[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

«Πάλι εκεί θα πας;» του φώναξα από την κουζίνα, με τα μακαρόνια να έχουν γίνει ένα λασπωμένο πράγμα στην κατσαρόλα και το τηλέφωνό του να δονείται πάνω στο τραπέζι. Ο Στέλιος δεν με κοίταξε καν στην...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Πάλι εκεί θα πας;» του φώναξα από την κουζίνα, με τα μακαρόνια να έχουν γίνει ένα λασπωμένο πράγμα στην κατσαρόλα και το τηλέφωνό του να δονείται πάνω στο τραπέζι. Ο Στέλιος δεν με κοίταξε καν στην αρχή.

Έβαζε βιαστικά το μπουφάν του, λες και τον κυνηγούσε κάποιος. «Η μάνα μου δεν είναι καλά, Μαρία.

Τι να κάνω; Να μην πάω;» Γύρισε τότε και με κοίταξε απότομα, με εκείνο το βλέμμα που είχε πάντα όταν ένιωθε στριμωγμένος.

Μισό θυμός, μισό ενοχή. «Και εγώ;» του είπα. «Εγώ τι είμαι ακριβώς; Η γυναίκα που μένει εδώ να περιμένει πότε θα περισσέψει λίγος χρόνος;» Δεν απάντησε αμέσως.

Έσφιξε μόνο τα κλειδιά στο χέρι του.

Αυτό το μικρό πράγμα με τρέλανε πιο πολύ από όλα.

Γιατί δεν ήταν μία φορά.

Ούτε δύο.

Ήταν η ζωή μας τους τελευταίους μήνες.

Η πεθερά μου, η κυρία Ελευθερία, μένει μόνη της στο Περιστέρι από τότε που πέθανε ο πεθερός μου.

Στην αρχή είχα κατανόηση.

Και ειλικρινά είχα.

Της πήγαινα φαγητό, της μιλούσα γλυκά, της έλεγα να έρχεται και σε εμάς.

Δεν είμαι κανένα τέρας.

Ξέρω τι σημαίνει να χάνεις άνθρωπο.

Αλλά ο Στέλιος άρχισε να πηγαίνει σχεδόν κάθε μέρα.

Μια για να της φτιάξει το θερμοσίφωνο.

Μια για να δουν μαζί λογαριασμούς.

Μια γιατί «φοβήθηκε το βράδυ». Και μετά ήρθαν τα Σαββατοκύριακα που έμενε εκεί. «Μόνο για απόψε», μου έλεγε.

Αυτή η μία νύχτα έγινε συνήθεια.

Εγώ έμενα στο διαμέρισμά μας στο Αιγάλεω, με τη σιωπή να κάνει περισσότερο θόρυβο κι από τηλεόραση ανοιχτή.

Το χειρότερο δεν ήταν καν η απουσία του.

Ήταν ότι όταν του μιλούσα, με έκανε να νιώθω παράλογη. «Ζηλεύεις τη μάνα μου τώρα;» μου πέταξε μια μέρα.

Δεν θα ξεχάσω πώς με κοίταξε όταν το είπε.

Σαν να είχα ξεστομίσει κάτι βρώμικο. «Δεν ζηλεύω τη μάνα σου», του απάντησα. «Ζηλεύω τη θέση που έχει στη ζωή σου.

Γιατί εγώ, ο άντρας μου, δεν την έχω.» Εκείνος χτύπησε το χέρι στο τραπέζι. «Δεν καταλαβαίνεις.

Είμαι ο μόνος της γιος.» «Και είσαι και ο μόνος μου άντρας», του είπα τόσο σιγά, που ούτε ξέρω αν το άκουσε.

Μεγάλωσα σε σπίτι που η μάνα μου έλεγε πάντα «τον άντρα δεν τον τραβάς από τη μάνα του, τον βοηθάς να σταθεί μόνος του». Τότε μου ακουγόταν σοφό.

Όταν όμως άρχισα να τρώω μόνη μου κάθε Πέμπτη και να ξυπνάω Σάββατο πρωί σε άδειο κρεβάτι, αυτή η φράση μου έκατσε σαν πέτρα στο στομάχι. Μια Κυριακή πήγα στη δική μου μάνα, τη Βάσω, και έσπασα.

Δεν έκλαψα όμορφα, όπως στις ταινίες.

Έκλαψα άσχημα, με αναφιλητά, με μύξες, με εκείνη τη ντροπή που νιώθεις όταν λες δυνατά κάτι που σε πονάει πολύ. «Μάνα, νομίζω ότι δεν με διαλέγει», της είπα.

Εκείνη άφησε κάτω τον ελληνικό καφέ και με κοίταξε ώρα. «Δεν είναι τόσο απλό», μου είπε. «Ο Στέλιος δεν έκοψε ποτέ τον ομφάλιο λώρο.

Αλλά κι εσύ, παιδί μου, δεν λες μόνο ότι πονάς.

Το κάνεις κατηγορία.

Και τότε ο άλλος κλείνει.» Θύμωσα όταν το άκουσα.

Ήθελα να με χαϊδέψει, να μου πει πως έχω δίκιο σε όλα.

Αλλά είχε ένα δίκιο κι εκείνη.

Εγώ δεν ζητούσα πια απλώς χρόνο.

Ζητούσα απόδειξη ότι με βάζει πρώτη.

Και το ζητούσα με φωνές, ειρωνείες, παγωμένα μούτρα, σπόντες για τη μάνα του.

Πώς να μην αμύνεται; Το ίδιο βράδυ, όταν γύρισε σπίτι, δεν άρχισα καβγά. Πρώτη φορά μετά από μήνες. 📖 Η ιστορία δεν τελειώνει εδώ! 👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences