[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

Επί επτά μήνες, ένας τεράστιος άντρας με τατουάζ ερχόταν κάθε Πέμπτη στο καταφύγιό μας και καθόταν μπροστά στο κλουβί του πιο επιθετικού σκύλου που είχαμε. Δεν ζητούσε να τον βγάλουμε έξω. Δεν...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Επί επτά μήνες, ένας τεράστιος άντρας με τατουάζ ερχόταν κάθε Πέμπτη στο καταφύγιό μας και καθόταν μπροστά στο κλουβί του πιο επιθετικού σκύλου που είχαμε.

Δεν ζητούσε να τον βγάλουμε έξω.

Δεν προσπαθούσε να τον χαϊδέψει.

Απλώς έβγαζε κάτι από το δερμάτινο μπουφάν του.

Και τότε συνέβαινε κάτι που κανένας μας δεν μπορούσε να εξηγήσει. «Τι ακριβώς θέλετε από αυτόν τον σκύλο;» Η φωνή μου ακούστηκε πιο απότομη απ' όσο σκόπευα.

Στάθηκα μπροστά στον μεγαλόσωμο άντρα, κλείνοντάς του τον δρόμο προς την έξοδο του χώρου απομόνωσης.

Είμαι υπεύθυνος ενός καταφυγίου ζώων έξω από τη Θεσσαλονίκη.

Έχω δει πολλά όλα αυτά τα χρόνια.

Σκυλιά εγκαταλελειμμένα. Κακοποιημένα. Τρομαγμένα.

Έχω δει και ανθρώπους να έρχονται για τους λάθος λόγους.

Κάποιοι θέλουν ένα μεγαλόσωμο σκυλί για επίδειξη.

Άλλοι ψάχνουν ζώα που μπορούν να εκπαιδεύσουν για παράνομες κυνομαχίες.

Γι' αυτό είμαστε προσεκτικοί.

Και ο άντρας που στεκόταν μπροστά μου, με ύψος σχεδόν δύο μέτρα, ξυρισμένο κεφάλι, τατουάζ μέχρι τους καρπούς και βαριές μπότες μηχανής, έμοιαζε με κάποιον που πολλοί θα υποψιάζονταν αμέσως.

Τον έλεγαν Στέλιο.

Και κάθε φορά ζητούσε τον ίδιο σκύλο. Τον Άρη. Ο Άρης ήταν μια τεράστια διασταύρωση ροτβάιλερ, με μια βαθιά ουλή πάνω από τη μουσούδα.

Στον φάκελό του υπήρχε η ένδειξη «επικίνδυνος». Κανείς από τους φροντιστές δεν μπορούσε να πλησιάσει εύκολα το κλουβί του.

Μόλις έβλεπε άνθρωπο, ορμούσε στα κάγκελα.

Γάβγιζε μανιασμένα.

Έδειχνε τα δόντια του.

Όμως όσο περισσότερο τον παρατηρούσα, τόσο περισσότερο καταλάβαινα ότι πίσω από την επιθετικότητά του υπήρχε φόβος.

Ένας φόβος που δεν έφευγε ποτέ.

Εκτός από τις Πέμπτες. Κάθε Πέμπτη, ακριβώς στις τρεις το μεσημέρι, εμφανιζόταν ο Στέλιος.

Περνούσε δίπλα από τους υπαλλήλους που τον κοιτούσαν καχύποπτα και κατευθυνόταν κατευθείαν στον χώρο απομόνωσης.

Μόλις στεκόταν μπροστά στο κλουβί, ο Άρης σταματούσε να γαβγίζει. Ο Στέλιος καθόταν στο παγωμένο τσιμέντο.

Έβγαζε από το μπουφάν του ένα παλιό βιβλίο με παραμύθια.

Το άνοιγε.

Και άρχιζε να διαβάζει.

Η φωνή του ήταν βαθιά και βραχνή, αλλά απίστευτα ήρεμη. Ο Άρης πλησίαζε αργά τα κάγκελα. Ξάπλωνε.

Ακουμπούσε τη μουσούδα του στο μέταλλο.

Και έκλεινε τα μάτια.

Έμενε έτσι για μία ολόκληρη ώρα. Κάθε Πέμπτη.

Επί επτά μήνες.

Εκείνο το απόγευμα δεν άντεξα άλλο να αναρωτιέμαι.

Όταν ο Στέλιος σηκώθηκε να φύγει, τον σταμάτησα. «Να ξεκαθαρίσουμε κάτι.

Δεν πρόκειται να δώσουμε τον Άρη σε κάποιον σαν εσάς.» Περίμενα να θυμώσει.

Να φωνάξει.

Να μου πει ότι δεν έχω δικαίωμα να τον κρίνω.

Αντί γι' αυτό, χαμήλωσε τους ώμους.

Για πρώτη φορά έμοιαζε όχι τρομακτικός, αλλά εξαντλημένος. «Δεν είναι δικός μου ο σκύλος», είπε σιγά. «Ήταν του μικρού μου αδερφού.» Σταμάτησε. «Του Νίκου.» Κάτι στον τρόπο που πρόφερε το όνομα με έκανε να σωπάσω.

Τον κάλεσα στο γραφείο μου.

Κάθισε απέναντί μου κρατώντας το παλιό βιβλίο με τα δύο χέρια.

Και μου είπε τι είχε συμβεί.

Εννέα μήνες νωρίτερα, ο Νίκος, μόλις 32 χρονών, είχε πάει βόλτα με τον Άρη σε ένα δασικό μονοπάτι κοντά στον Χορτιάτη.

Ήταν χειμώνας.

Το κρύο ήταν τσουχτερό και το χιόνι είχε σκεπάσει το έδαφος.

Κάποια στιγμή ο Νίκος υπέστη σοβαρό έμφραγμα.

Έπεσε στο χιόνι. Ο Άρης δεν έφυγε από δίπλα του.

Ξάπλωσε πάνω στο στήθος του, προσπαθώντας να τον κρατήσει ζεστό.

Γάβγιζε όλη τη νύχτα.

Καλούσε σε βοήθεια.

Όταν έφτασαν οι διασώστες το ξημέρωμα, ήταν ήδη αργά για τον Νίκο. Ο Άρης, τρομοκρατημένος, δεν άφηνε κανέναν να πλησιάσει τον άνθρωπό του.

Μέσα στον πανικό του δάγκωσε σοβαρά έναν διασώστη.

Από εκείνη τη μέρα όλα άλλαξαν.

Ο σκύλος κατασχέθηκε και χαρακτηρίστηκε επικίνδυνος.

Μεταφέρθηκε στο καταφύγιό μας υπό αυστηρούς περιορισμούς.

Μέσα σε λίγες ώρες είχε χάσει τον άνθρωπό του, το σπίτι του και οτιδήποτε γνώριζε. «Γιατί δεν τον πήρατε εσείς;» ρώτησα. Ο Στέλιος γέλασε πικρά. «Αυτό προσπάθησα.» Μου εξήγησε ότι ζούσε σε ένα μικρό δυάρι στον τέταρτο όροφο, χωρίς αυλή.

Είχε επίσης παλιές μπλεξίματα από τα νεανικά του χρόνια.

Οι αρμόδιες υπηρεσίες είχαν απορρίψει το αίτημά του, κρίνοντας ότι δεν μπορούσε να αναλάβει με ασφάλεια έναν σκύλο με τέτοιο ιστορικό.

Υπήρχε ακόμη και το ενδεχόμενο ευθανασίας. «Έδωσα όλες μου τις οικονομίες σε δικηγόρους», μου είπε. «Παρακάλεσα όσους μπορούσα.

Ήθελα μόνο να μείνει ζωντανός μέχρι να βρω λύση.» Χάιδεψε το φθαρμένο εξώφυλλο του βιβλίου. «Αυτά τα παραμύθια μου τα διάβαζε ο Νίκος όταν ήμασταν παιδιά.» Τον κοίταξα. «Και γι' αυτό τα διαβάζετε στον Άρη;» Έγνεψε. «Όταν τον έφεραν εδώ, είχε χάσει το μυαλό του από τον φόβο.

Σκέφτηκα πως, αν άκουγε τις ίδιες ιστορίες που αγαπούσε ο Νίκος, ίσως ένιωθε ότι δεν τον εγκαταλείψαμε όλοι.» Δεν μπορούσα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. «Και τι σκοπεύετε να κάνετε τώρα;» Ο Στέλιος σήκωσε το βλέμμα. «Εδώ και επτά μήνες δουλεύω διπλοβάρδιες.» Την ημέρα οδηγούσε κλαρκ σε εργοτάξιο.

Τη νύχτα δούλευε φύλακας σε εργοστάσιο.

Είχε αποταμιεύσει σχεδόν κάθε ευρώ.

Την προηγούμενη εβδομάδα είχε υπογράψει μισθωτήριο για ένα μικρό σπίτι σε χωριό έξω από τη Θεσσαλονίκη.

Με μεγάλη, περιφραγμένη αυλή.

Ακριβώς όπως απαιτούσαν οι όροι που του είχαν θέσει. «Δύο φορές την εβδομάδα παρακολουθώ και μαθήματα για τον χειρισμό σκύλων με δύσκολη συμπεριφορά.

Τον άλλο μήνα θα αξιολογηθώ.» Έσφιξε το βιβλίο. «Θα τον πάρω σπίτι.

Ό,τι κι αν μου κοστίσει.» Η φωνή του έσπασε. «Είναι το μόνο που μου έμεινε από τον αδερφό μου.» Εκείνη τη στιγμή ντράπηκα.

Είχα κρίνει έναν άνθρωπο από τα τατουάζ και τις μπότες του.

Και αυτός ο άνθρωπος είχε θυσιάσει σχεδόν τα πάντα για έναν σκύλο που όλοι θεωρούσαν χαμένη υπόθεση. «Δεν χρειάζεται να συνεχίσετε μόνος σας», του είπα.

Από εκείνη την ημέρα κινητοποιηθήκαμε όλοι.

Του διαθέσαμε δωρεάν την καλύτερη εκπαιδεύτριά μας.

Τον βοηθήσαμε με τα δικαιολογητικά.

Συντάξαμε αναφορές για την πρόοδο του Άρη και υποστηρίξαμε το αίτημά του στις αρμόδιες υπηρεσίες.

Δεν ήταν εύκολο.

Υπήρχαν περιορισμοί, αξιολογήσεις και πολλές δύσκολες μέρες.

Αλλά ο Στέλιος δεν εγκατέλειψε ποτέ.

Τέσσερις μήνες αργότερα, βρισκόμασταν όλοι στην αυλή του καταφυγίου. Ο Στέλιος είχε έρθει με ένα παλιό μεταχειρισμένο αυτοκίνητο.

Στα χέρια κρατούσε τα εγκεκριμένα έγγραφα.

Όταν η εκπαιδεύτριά μας άνοιξε την πόρτα του χώρου απομόνωσης και οδήγησε έξω τον Άρη με το λουρί του, κανείς δεν μιλούσε.

Ο σκύλος κοίταξε γύρω του ανήσυχος.

Ύστερα είδε τον Στέλιο. Ο Στέλιος άφησε τα χαρτιά να πέσουν. Γονάτισε.

Άνοιξε τα τεράστια, γεμάτα τατουάζ χέρια του. Ο Άρης έτρεξε προς το μέρος του και έχωσε το κεφάλι του στον ώμο του. Ο Στέλιος τον αγκάλιασε και ξέσπασε σε κλάματα.

Κι ο σκύλος που όλοι φοβόμασταν άρχισε να του γλείφει απαλά τα δάκρυα.

Πιστέψαμε ότι τα δύσκολα είχαν τελειώσει.

Όμως το πρώτο βράδυ στο καινούργιο σπίτι, λίγο μετά τις δωδεκάμισι, χτύπησε το κινητό μου.

Ήταν ο Στέλιος.

Η φωνή του έτρεμε. «Δεν μπαίνει μέσα», μου είπε. «Ποιος; Ο Άρης;» «Είναι τέσσερις ώρες στον κήπο.

Ξαπλωμένος δίπλα στον φράχτη.

Κοιτάζει προς το δάσος και δεν κουνιέται.» «Στέλιο, συνέβη κάτι;» Έμεινε για λίγο σιωπηλός. Ύστερα ψιθύρισε: «Άρχισε να χιονίζει.» . *Από το διαδίκτυο

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences