«Αν φύγεις τώρα, μην περιμένεις να σε παρακαλέσω να γυρίσεις!» φώναξε ο Στέλιος από την κουζίνα, και η φωνή του έσπασε στο τέλος σαν παιδί που κρατιέται να μην κλάψει. Η Μαρίνα στεκόταν στην είσοδο...
«Αν φύγεις τώρα, μην περιμένεις να σε παρακαλέσω να γυρίσεις!» φώναξε ο Στέλιος από την κουζίνα, και η φωνή του έσπασε στο τέλος σαν παιδί που κρατιέται να μην κλάψει. Η Μαρίνα στεκόταν στην είσοδο με ένα μπουφάν στο χέρι και τα μάτια της γυάλινα.
Το κινητό της αναβόσβηνε ξανά.
Ήξερα ποια ήταν πριν καν το δω. Η Λίτσα.
Η μητέρα της.
Πάντα η Λίτσα.
Εγώ καθόμουν στον καναπέ τους με την τσάντα μου ακόμη στον ώμο, παγωμένη.
Είχα πάει να τους αφήσω λίγα γεμιστά και βρέθηκα μέσα στο τέλος του γάμου τους. «Δεν μπορώ άλλο, Στέλιο… δεν μπορώ να είμαι στη μέση κάθε μέρα», είπε η Μαρίνα χαμηλά. «Στη μέση; Εγώ είμαι ο άντρας σου ή περαστικός;» Δεν απάντησε.
Μόνο κοίταξε την οθόνη του κινητού της και το σήκωσε.
Αυτό ήταν.
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι τον έχασα.
Όχι τον γιο μου σαν άνθρωπο.
Τον έχασα σαν άντρα που πίστευε πως μπορεί να φτιάξει σπίτι.
Από την αρχή η Λίτσα δεν τους άφησε να πάρουν ανάσα.
Στην αρχή το έπαιζε γλυκιά. «Εγώ για το καλό σας τα λέω». Ύστερα άρχισε να χωράει παντού.
Σε τι καναπέ θα πάρουν, πού θα πάνε Πάσχα, πόσα λεφτά πρέπει να δίνουν στο νοίκι, αν η Μαρίνα πρέπει να αλλάξει δουλειά.
Μέχρι και τι ώρα είναι σωστό να τρώνε βραδινό.
Γελοία πράγματα, θα πει κανείς.
Ναι, αλλά από τα γελοία σπάει ο άνθρωπος.
Το χειρότερο ήταν το θέμα του παιδιού. Ο Στέλιος ήθελε πολύ να γίνει πατέρας.
Όχι από εγωισμό.
Τον ξέρω.
Ήθελε οικογένεια, ζωή μέσα στο σπίτι, φωνές, παιχνίδια στο πάτωμα. Η Μαρίνα στην αρχή έλεγε κι εκείνη πως το ήθελε.
Μετά άρχισαν οι αναβολές. «Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή», της έλεγε η μάνα της.
Μετά: «Με τέτοιες τιμές και τέτοιους μισθούς, πού να μπλέκετε τώρα;» Μετά: «Θα καταστρέψεις την καριέρα σου για να κάθεσαι με πάνες;» Κάθε μήνα και άλλη δικαιολογία.
Πάντα με εκείνο το ύφος το σίγουρο, σαν να ήξερε τα πάντα για όλους.
Μια φορά ήμουν μπροστά όταν το είπε πιο ωμά. «Άμα κάνεις παιδί τώρα, Μαρίνα, τελείωσες.
Θα σε δέσει χειροπόδαρα.
Και συγγνώμη κιόλας, αλλά ο Στέλιος δεν μου βγάζει αυτή τη σταθερότητα που θέλει μια οικογένεια». Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. «Τι λες, κυρία Λίτσα; Το παιδί δουλεύει από τα είκοσι του, σπίτι δεν ζήτησε από κανέναν, τη γυναίκα του τη σέβεται.
Τι άλλο θες για να τον πεις σταθερό;» Η Μαρίνα τότε χαμήλωσε τα μάτια.
Δεν είπε λέξη.
Αυτό πονούσε πιο πολύ κι από την προσβολή.
Μετά από εκείνη τη μέρα, προσπάθησα να της μιλήσω ήρεμα.
Μόνη της.
Πήγα για καφέ μαζί της, σαν να μην τρέχει τίποτα. «Μαρίνα μου, δεν γίνεται να ζείτε τρεις άνθρωποι μέσα σε έναν γάμο», της είπα.
Έσφιξε το φλιτζάνι με τα δυο της χέρια. «Δεν είναι τόσο απλό, κυρία Άννα.
Η μαμά μου ήταν πάντα έτσι.
Αν της πάω κόντρα… δεν ξέρω.
Με κάνει να νιώθω ότι είμαι αχάριστη». «Και με τον άντρα σου; Δεν νιώθεις ότι τον αδικείς;» Τα μάτια της γέμισαν.
Για μια στιγμή νόμιζα πως θα το πάρει απόφαση.
Αλλά όχι.
Όταν γυρνούσε σπίτι της μάνας της, ξαναγινόταν πάλι μικρό κορίτσι. Ο Στέλιος στην αρχή μιλούσε.
Μετά παρακαλούσε.
Μετά θύμωνε.
Και στο τέλος σώπασε.
Αυτό ήταν το πιο ανησυχητικό.
Ερχόταν σπίτι μου Κυριακή μεσημέρι, καθόταν στο τραπέζι και σκάλιζε το ψωμί χωρίς να τρώει. «Τι έχεις;» τον ρωτούσα. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους