[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

Η δολοφονία της 6χρονης Στέλλας: Σκηνοθέτησε διάρρηξη και απαγωγή για να κρύψει το έγκλημα – Η ομολογία του πατέρα της Λίγο πριν από τις επτά το πρωί της 27ης Απριλίου 2017, ένας άντρας μπήκε...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η δολοφονία της 6χρονης Στέλλας: Σκηνοθέτησε διάρρηξη και απαγωγή για να κρύψει το έγκλημα – Η ομολογία του πατέρα της Λίγο πριν από τις επτά το πρωί της 27ης Απριλίου 2017, ένας άντρας μπήκε αναστατωμένος στο αστυνομικό τμήμα της Αγίας Βαρβάρας και κατήγγειλε ότι άγνωστοι είχαν εισβάλει στο σπίτι του μέσα στη νύχτα.

Σύμφωνα με όσα είπε, είχαν κλέψει κοσμήματα και είχαν αρπάξει την εξάχρονη κόρη του, τη Στέλλα.

Υποστήριξε ότι δεν είχε ακούσει τίποτα, επειδή η φαρμακευτική αγωγή που έπαιρνε για την κατάθλιψη τον έκανε να κοιμάται βαριά.

Η καταγγελία κινητοποίησε αμέσως την αστυνομία.

Ένα μικρό παιδί αγνοούνταν και κάθε λεπτό μπορούσε να αποδειχθεί κρίσιμο.

Όμως, όσο οι αστυνομικοί εξέταζαν το σπίτι και προσπαθούσαν να επιβεβαιώσουν την ιστορία του πατέρα, τόσο περισσότερα ερωτήματα γεννιούνταν.

Η υποτιθέμενη διάρρηξη δεν έμοιαζε πειστική, ενώ ο ίδιος δεν έδινε κάποιες βασικές πληροφορίες για την κόρη του. Ο Γιάννης Εικοσπεντάκης, περίπου 60 ετών τότε, πρώην αστυνομικός που είχε υπηρετήσει και στο τμήμα της Αγίας Βαρβάρας.

Το προηγούμενο βράδυ βρισκόταν στο σπίτι με τα δίδυμα παιδιά του, τη Στέλλα και τον αδελφό της, Μάριο.

Η μητέρα τους, Πόπη, νοσηλευόταν στο νοσοκομείο μετά από προγραμματισμένη επέμβαση στη χολή και είχε αφήσει τα παιδιά στη φροντίδα του συζύγου της. Η Στέλλα αντιμετώπιζε κινητικά προβλήματα από τη γέννησή της και χρειαζόταν ειδική φροντίδα και φυσικοθεραπείες.

Φοιτούσε σε ειδικό σχολείο.

Το πρωί της Πέμπτης, ο πατέρας υποστήριξε ότι σηκώθηκε για να ετοιμάσει τα παιδιά και τότε διαπίστωσε πως η κόρη του έλειπε από το κρεβάτι της.

Ψάχνοντας στο διαμέρισμα, είδε συρτάρια ανοιχτά, αντικείμενα ανακατεμένα και κοσμήματα της γυναίκας του να λείπουν.

Σύμφωνα με την εκδοχή του, το προηγούμενο βράδυ είχε βγει για λίγο από το σπίτι για να πετάξει τα σκουπίδια και είχε ξεχάσει τα κλειδιά στην εξωτερική πλευρά της πόρτας.

Έτσι, πίστευε ότι κάποιος μπορούσε να μπει στο διαμέρισμα χωρίς να παραβιάσει την κλειδαριά.

Πριν πάει στην αστυνομία, ετοίμασε τον δίδυμο αδελφό της Στέλλας και τον συνόδευσε στο σημείο από όπου θα τον παραλάμβανε το σχολικό λεωφορείο.

Στη συνέχεια κατευθύνθηκε στο αστυνομικό τμήμα και ανέφερε την εξαφάνιση της κόρης του.Στο σπίτι έφτασαν άντρες της σήμανσης και αξιωματικοί που ανέλαβαν τον συντονισμό της έρευνας.

Παράλληλα, αστυνομικοί έψαχναν στη γειτονιά και ρωτούσαν κατοίκους αν είχαν δει ή ακούσει κάτι ύποπτο μέσα στη νύχτα.

Το «Χαμόγελο του Παιδιού» συμμετείχε στις προσπάθειες αναζήτησης και εκδόθηκε Amber Alert για την εξαφάνιση της εξάχρονης.

Η προτεραιότητα ήταν να εντοπιστεί η Στέλλα το συντομότερο δυνατόν.

Όμως, μέσα στο διαμέρισμα, η εικόνα που είχε δημιουργηθεί άρχισε να προκαλεί υποψίες.

Υπήρχαν ανοιχτά συρτάρια και αντικείμενα πεταμένα στο πάτωμα, αλλά δεν φαινόταν να έχει γίνει μια συστηματική αναζήτηση χρημάτων ή πολύτιμων αντικειμένων.

Κάποια κοσμήματα είχαν εξαφανιστεί, όμως η εικόνα του σπιτιού δεν έπειθε τους έμπειρους αστυνομικούς ότι επρόκειτο για μια συνηθισμένη διάρρηξη.

Επιπλέον, δεν υπήρχε κανένα τηλεφώνημα από υποτιθέμενους απαγωγείς, καμία απαίτηση για χρήματα και κανένα μήνυμα που να εξηγεί γιατί κάποιος θα άρπαζε ένα εξάχρονο παιδί.

Οι αστυνομικοί προσπαθούσαν να καταλάβουν ποιο θα μπορούσε να είναι το κίνητρο μιας τέτοιας πράξης, ενώ η συμπεριφορά του πατέρα τούς δημιουργούσε ακόμη περισσότερα ερωτήματα. Ο Εικοσπεντάκης φαινόταν συγκρατημένος και οι απαντήσεις του ήταν σύντομες.

Δεν έδινε εύκολα λεπτομέρειες, παρότι ως πρώην αστυνομικός γνώριζε πόσο σημαντική ήταν κάθε πληροφορία σε μια υπόθεση εξαφάνισης παιδιού.

Ένα ακόμη στοιχείο που προβλημάτισε τους ερευνητές ήταν ότι δεν είχε αναφέρει εξαρχής τα κινητικά προβλήματα της Στέλλας, τα οποία ήταν σημαντικά για να εκτιμηθεί πώς θα μπορούσε να κινηθεί μόνη της και ποιες ανάγκες είχε.

Οι αστυνομικοί άρχισαν να ερευνούν πιο προσεκτικά τις σχέσεις μέσα στην οικογένεια.

Μίλησαν με συγγενείς, φίλους και ανθρώπους που γνώριζαν το ζευγάρι.

Η εικόνα που περιέγραφαν ορισμένοι ήταν ενός άντρα ιδιαίτερα αυστηρο, ο οποίος ήθελε να έχει τα πάντα υπό έλεγχο.

Κάποιοι τον χαρακτήριζαν ψυχαναγκαστικό και θεωρούσαν παράξενο το γεγονός ότι υποστήριζε πως είχε ξεχάσει τα κλειδιά στην πόρτα. Η Στέλλα ήταν ιδιαίτερα δεμένη με τη μητέρα της, η οποία αναλάμβανε μεγάλο μέρος της καθημερινής φροντίδας της.

Ο πατέρας φαινόταν να έχει πιο στενή σχέση με τον Μάριο.

Παρόμοιες εντυπώσεις είχαν αναφέρει και άνθρωποι της γειτονιάς, οι οποίοι έβλεπαν συχνότερα τον πατέρα μαζί με τον γιο του παρά με την κόρη του.

Το σημαντικότερο πρόσωπο που μπορούσε να δώσει πληροφορίες για εκείνη τη νύχτα ήταν ο Μάριος.

Ήταν μόλις έξι ετών και βρισκόταν στο ίδιο σπίτι με τον πατέρα και την αδελφή του.

Όταν επέστρεψε από το σχολείο, ειδικός παιδοψυχολόγος της αστυνομίας συζήτησε μαζί του με προσοχή, προσπαθώντας να διαπιστώσει αν είχε ακούσει ή δει κάτι.

Στην αρχή, το αγόρι επανέλαβε την ιστορία που του είχε μεταφέρει ο πατέρας του: ότι κάποιοι κλέφτες είχαν μπει στο σπίτι, είχαν πάρει κοσμήματα και χαρτιά της αδελφής του από τους γιατρούς και είχαν αρπάξει τη Στέλλα.

Γνώριζε επίσης την ιστορία με τα κλειδιά που είχαν μείνει έξω από την πόρτα.Όσο όμως προχωρούσε η συζήτηση, έγινε σαφές ότι ο μικρός δεν περιέγραφε κάτι που είχε αντιληφθεί ο ίδιος.

Επανέλεγε όσα του είχαν πει.

Δεν είχε ακούσει διαρρήκτες, φωνές ή θορύβους που να παραπέμπουν σε εισβολή στο σπίτι.

Δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει ότι είχε συμβεί η υποτιθέμενη διάρρηξη.

Το παιδί μίλησε και για την καθημερινότητα της οικογένειας.

Περιέγραψε τον πατέρα του ως άνθρωπο που θύμωνε πιο εύκολα από τη μητέρα του και δεν γελούσε συχνά.

Είπε ότι ο ίδιος ήταν περισσότερο δεμένος με τη μητέρα του, όπως και η Στέλλα, η οποία ζητούσε συχνά τη μαμά της.

Πλέον, οι αρχές τον εξέταζαν ως βασικό ύποπτο και προσπαθούσαν να εξακριβώσουν τι είχε συμβεί μέσα στο διαμέρισμα.

Στο τμήμα ανθρωποκτονιών, ο Εικοσπεντάκης συνέχιζε να επιμένει ότι άγνωστοι είχαν μπει στο σπίτι και είχαν πάρει την κόρη του.

Παρά την πολύωρη εξέταση, δεν άλλαζε την εκδοχή του.

Οι αστυνομικοί, ωστόσο, ανησυχούσαν όλο και περισσότερο για το ενδεχόμενο η Στέλλα να είχε ήδη χάσει τη ζωή της.Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, ο πατέρας μίλησε για την ψυχολογική πίεση που, όπως ισχυρίστηκε, αντιμετώπιζε μετά τη γέννηση των διδύμων.

Τα παιδιά είχαν αποκτηθεί με εξωσωματική γονιμοποίηση και η Στέλλα αντιμετώπιζε προβλήματα στα κάτω άκρα.

Ο ίδιος υποστήριξε ότι είχε πέσει σε κατάθλιψη και ότι για χρόνια έπαιρνε φαρμακευτική αγωγή.

Παραδέχθηκε επίσης ότι είχε απομακρυνθεί από την κόρη του και ότι η μητέρα της είχε αναλάβει σχεδόν εξ ολοκλήρου τη φροντίδα της.

Ύστερα από περίπου δεκατρείς ώρες εξέτασης, η στάση του άλλαξε.

Οι αστυνομικοί τού άφησαν να καταλάβει ότι διέθεταν στοιχεία που τον συνέδεαν με τη μεταφορά του παιδιού.

Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα της εποχής, του ανέφεραν ακόμη ότι υπήρχε βίντεο που τον έδειχνε να μεταφέρει το παιδί σε κάδο απορριμμάτων.

Η πληροφορία αυτή χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο της ανάκρισης για να τον κάνουν να μιλήσει.Τελικά, ο Εικοσπεντάκης ομολόγησε ότι η ιστορία της απαγωγής ήταν ψεύτικη.

Υποστήριξε ότι το προηγούμενο βράδυ είχε προσπαθήσει να κάνει μπάνιο τη Στέλλα, αλλά εκείνη αντιδρούσε και ζητούσε τη μητέρα της.

Όπως ισχυρίστηκε, το παιδί τον χτυπούσε και εκείνος το έσφιξε στην αγκαλιά του για να σταματήσει, μέχρι που κατάλαβε ότι είχε χάσει τις αισθήσεις του.

Ο ίδιος επέμεινε ότι δεν είχε σκοπό να τη σκοτώσει και ότι όλα συνέβησαν κατά λάθος.

Όμως, αντί να καλέσει αμέσως ασθενοφόρο ή να ζητήσει βοήθεια, προσπάθησε να εξαφανίσει τα ίχνη του εγκλήματος.

Σύμφωνα με την ομολογία του, πήρε μαύρες σακούλες σκουπιδιών από την αποθήκη και έβαλε μέσα το σώμα της μικρής, μαζί με μια κόκκινη κουβέρτα από το κρεβάτι της.

Στη συνέχεια, άνοιξε συρτάρια, ανακάτεψε αντικείμενα και αφαίρεσε κοσμήματα της συζύγου του, δημιουργώντας την εικόνα μιας διάρρηξης.

Μετέφερε τη σορό έξω από το σπίτι και την άφησε σε κάδο απορριμμάτων.

Τα κοσμήματα τα πέταξε σε διαφορετικό κάδο, ώστε να ενισχύσει την εντύπωση ότι είχαν κλαπεί.

Αφού επέστρεψε στο διαμέρισμα, ξάπλωσε και κοιμήθηκε.

Το επόμενο πρωί πήγε στην αστυνομία και κατήγγειλε ότι άγνωστοι είχαν μπει στο σπίτι του και είχαν απαγάγει την κόρη του.

Μετά την ομολογία του, υπέδειξε στους αστυνομικούς τον κάδο όπου είχε αφήσει τη Στέλλα.

Βρισκόταν λίγα τετράγωνα μακριά από το σπίτι της οικογένειας.

Όταν οι αστυνομικοί έφτασαν στο σημείο και άρχισαν να ανοίγουν τις σακούλες, επιβεβαιώθηκε ο χειρότερος φόβος τους.

Η εξάχρονη ήταν νεκρή.

Το παιδί βρέθηκε μέσα σε διαδοχικές μαύρες σακούλες, μαζί με την κόκκινη κουβέρτα.

Η μητέρα της Στέλλας βρισκόταν ακόμη στο νοσοκομείο και δεν γνώριζε τι είχε συμβεί.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή πίστευε ότι άγνωστοι είχαν εισβάλει στο σπίτι και είχαν πάρει το παιδί της.

Δύο αστυνομικοί πήγαν να της ανακοινώσουν ότι η κόρη της είχε βρεθεί νεκρή και ότι ο σύζυγός της είχε ομολογήσει τη δολοφονία.

Ο πατέρας οδηγήθηκε ενώπιον της Δικαιοσύνης και η μητέρα της Στέλλας ξεκαθάρισε ότι θα διεκδικούσε δικαστικά την τιμωρία του.

Η πρώτη δίκη ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2018 στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών.

Το δικαστήριο δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό ότι η ψυχική του κατάσταση δικαιολογούσε μειωμένο καταλογισμό.

Τον έκρινε ένοχο για ανθρωποκτ0νία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και για περιύβριση νεκρού, επιβάλλοντάς του ισόβια κάθειρξη και επιπλέον ποινή για το δεύτερο αδίκημα.

Δεν του αναγνωρίστηκε ελαφρυντικό.Τον Ιούνιο του 2019 η υπόθεση εξετάστηκε ξανά στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών.

Ο πατέρας επανέλαβε ότι αγαπούσε την κόρη του, ότι δεν ήθελε να της κάνει κακό και ζήτησε συγγνώμη από τη σύζυγό του και τα παιδιά του. Το Εφετείο δεν αποδέχθηκε τον ισχυρισμό του περί μειωμένου καταλογισμού και τον έκρινε ξανά ένοχο για ανθρωποκτ0νία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση.

Ωστόσο, σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο τού αναγνώρισε το ελαφρυντικό του πρότερου σύννομου βίου.

Έτσι, η ποινή της ισόβιας κάθειρξης μειώθηκε σε κάθειρξη 20 ετών, ενώ επιβλήθηκαν επιπλέον έξι μήνες για την περιύβριση νεκρού. Η ενοχή του παρέμεινε, αλλά άλλαξε το ύψος της ποινής. #χρονικάεγκλημάτων #οικογενειακήτραγωδία #αληθινέςιστορίες

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences