«Μαμά, ο μπαμπάς γιατί δεν απαντάει;» Ο γιος μου στεκόταν στην πόρτα της κουζίνας με τις κάλτσες του μισοφορεμένες και το μπλε του μπουφάν ανοιχτό. Κι εγώ κρατούσα το κινητό τόσο σφιχτά που είχαν...
«Μαμά, ο μπαμπάς γιατί δεν απαντάει;» Ο γιος μου στεκόταν στην πόρτα της κουζίνας με τις κάλτσες του μισοφορεμένες και το μπλε του μπουφάν ανοιχτό.
Κι εγώ κρατούσα το κινητό τόσο σφιχτά που είχαν ασπρίσει τα δάχτυλά μου.
Ήταν η τέταρτη μέρα. Τέταρτη. Ο Πέτρος είχε πάει στη Θεσσαλονίκη για επαγγελματικές συναντήσεις, κάτι που είχε ξανακάνει δεκάδες φορές.
Πάντα γκρίνιαζα λίγο, πάντα μου έφερνε τσουρέκι γυρνώντας, πάντα ερχόταν πίσω.
Αυτή τη φορά όχι. «Θα πάρει, αγάπη μου.
Μην ανησυχείς.» Το είπα και ένιωσα να με κοροϊδεύω μόνη μου.
Την πρώτη μέρα της καθυστέρησης θύμωσα.
Τη δεύτερη ανησύχησα.
Την τρίτη δεν κοιμήθηκα καθόλου.
Στην τέταρτη άρχισα να τρέμω με το παραμικρό ήχο από το ασανσέρ, λες και θα άνοιγε η πόρτα και θα τον έβλεπα να μπαίνει μέσα με εκείνο το κουρασμένο του χαμόγελο, να λέει «έμεινε από μπαταρία το κινητό, έγινε ένας χαμός». Αλλά τίποτα.
Πήρα τηλέφωνο τους συνεργάτες του. Τον Σταύρο, τον Μανώλη, ακόμα και τη γραμματέα τους, τη Βάσω. «Κυρία Ελένη, την τελευταία μέρα έφυγε νωρίς από τις συναντήσεις», μου είπε η Βάσω χαμηλόφωνα. «Είπε ότι είχε κάτι προσωπικό να τακτοποιήσει.
Μετά... δεν ξέρουμε τίποτα.» «Προσωπικό; Τι προσωπικό;» «Δεν είπε κάτι άλλο.» Όλοι το ίδιο.
Έφυγε νωρίς.
Δεν τον ξαναείδαν.
Δεν ξέρουν.
Δεν άκουσαν.
Στην αστυνομία με κοίταζαν με εκείνο το βλέμμα που σε παγώνει. «Μπορεί να έφυγε οικειοθελώς, κυρία μου.» «Οικειοθελώς; Έχει παιδί.
Έχει σπίτι. Δάνειο. Ζωή.» Ο αστυνομικός σήκωσε τους ώμους.
Λες και αυτά δεν κράτησαν ποτέ κανέναν.
Τις νύχτες καθόμουν στο σαλόνι με το λάπτοπ ανοιχτό και έψαχνα τα πάντα.
Νοσοκομεία, τροχαία, ομάδες στο διαδίκτυο, αναρτήσεις, οτιδήποτε.
Έβαζα το όνομά του ξανά και ξανά, σαν να μπορούσε η επιμονή να τον εμφανίσει.
Δίπλα μου ο μικρός κοιμόταν με το φωτάκι αναμμένο, γιατί είχε αρχίσει να φοβάται το σκοτάδι.
Κι εγώ φοβόμουν κάτι πολύ χειρότερο.
Μια εβδομάδα μετά, άνοιξα τον παλιό υπολογιστή του.
Δεν το είχα κάνει ποτέ.
Δεν ήμουν από αυτές που ψάχνουν.
Ή έτσι νόμιζα.
Στην αρχή έβλεπα μόνο τιμολόγια, αρχεία δουλειάς, βαρετά excel.
Μετά βρήκα έναν φάκελο χωρίς όνομα.
Μέσα είχε αποθηκευμένα στιγμιότυπα συνομιλιών, κρατήσεις, σαρωμένα έγγραφα.
Και μια φωτογραφία. Ο Πέτρος χαμογελούσε δίπλα σε μια γυναίκα που δεν είχα ξαναδεί.
Μελαχρινή, λίγο νεότερή μας, ακουμπούσε πάνω του σαν να της ανήκε.
Από κάτω, ημερομηνία πριν δεκαοκτώ μήνες.
Ένιωσα σαν να μου τράβηξαν το πάτωμα κάτω από τα πόδια.
Άνοιξα τα μηνύματα.
Τα χέρια μου έτρεμαν τόσο που πάταγα λάθος τα πλήκτρα. «Σε λίγο τελειώνουν όλα.» «Έχω βάλει χρήματα στην άκρη.
Μόλις κλείσει και το θέμα με τη Θεσσαλονίκη, φεύγουμε.» «Δεν αντέχω άλλο να γυρνάω σε ένα σπίτι όπου παριστάνω τον άντρα και τον πατέρα.» Σταμάτησα εκεί.
Δεν μπορούσα να αναπνεύσω.
Έσκυψα μπροστά και έκανα εμετό στον νεροχύτη της κουζίνας.
Ο γιος μου ξύπνησε και ήρθε τρομαγμένος. «Μαμά;» 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους