Στις 20 Οκτωβρίου 1973, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Νίξον προκάλεσε μία από τις σοβαρότερες συνταγματικές και πολιτικές κρίσεις στην αμερικανική ιστορία. Εν μέσω των αποκαλύψεων για το σκάνδαλο...
Στις 20 Οκτωβρίου 1973, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Νίξον προκάλεσε μία από τις σοβαρότερες συνταγματικές και πολιτικές κρίσεις στην αμερικανική ιστορία.
Εν μέσω των αποκαλύψεων για το σκάνδαλο Watergate, διέταξε την απομάκρυνση του ειδικού εισαγγελέα Άρτσιμπαλντ Κοξ, ο οποίος ερευνούσε την υπόθεση και απαιτούσε να παραδοθούν οι μυστικές ηχογραφήσεις των συνομιλιών στον Λευκό Οίκο.
Μία ημέρα νωρίτερα, ο Νίξον είχε προτείνει έναν συμβιβασμό: αντί για τις πρωτότυπες ηχογραφήσεις, θα παραδίδονταν γραπτές περιλήψεις τους. Ο Κοξ αρνήθηκε, θεωρώντας ότι το αυθεντικό υλικό ήταν απαραίτητο για τη διερεύνηση της υπόθεσης.
Η άρνησή του οδήγησε στην εντολή απόλυσής του.
Ο υπουργός Δικαιοσύνης Έλιοτ Ρίτσαρντσον αρνήθηκε να εκτελέσει την εντολή του προέδρου και παραιτήθηκε.
Ο αναπληρωτής του, Γουίλιαμ Ράκελσχαους, αρνήθηκε επίσης και απομακρύνθηκε από τη θέση του.
Τελικά, ο Ρόμπερτ Μπορκ, που ανέλαβε προσωρινά την ηγεσία του υπουργείου, απέλυσε τον Κοξ.
Η αλληλουχία των γεγονότων έμεινε στην ιστορία ως «Saturday Night Massacre», δηλαδή «Σφαγή του Σαββατόβραδου». Η απόφαση του Νίξον προκάλεσε πολιτική θύελλα, ενίσχυσε τις απαιτήσεις για την παραπομπή του και έφερε στο προσκήνιο το ζήτημα των ορίων της προεδρικής εξουσίας.
Καθοριστικός ήταν και ο ρόλος των ΜΜΕ.
Οι αποκαλύψεις των Μπομπ Γούντγουορντ και Καρλ Μπέρνστιν της Washington Post είχαν ήδη μετατρέψει το Watergate σε μείζον πολιτικό σκάνδαλο, ενώ οι τηλεοπτικές ακροάσεις της Γερουσίας επέτρεπαν σε εκατομμύρια Αμερικανούς να παρακολουθούν την εξέλιξη της έρευνας.
Οι τηλεοπτικές ακροάσεις της Γερουσίας είχαν επιτρέψει στους Αμερικανούς να παρακολουθούν δημόσια τις μαρτυρίες και τις αντιφάσεις της προεδρικής διοίκησης.
Η απόλυση του Κοξ ενίσχυσε τις εκκλήσεις για παραπομπή του Νίξον και τελικά η πίεση που προέκυψε από τις δικαστικές διαδικασίες, το Κογκρέσο και τις νέες αποκαλύψεις οδήγησε στην παραίτησή του στις 9 Αυγούστου 1974. Το Watergate παραμένει ένα από τα σημαντικότερα παραδείγματα της δύναμης της ερευνητικής δημοσιογραφίας, αλλά και της σημασίας των ανεξάρτητων θεσμών στον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους