρέπει να ενημερώσει τους χάρτες της διαδρομής, βγάζοντας αλάρμ σε ένα σημείο που ήταν πιο πλατύς ο δρόμος και επέτρεπε να σταματήσεις για λίγο.

Γύρω του απλωνόταν ένα δάσος.

Κοίταξε την ώρα στο ρολόι του κινητού του, 00.47 έγραφε.

Και ξαφνικά, είδε ένα λαμπάκι αναμμένο στο ταμπλό του αυτοκινήτου. «Α ωραία» μουρμούρισε.

Βγήκε από το αυτοκίνητο και άνοιξε το καπό, παρόλο που οι μηχανικές γνώσεις του περιορίζονταν στο ότι κάπου εκεί μέσα βρισκόταν ο κινητήρας.

Σκέφτηκε μήπως θέλει απλά νερό το ψυγείο, μήπως απλά υπερθερμάνθηκε, αλλά και πάλι το μόνο που θα ήξερε να κάνει θα ήταν να συμπληρώσει λίγο νερό στο ψυγείο άντε να να ρίξει και το περίσσευμα στους υαλοκαθαριστήρες.

Ήταν τότε, που άκουσε εκείνο το τραγούδι.

Φωνή γυναικεία, κάπου πίσω από τα δέντρα. «Μήπως είναι κοντά κάποιο σπίτι;» σκέφτηκε.

Και τότε είδε μια γυναικεία σιλουέτα να στέκεται εκεί, ανάμεσα στα δέντρα.

Φορούσε ένα μακρύ λευκό φόρεμα, και ήταν ξυπόλυτη.

Τα μαλλιά της έφταναν σχεδόν μέχρι τη μέση της. Ο Γιάννης, κοίταξε τα πόδια της, και ύστερα το χώμα που ήταν βρεγμένο στο σημείο που πατούσε.

Τα πέλματα της όμως ήταν πεντακάθαρα.

Η γυναίκα χαμογέλασε. Ο Γιάννης, πάλι, όχι. «Χάθηκες;» Τον ρώτησε. «Οχι», απάντησε. «Τότε γιατί σταμάτησες; Κάποιο πρόβλημα με το αυτοκίνητο;» Η γυναίκα πλησίασε. Ο Γιάννης έκανε ένα βήμα προς τα πίσω.

Και τότε θυμήθηκε μια ιστορία που του έλεγε η γιαγιά του όταν ήταν μικρός.

Για κάποιες γυναίκες που εμφανίζονταν κοντά σε νερά, σε ξέφωτα και κάτω από δέντρα.

Πανέμορφες, με μακριά μαλλιά που τραγουδούσαν μέσα στη νύχτα.

Κάποιοι τις ταύτιζαν με νεράιδες. «Νηρηίδα», είπε.

Η γυναίκα ανασήκωσε φρύδι. «Ετσι μας λέγατε κάποτε». Ο Γιάννης ξεροκατάπιε. «Δεν υπάρχεις!» «Το ξέρω», απάντησε εκείνη. «Είσαι απλά αποτέλεσμα κούρασης». «Μα φυσικά». «Ισως να μου έχει πέσει και το ζάχαρο, με μια τυρόπιτα είμαι μόνο απ’ το πρωί.» «Α, ναι πολύ πιθανό» απάντησε αυτή. «Καλά, παιζει και καμιά οπτικοακουστική ψευδαίσθηση.» «Αμ, αυτό που το πας;» Ο Γιάννης την κοίταξε καχύποπτα. «Να σε ρωτήσω κάτι; Γιατί συμφωνείς με όλα;» Εκείνη χαμογέλασε. «Επειδή, εδώ και αιώνες αυτό κάνετε.

Τα ίδια και τα ίδια.

Μας βλέπετε, και μετά βρίσκετε έναν πολύ καλό λόγο που δε μας είδατε.» Πριν ο Γιάννης της απαντήσει, κάτι ακούστηκε λίγο πιο βαθιά μέσα στο δάσος.

Ενα κάπως βαρύ σούρσιμο, και ύστερα ο ήχος ενός κλαδιού που σπάει στο βαρύ πάτημα κάποιου πάνω του.

Το χαμόγελο χάθηκε από τα χείλη της γυναίκας.

Γύρισε απότομα να αφουγκραστεί κι άλλες κινήσεις πίσω της. «Μπες γρήγορα μέσα στο αυτοκίνητο.» «Γιατί;» Ρώτησε ελαφρώς τρομοκρατημένος αλλά έτοιμος για μεταβολή. «Αν δεν πιστεύεις σε άλλα πλάσματα, δικαίωμα σου.

Ενα πράγμα θα σου πω μόνο.

Από μένα δεν κινδυνεύεις.» Ο Γιάννης μπήκε γρήγορα μέσα στο αμάξι του και αυτό ως δια μαγείας πήρε μπροστά.

Μετά από κάμποση ώρα, έφτασε τελικά σε ένα χωριό, κι από κει τον καθοδήγησαν πώς να φτάσει στον προορισμό που ήθελε.

Δεν διηγήθηκε ποτέ σε κανέναν αυτό που είχε συμβεί.

Συνέχισε να πιστεύει στη λογική, συνέχισε να αμφισβητεί διηγήσεις άλλων, όταν σ’ αυτές έβλεπε κάποια μικρή ασυνέπεια.

Απέκτησε όμως μια συνήθεια που δεν είχε πριν.

Οταν κάποιος του έλεγε με απόλυτη βεβαιότητα ότι τέτοια πράγματα δεν υπάρχουν, αυτός δεν συμφωνούσε πια.

Χαμογελούσε και έλεγε «μάλλον όχι». Γιατί η λογική είναι εξαιρετικός συνοδοιπόρος.

Αλλά αν τύχει και βρεθείς μόνος σου μετά τα μεσάνυχτα και κάποια Νηρηίδα σου πει να μπεις γρήγορα μέσα στο αυτοκίνητο σου… μπες! Ιδίως αν εκείνη, φοβάται αυτό που βρίσκεται πίσω της. Όνειρα με Όνομα - Εφιάλτες με Επώνυμο

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences