[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

Η γυναίκα πίσω από την κλειστή πόρτα Αθήνα, χειμώνας του 1942. Η πόλη είχε αλλάξει πρόσωπο. Οι δρόμοι που άλλοτε γέμιζαν από φωνές μικροπωλητών, παιδιά που έτρεχαν ξυπόλυτα στα πεζοδρόμια και...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η γυναίκα πίσω από την κλειστή πόρτα Αθήνα, χειμώνας του 1942.

Η πόλη είχε αλλάξει πρόσωπο.

Οι δρόμοι που άλλοτε γέμιζαν από φωνές μικροπωλητών, παιδιά που έτρεχαν ξυπόλυτα στα πεζοδρόμια και γυναίκες που επέστρεφαν από την αγορά με τα καλάθια τους, είχαν βυθιστεί σε μια παράξενη σιωπή.

Πάνω στις παλιές προσόψεις των σπιτιών, η υγρασία άφηνε μαύρα σημάδια, τα παντζούρια έμεναν κλειστά και οι άνθρωποι περπατούσαν σκυφτοί, με τα χέρια χωμένα στις τσέπες και τα μάτια καρφωμένα στο έδαφος. Η Κατοχή είχε απλώσει τη βαριά σκιά της παντού, ακόμα και μέσα στις ψυχές εκείνων που προσπαθούσαν να κρατήσουν ζωντανή την καθημερινότητά τους.

Σ’ έναν στενό δρόμο, κάπου ανάμεσα στην Πλάκα και στου Ψυρρή, στεκόταν ένα παλιό διώροφο σπίτι με ξεφλουδισμένους τοίχους, μια βαριά ξύλινη πόρτα και δυο παράθυρα που έβλεπαν στον δρόμο.

Εκεί ζούσε η Ερατώ, μια γυναίκα τριάντα οκτώ χρονών, μαζί με την εξάχρονη κόρη της, την Αννούλα.

Ο άντρας της, ο Σπύρος, είχε χαθεί από τις πρώτες κιόλας ημέρες της γερμανικής κατοχής.

Τον είχαν πάρει ένα πρωινό, μπροστά στα μάτια της, επειδή κάποιος τον είχε καταγγείλει πως βοηθούσε ανθρώπους που μοίραζαν παράνομα τρόφιμα και φυλλάδια.

Από τότε, κανένα γράμμα, καμία είδηση, κανένα σημάδι πως εξακολουθούσε να βρίσκεται κάπου ζωντανός. Η Ερατώ δεν ήξερε αν έπρεπε να τον περιμένει ή να μάθει να ζει σαν χήρα.

Κάθε φορά που ακούγονταν βαριά βήματα στη σκάλα, πεταγόταν όρθια.

Κάθε φορά που κάποιος σταματούσε έξω από την πόρτα, κρατούσε την αναπνοή της.

Είχε μάθει να ζει ανάμεσα στην ελπίδα και στον φόβο, χωρίς να αφήνει κανένα από τα δύο να φανεί στο πρόσωπό της μπροστά στο παιδί.

Πριν από τον πόλεμο, η ζωή τους ήταν φτωχική, μα είχε τη ζεστασιά της. Ο Σπύρος δούλευε σ’ ένα μικρό τυπογραφείο και η Ερατώ έραβε ρούχα για τις γειτόνισσες.

Τα χρήματα έφταναν ίσα ίσα για το νοίκι, το ψωμί, το λάδι και λίγα ξύλα για τη σόμπα. Τις Κυριακές, όταν ο καιρός ήταν καλός, έπαιρναν την Αννούλα και κατέβαιναν μέχρι τον Εθνικό Κήπο.

Το κοριτσάκι έτρεχε ανάμεσα στα δέντρα, ο Σπύρος αγόραζε ένα μικρό κουλούρι και η Ερατώ, καθισμένη σ’ ένα παγκάκι, τους κοιτούσε και πίστευε πως η ευτυχία ήταν κάτι απλό, κάτι που μπορούσε να χωρέσει μέσα σε μια φτωχή οικογένεια.

Ύστερα ήρθε ο πόλεμος, η πείνα και η απουσία.

Τον πρώτο καιρό της Κατοχής, η Ερατώ πουλούσε ένα ένα τα πράγματα του σπιτιού.

Έδωσε το καλό της παλτό, το ασημένιο κουταλάκι που της είχε αφήσει η μητέρα της, ακόμη και το μικρό ρολόι του Σπύρου, που δεν είχε σταματήσει ποτέ να λειτουργεί.

Κάθε αντικείμενο που έφευγε από τα χέρια της ήταν σαν να έκλεινε πίσω του ένα παράθυρο από την προηγούμενη ζωή της.

Στο τέλος, είχαν απομείνει μόνο το σιδερένιο κρεβάτι, ένα τραπέζι, δυο καρέκλες, η ραπτομηχανή της και μια εικόνα της Παναγίας πάνω από το προσκέφαλο.

Το δυσκολότερο, όμως, δεν ήταν η φτώχεια.

Ήταν η πείνα του παιδιού. Η Αννούλα ξυπνούσε πολλές φορές μέσα στη νύχτα και ζητούσε ψωμί. Η Ερατώ την έπαιρνε στην αγκαλιά της, την τύλιγε με την παλιά μάλλινη κουβέρτα και προσπαθούσε να την αποκοιμίσει, χαϊδεύοντάς της τα μαλλιά.

Κάποιες νύχτες, όταν το παιδί επιτέλους κοιμόταν, εκείνη καθόταν στο τραπέζι και κοιτούσε τα άδεια πιάτα.

Δεν έκλαιγε δυνατά.

Είχε καταλάβει πως ακόμη και τα δάκρυα χρειάζονταν δύναμη, κι εκείνη έπρεπε να φυλάξει όση της είχε απομείνει για την επόμενη ημέρα.

Στην απέναντι πολυκατοικία έμενε η κυρά-Δέσποινα, μια ηλικιωμένη γυναίκα που είχε χάσει και τους δυο γιους της στο μέτωπο.

Ήταν από εκείνες τις γυναίκες που είχαν μεγαλώσει μέσα στις στερήσεις και γνώριζαν πως η δυστυχία δεν κάνει θόρυβο όταν μπαίνει σ’ ένα σπίτι.

Μια μέρα, καθώς η Ερατώ στεκόταν στην είσοδο, την είδε να πλησιάζει κρατώντας ένα μικρό τυλιγμένο πανί.

Μέσα υπήρχαν λίγα φασόλια και μια χούφτα καλαμποκάλευρο.

Δεν ήταν αρκετά για να χορτάσουν δυο ανθρώπους, μα ήταν αρκετά για να τους κρατήσουν όρθιους εκείνη την ημέρα.

Από τότε, οι δυο γυναίκες έγιναν η μία στήριγμα της άλλης.

Αν η κυρά-Δέσποινα έβρισκε λίγες πατάτες, μοιραζόταν τις μισές.

Αν η Ερατώ κατάφερνε να ανταλλάξει ένα ρούχο με λίγο λάδι, άφηνε ένα μικρό μπουκαλάκι στο κατώφλι της γειτόνισσας.

Δεν είχαν πολλά να προσφέρουν, όμως η καθεμιά τους γνώριζε πως, εκείνα τα χρόνια, η μοιρασμένη μπουκιά είχε μεγαλύτερη αξία από ένα ολόκληρο τραπέζι σε καιρούς ειρήνης. Η Ερατώ δεν περιοριζόταν πια στο ράψιμο.

Άρχισε να πηγαίνει σε σπίτια εύπορων Αθηναίων, επιδιορθώνοντας ρούχα για να εξασφαλίσει λίγα τρόφιμα.

Έβλεπε πίσω από τις κλειστές πόρτες ανθρώπους που προσπαθούσαν να προστατεύσουν ό,τι είχε απομείνει από την παλιά τους ζωή.

Άλλοι έκρυβαν το τελευταίο τους σακί αλεύρι, άλλοι αντάλλασσαν κοσμήματα με λίγα αυγά, κι άλλοι είχαν πάψει να ανοίγουν την πόρτα τους, φοβούμενοι πως κάθε ξένος μπορούσε να φέρει μαζί του μια συμφορά.

Σ’ ένα από αυτά τα σπίτια γνώρισε την κυρία Αλεξάνδρα, μια γυναίκα από παλιά αθηναϊκή οικογένεια, που είχε χάσει τον άντρα της και ζούσε με τον ηλικιωμένο πατέρα της.

Η κυρία Αλεξάνδρα παρατήρησε πως η Ερατώ δεν ζητούσε ποτέ τίποτα για τον εαυτό της, παρόλο που τα ρούχα της είχαν φθαρεί και το πρόσωπό της είχε χάσει το χρώμα του.

Ένα απόγευμα, όταν η Ερατώ τελείωσε το μπάλωμα ενός παλτού, της έδωσε μια μικρή πάνινη τσάντα με τρόφιμα.

Δεν ήταν ελεημοσύνη.

Ήταν ο τρόπος μιας γυναίκας να αναγνωρίσει τον αγώνα μιας άλλης γυναίκας.

Στον δρόμο της επιστροφής, η Ερατώ πέρασε από την οδό Αθηνάς.

Εκεί η εικόνα της πόλης ήταν αβάσταχτη.

Άνθρωποι με πρόσωπα χλωμά και μάτια βαθουλωμένα στέκονταν μπροστά στα καταστήματα, ελπίζοντας να βρουν κάτι που να μπορούν να αγοράσουν.

Άλλοι κρατούσαν μικρά δεματάκια με πράγματα για ανταλλαγή.

Στις γωνίες, οι γυναίκες ρωτούσαν αν είχε φτάσει καμιά είδηση για τρόφιμα, ενώ οι άντρες συζητούσαν χαμηλόφωνα για τις συλλήψεις και τις εκτελέσεις.

Κανείς δεν μιλούσε δυνατά για όσα φοβόταν. Η Αθήνα είχε γεμίσει αυτιά που άκουγαν και στόματα που σιωπούσαν.

Όταν έφτασε σπίτι, η Αννούλα κοιμόταν καθισμένη στην καρέκλα, με το κεφάλι ακουμπισμένο στο τραπέζι. Η Ερατώ την πήρε αγκαλιά και την ξάπλωσε στο κρεβάτι.

Έπειτα άνοιξε την τσάντα και ακούμπησε τα τρόφιμα στο τραπέζι.

Για πρώτη φορά ύστερα από πολλές ημέρες, θα μπορούσε να μαγειρέψει κάτι που δεν θα ήταν μόνο νερό με λίγα χόρτα.

Εκείνο το βράδυ, καθώς το μικρό δωμάτιο γέμιζε με τη μυρωδιά του ζεστού φαγητού, η Ερατώ ένιωσε πως το σπίτι τους είχε ξαναβρεί για λίγο την ψυχή του.

Μα η Κατοχή δεν άφηνε κανέναν να ξεχαστεί για πολύ.

Λίγες ημέρες αργότερα, ένας νεαρός άντρας εμφανίστηκε στο κατώφλι της.

Ήταν αδύνατος, με φθαρμένα ρούχα και ένα πρόσωπο που έδειχνε μεγαλύτερο από την ηλικία του.

Δεν της είπε πολλά.

Της έδωσε μόνο ένα μικρό διπλωμένο χαρτί, που έφερε το όνομα του Σπύρου.

Τα χέρια της Ερατώς άρχισαν να τρέμουν.

Το χαρτί είχε περάσει από πολλά χέρια και οι λέξεις ήταν δυσανάγνωστες, όμως κατάφερε να ξεχωρίσει πως ο άντρας της είχε μεταφερθεί από το κρατητήριο σε έναν χώρο κράτησης έξω από την Αθήνα.

Δεν υπήρχε ημερομηνία, ούτε βεβαιότητα πως βρισκόταν ακόμη εκεί.

Η είδηση δεν της έδωσε την ανακούφιση που περίμενε.

Της έδωσε κάτι δυσκολότερο: έναν λόγο να συνεχίσει να ελπίζει, χωρίς να ξέρει αν η ελπίδα της είχε αντίκρισμα.

Από εκείνη την ημέρα, κάθε πρωί έβγαινε από το σπίτι νωρίς και αναζητούσε ανθρώπους που ίσως γνώριζαν κάτι για τους κρατουμένους.

Περνούσε από γραφεία, ρωτούσε διακριτικά, περίμενε έξω από κτίρια και κρατούσε στη μνήμη της ονόματα και διευθύνσεις.

Μερικοί την απέφευγαν.

Άλλοι της έλεγαν να μην επιμένει.

Κάποιοι την κοιτούσαν με συμπόνια, αλλά δεν είχαν τίποτα να της προσφέρουν.

Εκείνη συνέχιζε, επειδή η αβεβαιότητα είχε γίνει πιο δύσκολη από την ίδια την πείνα.

Στο μεταξύ, η μικρή Αννούλα άρχισε να καταλαβαίνει πως ο πατέρας της δεν θα επέστρεφε τόσο εύκολα όσο της έλεγε η μητέρα της.

Έπαψε να ρωτά κάθε βράδυ πότε θα γύριζε.

Αντί γι’ αυτό, άφηνε δίπλα στην πόρτα τα ξύλινα παπουτσάκια του, εκείνα που ο Σπύρος της είχε φτιάξει πριν από τον πόλεμο.

Πίστευε πως, αν τα έβλεπε μόλις επέστρεφε, θα καταλάβαινε πως το σπίτι τον περίμενε. Η Ερατώ δεν είχε τη δύναμη να της τα απομακρύνει.

Ο χειμώνας προχωρούσε και η Αθήνα βυθιζόταν ολοένα περισσότερο στη δυστυχία.

Στους δρόμους ακούγονταν πια συχνότερα σειρήνες, φωνές και ο θόρυβος των στρατιωτικών οχημάτων.

Τα βράδια, τα παράθυρα έκλειναν νωρίς και τα φώτα χαμήλωναν.

Πολλές οικογένειες είχαν εγκαταλείψει τα σπίτια τους αναζητώντας συγγενείς στην επαρχία, ενώ άλλες παρέμεναν στις γειτονιές τους, δεμένες με όσα είχαν απομείνει από τη ζωή τους. Η Ερατώ, όμως, δεν μπορούσε να φύγει.

Δεν ήξερε πού να πάει, ούτε πώς να αναζητήσει τον Σπύρο από μακριά.

Έτσι, έμεινε στο μικρό σπίτι, με την Αννούλα και τη ραπτομηχανή της.

Έραβε ως αργά τη νύχτα, άλλοτε με λίγο φως από μια λάμπα πετρελαίου και άλλοτε σχεδόν στα τυφλά.

Κάθε βελονιά ήταν ένα μικρό βήμα μακριά από την απόγνωση.

Κάθε ρούχο που παρέδιδε της εξασφάλιζε ένα κομμάτι ψωμί, λίγα κάρβουνα ή μια χούφτα όσπρια κι ύστερα ήρθε εκείνη η άνοιξη που η πόλη δεν μπόρεσε να υποδεχτεί με χαρά. Η Ερατώ είχε βγει να αναζητήσει τρόφιμα όταν άκουσε πως μια ομάδα κρατουμένων επρόκειτο να μεταφερθεί.

Έτρεξε προς τον δρόμο που της υπέδειξαν, με την καρδιά της να χτυπά τόσο δυνατά, που για μια στιγμή νόμισε πως δεν θα κατάφερνε να συνεχίσει.

Στάθηκε ανάμεσα σε άλλες γυναίκες, όλες με το ίδιο αγωνιώδες βλέμμα, όλες κρατώντας μικρά δεματάκια και όλες ψάχνοντας μέσα στα πρόσωπα των αντρών εκείνον που περίμεναν.

Τα οχήματα πέρασαν αργά.

Τα πρόσωπα ήταν κουρασμένα, πολλά σχεδόν αγνώριστα. Η Ερατώ κοιτούσε επίμονα, χωρίς να τολμά να αναπνεύσει.

Για μια στιγμή πίστεψε πως είδε τον Σπύρο.

Ένα πρόσωπο αδύνατο, με τα μαλλιά γκρίζα στους κροτάφους, γύρισε προς το μέρος της.

Ύστερα χάθηκε πίσω από έναν ώμο και το όχημα απομακρύνθηκε.

Δεν έμαθε ποτέ αν ήταν εκείνος.

Επέστρεψε στο σπίτι το απόγευμα, με τα χέρια άδεια και το βλέμμα χαμένο. Η Αννούλα την περίμενε πίσω από την πόρτα.

Όταν την είδε, έτρεξε κοντά της και την αγκάλιασε από τη μέση. Η Ερατώ γονάτισε μπροστά της και έμεινε πολλή ώρα κρατώντας την, σαν να μπορούσε με την αγκαλιά της να προστατεύσει το παιδί από όλα όσα είχαν συμβεί και από όσα ίσως θα ακολουθούσαν.

Οι μήνες πέρασαν αργά.

Η πείνα δεν εξαφανίστηκε από τη μια μέρα στην άλλη, ούτε οι φόβοι έπαψαν να συνοδεύουν τους ανθρώπους στους δρόμους.

Όταν, όμως, άρχισαν να φτάνουν οι ειδήσεις πως οι Γερμανοί υποχωρούσαν, η Αθήνα αναστέναξε βαθιά, σαν να ξυπνούσε από έναν εφιάλτη που είχε κρατήσει χρόνια.

Οι άνθρωποι άρχισαν να ανοίγουν τα παράθυρα, να βγαίνουν στις γειτονιές και να αναζητούν τους δικούς τους.

Στις πόρτες των σπιτιών εμφανίζονταν γυναίκες που περίμεναν χρόνια, κρατούσαν φωτογραφίες και ρωτούσαν για άντρες που είχαν χαθεί σε φυλακές, στρατόπεδα και εξορίες. Η Ερατώ περίμενε κι εκείνη.

Η απελευθέρωση της Αθήνας δεν της έφερε τον Σπύρο πίσω.

Για πολλές εβδομάδες, συνέχισε να αναζητεί το όνομά του σε καταλόγους και να ρωτά όσους επέστρεφαν από την αιχμαλωσία.

Κάποτε έμαθε πως ένας άντρας με το ίδιο όνομα είχε περάσει από έναν τόπο κράτησης, μα κανείς δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει τι είχε απογίνει.

Η πληροφορία ήταν αδύναμη, γεμάτη κενά, κι εκείνη την κράτησε μέσα της σαν ένα τελευταίο αναμμένο κερί.

Η ζωή, ωστόσο, δεν περίμενε να λυθούν όλα τα μυστήρια. Η Αννούλα μεγάλωνε και έπρεπε να πάει σχολείο.

Το σπίτι χρειαζόταν επισκευές, η ραπτομηχανή χρειαζόταν ανταλλακτικά και το ψωμί έπρεπε να βρίσκεται καθημερινά στο τραπέζι. Η Ερατώ συνέχισε να εργάζεται, μα τώρα είχε κάτι που της είχε λείψει για πολύ καιρό: την αίσθηση πως μπορούσε να σχεδιάσει την επόμενη ημέρα χωρίς να φοβάται ότι κάποιος θα χτυπούσε την πόρτα και θα της άρπαζε ό,τι αγαπούσε.

Πέρασαν χρόνια.

Οι τοίχοι του σπιτιού ασβεστώθηκαν ξανά, η ξύλινη πόρτα βάφτηκε και τα παράθυρα άνοιξαν διάπλατα για να μπει το φως. Η Αθήνα άλλαζε, οι δρόμοι γέμιζαν αυτοκίνητα και οι άνθρωποι προσπαθούσαν να αφήσουν πίσω τους τις μαύρες αναμνήσεις.

Μα η Ερατώ δεν ξέχασε ποτέ τις γυναίκες που στέκονταν στις γωνίες περιμένοντας μια είδηση, τα παιδιά που ζητούσαν ψωμί και τα σπίτια που είχαν μείνει ανοιχτά, ενώ εκείνοι που έπρεπε να επιστρέψουν δεν γύρισαν ποτέ. Η Αννούλα μεγάλωσε γνωρίζοντας πως ο πατέρας της ήταν ένας άνθρωπος που είχε αγαπήσει βαθιά την οικογένειά του και πως η απουσία του δεν είχε σβήσει τη θέση του μέσα στο σπίτι.

Η μητέρα της δεν της είπε ποτέ πως ήταν νεκρός, γιατί δεν το γνώριζε.

Δεν της είπε ούτε πως θα επέστρεφε, γιατί δεν ήθελε να της δώσει μια βεβαιότητα που κανείς δεν μπορούσε να εγγυηθεί.

Της έμαθε μόνο πως υπάρχουν άνθρωποι που χάνονται μέσα στις μεγάλες συμφορές της Ιστορίας, χωρίς να χάνεται η αγάπη που άφησαν πίσω τους.

Κάθε φορά που κάποιος περνούσε έξω από το παλιό τους σπίτι και έβλεπε την Ερατώ να στέκεται στην πόρτα, με τα μαλλιά της πια γκρίζα και τα χέρια της σημαδεμένα από τις βελόνες, δεν μπορούσε να φανταστεί πόσα είχε περάσει εκείνη η γυναίκα.

Έβλεπε μονάχα μια ηλικιωμένη Αθηναία που χαιρετούσε τους γείτονες και φρόντιζε τα λουλούδια σε μια πήλινη γλάστρα.

Μα πίσω από εκείνη την πόρτα είχε ζήσει μια ολόκληρη εποχή.

Είχε χωρέσει η πείνα, ο φόβος, η απουσία, η αλληλεγγύη και η ατέλειωτη αναμονή μιας γυναίκας που δεν επέτρεψε στην Κατοχή να της πάρει και την ανθρωπιά της κι αν κάποιος τη ρωτούσε ποια ήταν η πιο δύσκολη ημέρα της ζωής της, εκείνη δεν θα θυμόταν ούτε τις μέρες που δεν υπήρχε ψωμί ούτε τις νύχτες που άκουγε τα στρατιωτικά οχήματα να περνούν κάτω από το παράθυρό της.

Θα θυμόταν ένα πρωινό, όταν η Αννούλα είχε αφήσει τα ξύλινα παπουτσάκια του πατέρα της δίπλα στην πόρτα και είχε αποκοιμηθεί περιμένοντάς τον.

Γιατί ο πόλεμος δεν σκότωνε μονάχα ανθρώπους.

Έκλεβε από τα παιδιά την ανεμελιά τους, από τις γυναίκες τη σιγουριά τους και από τα σπίτια τη γαλήνη τους.

Κι όμως, μέσα στα πιο σκοτεινά χρόνια της Αθήνας, υπήρχαν άνθρωποι που εξακολουθούσαν να μοιράζονται το ψωμί τους, να ανοίγουν τις πόρτες τους και να κρατούν μια θέση στο τραπέζι για εκείνους που έλειπαν. Η Ερατώ ήταν μία από αυτούς και όσο η παλιά ξύλινη πόρτα του σπιτιού της έμενε όρθια, η ιστορία της θα συνέχιζε να υπάρχει, όχι σαν μια μεγάλη ηρωική πράξη, αλλά σαν μια σιωπηλή μαρτυρία για τους απλούς ανθρώπους που άντεξαν την Κατοχή στην Αθήνα και κράτησαν μέσα τους, παρά τα πάντα, ένα μικρό κομμάτι από τον κόσμο που είχαν χάσει. Άννα Δανάλη

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences