[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

ΤΟ ΜΙΣΟΣ» (LA HAINE): ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΒΙΑ, ΤΟΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ. Τριάντα ένα χρόνια μετά, η ταινία του Ματιέ Κασοβίτς εξακολουθεί να μας αναγκάζει να κοιτάξουμε...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

ΤΟ ΜΙΣΟΣ» (LA HAINE): ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΒΙΑ, ΤΟΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ.

Τριάντα ένα χρόνια μετά, η ταινία του Ματιέ Κασοβίτς εξακολουθεί να μας αναγκάζει να κοιτάξουμε κατάματα μια πραγματικότητα που πολλοί προτιμούν να αγνοούν.

Το 1995, ο μόλις 27 ετών Ματιέ Κασοβίτς παρουσίασε μια από τις σημαντικότερες ταινίες του σύγχρονου γαλλικού κινηματογράφου: το «Μίσος» (La Haine). Μια ασπρόμαυρη ταινία που αφηγείται ένα εικοσιτετράωρο από τη ζωή τριών νεαρών στα εργατικά προάστια του Παρισιού.

Ένα εικοσιτετράωρο αρκετό για να αποκαλύψει έναν ολόκληρο κόσμο κοινωνικών αντιθέσεων. Ο Βινς, εβραϊκής καταγωγής, ο Ουμπέρ, αφρικανικής καταγωγής, και ο Σαΐντ, αραβικής καταγωγής, ζουν σε ένα περιβάλλον όπου η ανεργία, η φτώχεια, ο ρατσισμός, η αστυνομική αυθαιρεσία και η έλλειψη προοπτικής αποτελούν συστατικά στοιχεία της καθημερινότητας.

Τρεις νέοι με διαφορετικούς χαρακτήρες, αλλά με ένα κοινό χαρακτηριστικό, μεγαλώνουν σε μια κοινωνία που τους αντιμετωπίζει περισσότερο ως πρόβλημα παρά ως ανθρώπους με δικαιώματα, ανάγκες και όνειρα. Ο Βινς είναι οργισμένος.

Αναζητά στην εκδίκηση μια μορφή αποκατάστασης της πληγωμένης του αξιοπρέπειας. Ο Ουμπέρ αντιλαμβάνεται το αδιέξοδο της βίας και επιθυμεί να ξεφύγει από αυτόν τον κόσμο. Ο Σαΐντ προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στους δύο φίλους του, χρησιμοποιώντας συχνά το χιούμορ ως άμυνα απέναντι στη σκληρότητα της πραγματικότητας.

Κανένας τους δεν είναι ένας μονοδιάστατος κινηματογραφικός ήρωας.

Δεν είναι ούτε αθώοι άγγελοι ούτε εκ γενετής παραβατικοί νέοι.

Είναι άνθρωποι διαμορφωμένοι μέσα σε συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες, με αντιφάσεις, αδυναμίες, επιθυμίες και φόβους.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη δύναμη της ταινίας, ο Κασοβίτς δεν επιχειρεί απλώς να παρουσιάσει τη βία.

Προσπαθεί να μας κάνει να κατανοήσουμε τον κόσμο μέσα στον οποίο αυτή παράγεται και αναπαράγεται.

Η ταινία γεννήθηκε από ένα πραγματικό γεγονός. Τον Απρίλιο του 1993, ο νεαρός Μακομέ Μ'Μποβολέ σκοτώθηκε από αστυνομικό μέσα σε αστυνομικό τμήμα του Παρισιού. Ο Κασοβίτς μετατρέπει αυτό το τραγικό περιστατικό σε αφετηρία μιας ευρύτερης κινηματογραφικής αναζήτησης γύρω από τη σχέση της κρατικής εξουσίας με τους κοινωνικά αποκλεισμένους.

Η αστυνομική βία δεν παρουσιάζεται ως ένα απομονωμένο περιστατικό.

Εντάσσεται σε ένα πλέγμα κοινωνικών σχέσεων όπου η εξουσία, ο φόβος, η ταπείνωση και η αντίσταση αλληλοδιαπλέκονται.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η ταινία δικαιολογεί κάθε μορφή βίας των καταπιεσμένων.

Αντίθετα, δείχνει με οδυνηρή καθαρότητα ότι η εκδίκηση μπορεί να παγιδεύσει ακόμη περισσότερο εκείνους που αναζητούν μια διέξοδο από την καταπίεση.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η κινηματογραφική της γλώσσα.

Η ασπρόμαυρη φωτογραφία δεν αποτελεί απλώς αισθητική επιλογή.

Αφαιρεί από το Παρίσι τη γνώριμη τουριστική του λάμψη και αναδεικνύει μια άλλη πόλη, τις εργατικές πολυκατοικίες, τις τσιμεντένιες γειτονιές, τους δημόσιους χώρους όπου οι νέοι περιφέρονται χωρίς συγκεκριμένο προορισμό.

Η συνεχής παρουσία του ρολογιού υπογραμμίζει το πέρασμα του χρόνου.

Ένας χρόνος που μοιάζει να οδηγεί αναπόφευκτα προς μια τραγική κατάληξη.

Ακόμη και η περιπλάνηση των τριών φίλων στο κέντρο του Παρισιού αποκτά ιδιαίτερο συμβολισμό.

Βρίσκονται στην ίδια πόλη, αλλά δεν ανήκουν πραγματικά στον ίδιο κοινωνικό κόσμο.

Η γεωγραφική απόσταση ανάμεσα στα προάστια και στο κέντρο μετατρέπεται σε εικόνα της κοινωνικής απόστασης ανάμεσα σε διαφορετικές τάξεις και κοινωνικές ομάδες.

Μια κοινωνία μπορεί να μοιράζεται τον ίδιο γεωγραφικό χώρο και ταυτόχρονα να είναι βαθιά διαιρεμένη.

Από μια μαρξιστική οπτική, η ταινία προσφέρεται για μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ανάγνωση.

Ο κοινωνικός αποκλεισμός δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά ως αποτέλεσμα ατομικών επιλογών ή προσωπικών αποτυχιών.

Συνδέεται με τις υλικές συνθήκες ύπαρξης, την ταξική διαστρωμάτωση, τις ανισότητες στην πρόσβαση στα κοινωνικά αγαθά και τις σχέσεις εξουσίας.

Ωστόσο, ο Κασοβίτς δεν μας παρουσιάζει μια οργανωμένη εργατική τάξη που αγωνίζεται συλλογικά για τη χειραφέτησή της.

Μας δείχνει κάτι διαφορετικό και εξίσου σημαντικό, νέους ανθρώπους που βιώνουν τις συνέπειες των κοινωνικών αντιθέσεων, χωρίς να διαθέτουν τα συλλογικά μέσα για να τις υπερβούν.

Η οργή τους είναι πραγματική.

Η ταπείνωσή τους επίσης.

Αλλά η οργή δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε κοινωνική συνείδηση, ούτε η ατομική εκδίκηση σε συλλογική χειραφέτηση.

Αυτή η αντίφαση διατρέχει ολόκληρη την ταινία.

Το «Μίσος», επομένως, δεν είναι μια εξιδανίκευση της εξέγερσης.

Είναι και μια βαθιά τραγική αφήγηση για τα όρια της εξέγερσης όταν αυτή παραμένει εγκλωβισμένη στην ατομική αντίδραση.

Ο σκηνοθέτης αφήνει τους χαρακτήρες του να αναζητούν διέξοδο μέσα σε έναν κόσμο που διαρκώς τους την αρνείται.

Και τελικά μας θέτει ένα ερώτημα πολύ βαθύτερο από το αν η βία είναι δικαιολογημένη ή αδικαιολόγητη.

Τι συμβαίνει σε μια κοινωνία όταν ένα τμήμα της νέας γενιάς μεγαλώνει χωρίς να αισθάνεται ότι έχει θέση μέσα σε αυτήν; Η ταινία αρχίζει με την ιστορία ενός ανθρώπου που πέφτει από έναν ουρανοξύστη και, καθώς κατεβαίνει, επαναλαμβάνει καθησυχαστικά: «Ως εδώ, όλα καλά». Στο τέλος αντιλαμβανόμαστε ότι η πτώση δεν αφορά μόνο τους τρεις νέους.

Αφορά μια ολόκληρη κοινωνία που συνηθίζει να ζει με τις αντιφάσεις της, πιστεύοντας ότι μπορεί να αναβάλλει επ' αόριστον τις συνέπειές τους.

Τριάντα ένα χρόνια μετά, το «Μίσος» παραμένει επίκαιρο όχι επειδή ο Κασοβίτς προέβλεψε το μέλλον, αλλά επειδή κατόρθωσε να φωτίσει με καλλιτεχνική δύναμη κοινωνικές αντιθέσεις που δεν έχουν εξαλειφθεί.

Και αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, μια από τις μεγαλύτερες αρετές της ουσιαστικής πολιτικής τέχνης.

Δεν περιορίζεται στο να αναπαριστά τον κόσμο.

Μας βοηθά να κατανοήσουμε τις αντιφάσεις του και να αναρωτηθούμε για τη δυνατότητα αλλαγής του.

Το «Μίσος» δεν είναι απλώς μια ταινία για τρεις νέους στα προάστια του Παρισιού.

Είναι μια ταινία για τη χαμένη αθωότητα, την κοινωνική αδικία, την πληγωμένη αξιοπρέπεια και τη βαθιά ανθρώπινη ανάγκη να ανήκουμε σε έναν κόσμο που δεν μας αντιμετωπίζει ως περιττούς.

Και πάνω απ' όλα, είναι μια υπενθύμιση πως το πρόβλημα δεν είναι μόνο η πτώση.

Είναι η κοινωνία που εξακολουθεί να επαναλαμβάνει «ως εδώ, όλα καλά», ενώ η πρόσκρουση πλησιάζει.

Αφορμή για το κείμενο αποτέλεσε το άρθρο του Διονύση Μαρίνου για την ταινία «Το Μίσος», που δημοσιεύτηκε στο Andro στις 27 Μαΐου 2020. https://www.andro.gr/empneusi/25-years-la-haine/

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences