Η ιστορική συνέχεια της αρχαίας και της σύγχρονης Ελλάδος, διαμέσω του Βυζαντίου. ✏️ Της Αικ.Γ. Δασκαλοπούλου Η έννοια της «ελληνικότητος» ως συνέχεια ή κοινό νήμα ανάμεσα σε αρχαίους, βυζαντινούς...
Η ιστορική συνέχεια της αρχαίας και της σύγχρονης Ελλάδος, διαμέσω του Βυζαντίου. ✏️ Της Αικ.Γ. Δασκαλοπούλου Η έννοια της «ελληνικότητος» ως συνέχεια ή κοινό νήμα ανάμεσα σε αρχαίους, βυζαντινούς και νεότερους Έλληνες αποτελεί ένα από τα πιο σύνθετα και συνάμα πολιτικά φορτισμένα προβλήματα της νεότερης ελληνικής ιστοριογραφίας και εθνικής ταυτότητας.
Η αυτοκρατορία του Βυζαντίου, παρά την επίσημη ονομασία «Ῥωμανία» και τη ρωμαϊκή αποστολή, καλλιέργησε ελληνόφωνο, ελληνότροπο πολιτισμό και λογοτεχνία.
Ταυτόχρονα, η νεότερη ελληνική ιστοριογραφία και πολιτισμική αυτοσυνείδηση διεκδικεί τη μισγάγγεια (συνέχεια, συγχώνευση) αρχαίας ελληνικής και βυζαντινής παράδοσης.
Σε αντιδιαστολή, όμως, η φιλοσοφία των διαφωτιστών δημιούργησε συχνά μια διάσπαση (rupture) ανάμεσα στην «αρχαία Ελλάδα» και το «σύγχρονο ελληνικό έθνος», η οποία εντάσσεται σε ευρύτερες πολιτικές, ιδεολογικές και γεωπολιτικές συγκυρίες.
Το παρόν άρθρο θα επιχειρήσει (α) να παρουσιάσει τα επιχειρήματα υπέρ της ελληνικότητας του Βυζαντίου και της ιστορικής συνέχειάς του (β) να ασκήσει κριτική στην άποψη των διαφωτιστών που αποσυνδέουν τους αρχαίους Έλληνες από τους σύγχρονους (γ) να διερευνήσει τι εξυπηρετούσε (τότε και σήμερα) μια τέτοια τακτική αποσύνδεσης, και (δ) να αναλύσει τον υφέρποντα ρατσισμό των δυτικών έναντι των Νεοελλήνων και τα αποικιοκρατικά του κατάλοιπα. Ι. Ελληνικότητα του Βυζαντίου και η «μισγάγγεια» αρχαίας Ελλάδας & Βυζαντίου (α) Στοιχεία ελληνικότητας στο Βυζάντιο Το Βυζάντιο ιστορικά αναπτύχθηκε ως η ανατολική συνέχεια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ωστόσο η κυριαρχία της ελληνικής γλώσσας, η ελληνική γραμματεία και η έντονη ελληνική πολιτισμική παράδοση εντός της αυτοκρατορίας καθιστούν την ελληνικότητα ως στοιχείο κεντρικό.
Για παράδειγμα, αναφέρεται ότι «ο πολιτισμός του βυζαντινού κράτους … ήταν η τελευταία φάση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού». Το γεγονός ότι οι λόγιοι του Βυζαντίου μελετούσαν, σχολίαζαν και προέβαλαν την αρχαία ελληνική γραμματεία, ενώ η ελληνική γλώσσα χρησιμοποιούνταν ευρύτατα, δείχνει ότι η ελληνικότητα δεν ήταν απλώς υφέρπουσα, αλλά μάλλον ενεργός παράγων.
Επίσης, η διάκριση «Ῥωμανός» δεν αποκλείει ελληνική εθνο-πολιτισμική ταυτότητα: ο όρος «Ῥωμανία» είχε πρωτίστως πολιτειακό χαρακτήρα. (β) Η «μισγάγγεια», ήτοι η συνέχεια και διασύνδεση αρχαίας Ελλάδας και Βυζαντίου Αναφέροντας τον ιδιότυπο χαρακτήρα της συνέχειας, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι το Βυζάντιο απετέλεσε μια μεταβατική και συγχρόνως συγκεχυμένη μορφή: διατήρησε το ελληνικό πνευματικό απόθεμα (φιλοσοφία, λογοτεχνία, έργα του αρχαίου κόσμου), ενσωμάτωσε χριστιανισμό και ρωμαϊκή πολιτική παράδοση, και εξέφρασε –ειδικά μετά τον 7°–8° αιώνα– μία ελληνόφωνη και ελληνοκεντρική αυτοσυνείδηση.
Συνεπώς, η συνέχεια ανάμεσα στην αρχαία Ελλάδα και το Βυζάντιο δεν είναι απλώς γλωσσική αλλά πολιτισμική και ιστορική.
Η χρήση της ελληνικής γλώσσας, η διατήρηση των σχολών, και η μετάδοση της αρχαίας γραμματείας στους βυζαντινούς χρόνους υποστηρίζουν αυτό το επιχείρημα.
Η «μισγάγγεια» δεν σημαίνει ότι όλα είναι ταυτόσημα, υπήρξαν φυσικά μεταβολές, διαφορές, επιρροές από άλλες κουλτούρες και γεωγραφικές μετακινήσεις.
Όμως η βασική δομή ενδεικτικά δείχνει συνέχεια: ελληνική παιδεία -βυζαντινό πλαίσιο -νεότερη ελληνική ταυτότητα. (γ) Συγχώνευση, αντιθέσεις και κρίσεις Παρά την παραπάνω συνέχεια, υπάρχει και το επιχείρημα ότι το Βυζάντιο διαφοροποιήθηκε ριζικά από την αρχαία Ελλάδα.
Η χριστιανική ηθική, η πολιτική συγκέντρωση, η διοικητική δομή και η έμφαση στη θρησκεία δημιούργησαν ένα «διαφορετικό» πολιτισμικό «μοντέλο». Ορισμένοι ιστορικοί τονίζουν ότι για πολλούς αιώνες η αυτοκρατορία είχε περισσότερο «ρωμαϊκή» ή «ανατολική» ταυτότητα.
Όμως το ελληνικό στοιχείο ήταν παρόν και η νεότερη ιστοριογραφία το θεωρεί κεντρικό.
Σε αυτό το πλαίσιο, θεωρούμε έγκυρη την χρήση του όρου της (κατά Καργάκο) «μισγάγγειας» με την έννοια της εν μέρει συγχώνευσης/συνέχειας παρά πλήρους ταύτισης. ΙΙ. Κριτική στην άποψη των διαφωτιστών που αποσυνδέουν τους αρχαίους Έλληνες από τους σύγχρονους (α) Η άποψη των διαφωτιστών Οι στοχαστές του Διαφωτισμού, ως μέρος της νεότερης ευρωπαϊκής ιδεολογίας, πρότειναν συχνά ότι η σύγχρονη ελληνική κοινωνία δεν μπορεί να έχει άμεση συνέχεια ή ταυτότητα με την αρχαία ελληνική πόλη-κράτος ή το πνεύμα της κλασικής εποχής.
Η νεότερη Ελλάδα θεωρήθηκε «νέα δημιουργία», διαχωρισμένη από τους προγόνους της.
Η άποψη αυτή ενισχύθηκε από την επιρροή του Γαλλικού Διαφωτισμού, που έβλεπε ως κέντρο τον δυτικό πολιτισμό και θεωρούσε την Ανατολή (και κατ’ επέκταση το Βυζάντιον) ως λιγότερο «προοδευτική», «φεουδαρχική» ή «ανατολίζουσα». (β) Κριτική της αποσύνδεσης Ως προς την ιστορική πραγματικότητα, η αποσύνδεση αυτή φαίνεται επισφαλής για πολλούς λόγους. 1. Γλωσσική συνέχεια Η ελληνική γλώσσα διετηρήθη τόσο στο Βυζάντιο όσο και στο νεότερο ελληνικό κράτος, αν και με εξελίξεις.
Η γλωσσική ομαλότητα υποστηρίζει τη σύνδεση. 2. Πολιτισμική και πνευματική παράδοση Η συνεχής μετάδοση της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, φιλοσοφίας και παιδείας μέσω του Βυζαντίου έως τη νεότερη Ελλάδα δείχνει ότι δεν επήλθε «διακοπή». 3. Ταυτότητα και αυτοσυνείδηση Υπάρχουν ενδείξεις ότι ήδη στο Βυζάντιο υπήρχε ελληνόφωνη ταυτότητα και επίγνωση της ελληνικής σχολαστικής παράδοσης.
Η ρητορική που μιλά για «Έλληνες» στον βυζαντινό χώρο είναι τεκμηριωμένη. 4. Ανάπτυξη εντός του χωροχρόνου της ελληνικής γεωγραφίας Η γεωγραφική συνέχεια, η ελληνική χερσόνησος, οι ελληνικές πόλεις, η ελληνόφωνη κοινωνία, ενισχύει την άποψη της συνέχειας.
Η αποσύνδεση που υποστήριξαν οι διαφωτιστές λειτουργεί περισσότερο ως αναλυτικό και ιδεολογικό εργαλείο παρά ως ακλόνητο ιστορικό γεγονός.
Η ιστορική αφήγηση που παρουσιάζει την αρχαία Ελλάδα ως απομονωμένο «χρυσό αιώνα» και τη νεότερη Ελλάδα ως νέα κατασκευή, στερείται αναλογικά της ενδιάμεσης φάσης του Βυζαντίου ως γέφυρας. (γ) Τι εξυπηρετούσε αυτή η τακτική τότε και τι εξυπηρετεί σήμερα Τότε (19ος αιώνας – Διαφωτισμός – ελληνικό κράτος) Η αποσύνδεση βοήθησε στην ευρωπαϊκή ένταξη της νεότερης Ελλάδας ως «μοντέρνου» έθνους-κράτους, αποφεύγοντας τον στιγματισμό της ως «ανατολικού βαρβαρικού» υπόλοιπου της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
Ενίσχυσε την ιδέα ότι η Ελλάδα είναι «δυτική» και ότι καλύπτει τον κλασικό και τον σύγχρονο ευρωπαϊκό πολιτισμό, ώστε να αποκτήσει διεθνές κύρος.
Δημιούργησε μια ιστοριογραφική ρήξη με το μεσαιωνικό και χριστιανικό παρελθόν, που για πολλούς διαφωτιστές θεωρούνταν εμπόδιο στην πρόοδο και τον εκκοσμικευμένο νεωτερικό πολιτισμό. Σήμερα Η αποσύνδεση αυτή εξυπηρετεί ιδεολογικές στρατηγικές.
Διαχωρισμός της «αρχαίας κληρονομιάς» από τη νεότερη «καχεκτική» ελληνική πραγματικότητα, ενισχύοντας την αντίληψη ότι η σύγχρονη Ελλάδα «δεν τα καταφέρνει» επειδή δεν είναι πια η ενάρετη συνέχεια της αρχαιότητας.
Ενισχύει έναν τύπο «εσωτερικής γενεαλογίας» που βλέπει τη νεότερη Ελλάδα ως υπολειπόμενο μέλος της δυτικής «παραγωγής» πολιτισμού και συνεπώς ανοίγει την πόρτα σε στάσεις ελέγχου, επιτροπείας ή υποτιμητικής αντιμετώπισης από «δυτικές» θέσεις.
Εξυπηρετεί, επίσης, πολιτικές λογικές ανασκευής ταυτοτήτων: π.χ. με προβολή της «ανατολικής κατάστασης» της Ελλάδας (ως κράτος με «ανατολίτικες» ρίζες) προβάλλεται ως ανάγκη μεταρρύθμισης, εκσυγχρονισμού, «συμμόρφωσης» προς το δυτικό πρότυπο. ΙΙΙ.
Ο υφέρπων ρατσισμός των δυτικών έναντι των Νεοελλήνων και τα αποικιοκρατικά κατάλοιπα (α) Διαστάσεις του «ρατσισμού» Ο δυτικός λόγος για την Ελλάδα (και τους Έλληνες) συχνά περιλαμβάνει υποτιμητικά στερεότυπα: «ο φτωχός συγγενής», «ο μουσουλμανικός ή βαλκανικός χαρακτήρας», «η φυλετική και πολιτισμική υστέρηση» κ.α. Η αποσύνδεση από την αρχαία Ελλάδα και η υποβάθμιση της βυζαντινής συνέχειας λειτουργεί ως νομιμοποίηση του ότι η Ελλάδα βρίσκεται «πίσω» σε σχέση με τη Δύση.
Το κάτωθι απόσπασμα είναι ενδεικτικό «Γιατί οι δυτικοί μισούσαν τους Βυζαντινούς… και το Βυζάντιο και προσπαθούν να μας πείσουν ότι δεν είμαστε καν απόγονοί τους.
Ότι και καλά αυτοί ήταν κάτι άχρηστοι κατσαπλιάδες…» (β) Αποικιοκρατικά κατάλοιπα Η λογική είναι παρόμοια με τις αποικιοκρατικές σχέσεις.
Υπήρχαν (και υπάρχουν) κέντρα ιεράρχησης των πολιτισμών, η Δύση ως «ανώτερη», η Ανατολή και ο «Νότος» ως «καθυστερημένοι». Στο πλαίσιο αυτό η Ελλάδα, παρά την αρχαία της κληρονομιά, εμφανίζεται συχνά από δυτικές ή «διεθνείς» αφηγήσεις είτε ως «μετα-εκκίνηση» προς τη Δύση, είτε ως «υπολειπόμενος κρίκος». Η αποσύνδεση από το αρχαίο παρελθόν λειτουργεί ως μορφή πολιτισμικής απομείωσης.
Επιπλέον, η εκπαιδευτική και ιστοριογραφική αντιμετώπιση της ελληνικής γλώσσας, της αρχαίας γραμματείας και της συνέχειας της παράδοσης συνδέεται με μία μορφή «εσωτερικής αποικιοποίησης». Η νεότερη Ελλάδα καλείται να αποδείξει ότι είναι «δυτική» και «μοντέρνα» και να προσαρμοστεί στο δυτικό πολιτιστικό και ιδεολογικό πλαίσιο.
Η διαπίστωση, επί παραδείγματι, ότι στην εκπαίδευση υποβαθμίζεται η διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών, είναι χαρακτηριστική.
Η υποτίμηση των «παραδοσιακών» ελληνικών στοιχείων μπορεί να ιδωθεί ως συνέχεια της αποικιοκρατικής λογικής.
Ότι δηλαδή ο «κατακτημένος» πρέπει να αποδεχθεί τις αξίες του κατακτητή, και η δική του παράδοση θεωρείται δευτερεύουσα. (γ) Ενδείξεις και επιπτώσεις Η παρουσία στερεοτύπων για «βυζαντινή Ανατολή» και «ελληνική κατάπτωση» αποτελεί μορφή πολιτισμικής απώλειας.
Η ανάγκη «εκσυγχρονισμού» της Ελλάδας, που συνήθως συνεπάγεται «υιοθέτηση δυτικών αξιών», έχει ιστορική συνέχεια και σχετίζεται με την απομείωση της ελληνικής παράδοσης.
Η έλλειψη ευρείας αναγνώρισης της βυζαντινής συνέχειας μειώνει την αυτοεκτίμηση και ενισχύει την αίσθηση ότι η ελληνική ταυτότητα είναι «άρρωστη», «καθυστερημένη» ή «αναγκαστική». Εκπαιδευτικά, η υποβάθμιση των αρχαίων ελληνικών και της κλασικής παιδείας μπορεί να ενισχύει την αποσύνδεση και την άγνοια των νέων ως προς την πολιτιστική τους διαδρομή. ΙV. Εν κατακλείδι, η ελληνικότητα του Βυζαντίου και η μισγάγγεια αρχαίας και νέας Ελλάδος διαμέσω του Βυζαντίου, είναι επιχειρηματολογικά πειστική και αποτελεί κρίσιμο στοιχείο της ιστορικής και πολιτισμικής αυτοσυνείδησης του λαού μας.
Η απόρριψη ή η αποσύνδεση της συνέχειας αυτής, όπως προτάθηκε από τους διαφωτιστές, εξυπηρετούσε ιδεολογικές επιλογές της νεωτερικότητος, αλλά στην πράξη δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές ιστορικές συνθήκες.
Επιπλέον, η λογική αυτή ενέχει στοιχεία πολιτισμικής υποτίμησης και συνδέεται με λογικές αποικιοκρατικής κατανομής «ανωτερότητος- κατωτερότητος». Η αναγνώριση της ιστορικής συνέχειας, αρχαίας - βυζαντινής -σύγχρονης ελληνικής ταυτότητος, δεν είναι μόνο ιστορικά ορθή, αλλά και πολιτισμικά ενδυναμωτική.
Προσδίδει στον ελληνισμό μια ενιαία, διαχρονική παρουσία, και μειώνει τις μορφές «εξωτερικής» ή «εσωτερικής» απομείωσης.
Συνάμα, απαιτείται προσεκτική ιστοριογραφία που να μην εξιδανικεύει ούτε να αποσιωπά τις διαφορές.
Η συνέχεια δεν σημαίνει απαραιτήτως απουσία μεταβολών. Το Βυζάντιο δεν είναι απλώς «αρχαία Ελλάδα στα χρόνια του Χριστού» ούτε η σύγχρονη Ελλάδα απλώς η μεταφορά της κλασικής Αθήνας στο σήμερα.
Η ιστορική κριτική πρέπει να διακρίνει μεταξύ συνέχειας και αλλαγής.
Τέλος, η ιστορική μας αυτοσυνείδηση θα ωφεληθεί εάν κατανοήσουμε ότι η ελληνικότητα δεν είναι μία κλειστή φάση του 5ου π.κ.ε. αιώνος, αλλά μία ζωντανή διαδρομή, με το Βυζάντιο ως ουσιαστικό ενδιάμεσο κρίκο, και ότι η απομείωση ή η υποτίμηση αυτού του κρίκου μπορεί να έχει πολιτισμικές, εκπαιδευτικές και ψυχολογικές επιπτώσεις για όλους μας. 📚📖 Βιβλιογραφία και πηγές: 1. Βακαλόπουλος, Α. (1974). Ιστορία του Νέου Ελληνισμού (Τόμος Α'). Θεσσαλονίκη. 2. Δημαράς, Κ. Θ. (1977). Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Αθήνα: Ερμής. 3. Kaldellis, A. (2007). Hellenism in Byzantium: The Transformations of Greek Identity and the Reception of the Classical Tradition. Cambridge University Press, https://archive.org/details/hellenisminbyzan0000kald 4. Κιτρομηλίδης, Π. Μ. (1996). Νεοελληνικός Διαφωτισμός: Οι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες. Αθήνα: ΜΙΕΤ. 5. Παπαρρηγόπουλος, Κ. (1932). Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Αθήνα: Ελευθερουδάκης. 6. Σβορώνος, Ν. (1999). Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας. Αθήνα: Θεμέλιο. 7. Σκοπετέα, Έ. (1988). Το «Πρότυπο Βασίλειο» και η Μεγάλη Ιδέα. Αθήνα: Νήσος. 8. Καργάκος, Σ. (2020). Η Ελληνική Ιστορική Συνέχεια και η Υπονόμευσή της. Αθηνα: Gutenberg 📸 Εικόνα: Διαδίκτυον
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους