«Ποια είναι η Ελένη;» τον ρώτησα με το κινητό στο χέρι και τα δάχτυλά μου να τρέμουν τόσο πολύ που νόμιζα πως θα μου πέσει κάτω. Ο Στέφανος γύρισε από την κουζίνα κρατώντας ένα ποτήρι νερό. Με...
«Ποια είναι η Ελένη;» τον ρώτησα με το κινητό στο χέρι και τα δάχτυλά μου να τρέμουν τόσο πολύ που νόμιζα πως θα μου πέσει κάτω. Ο Στέφανος γύρισε από την κουζίνα κρατώντας ένα ποτήρι νερό.
Με κοίταξε για ένα δευτερόλεπτο, κι αυτό το ένα δευτερόλεπτο μου έφτασε.
Δεν ήταν απορία.
Δεν ήταν θυμός.
Ήταν πανικός. «Άσ' το αυτό, Μαρία.
Δεν είναι αυτό που νομίζεις.» Πόσες φορές το έχουμε ακούσει αυτό; Και όμως, όταν το ακούς από τον άνθρωπό σου, είναι σαν να σου σκίζει κάποιος το δέρμα αργά.
Στο κινητό του υπήρχαν μηνύματα μηνών. «Μου λείπεις». «Πότε θα της το πεις;» «Χθες ήσουν αλλού, το κατάλαβα». Δεν διάβασα παρακάτω.
Δεν άντεξα.
Ένιωσα το στομάχι μου να δένεται κόμπος.
Δώδεκα χρόνια γάμου, ένα σπίτι στο Παγκράτι με δάνειο, λογαριασμοί, Κυριακές με τα πεθερικά, ψώνια από το σούπερ μάρκετ της γειτονιάς, καβγάδες για βλακείες, συμφιλιώσεις με μισόλογα.
Και ξαφνικά, όλα έμοιαζαν ψεύτικα. «Από πότε;» ψιθύρισα. «Μαρία, άκουσέ με...» «Από πότε;» Έτριψε το μέτωπό του.
Δεν με πλησίασε.
Αυτό πείραξε πιο πολύ κι από την αλήθεια. «Έξι μήνες.» Γέλασα.
Όχι επειδή ήταν αστείο.
Εκείνο το γέλιο βγήκε σαν σπάσιμο. «Έξι μήνες; Και με κοιτούσες κάθε μέρα; Καθόσουν απέναντί μου και έτρωγες; Με άφηνες να πλένω τα πουκάμισά σου και μετά πήγαινες σ' εκείνη;» Δεν απάντησε.
Μόνο κάθισε στον καναπέ, σαν κουρασμένος.
Λες και ήμουν εγώ το βάρος του.
Το ίδιο βράδυ πήγα στη μητέρα μου στο Περιστέρι.
Δεν κοιμήθηκα ούτε λεπτό.
Εκείνη μου έλεγε «σκέψου το ψύχραιμα», «μην πάρεις αποφάσεις πάνω στα νεύρα σου», «οι άντρες κάνουν βλακείες». Αυτή η τελευταία φράση με αποτελείωσε.
Οι άντρες κάνουν βλακείες.
Κι οι γυναίκες τι κάνουν; Τις καταπίνουν; Για δύο εβδομάδες πηγαινοερχόμουν σαν χαμένη.
Στη δουλειά χαμογελούσα μηχανικά στο λογιστικό γραφείο, γύριζα σπίτι μόνο για να πάρω ρούχα, και κάθε γωνία του διαμερίσματος με χτυπούσε στο στήθος.
Η πολυθρόνα που είχαμε διαλέξει μαζί.
Η κούπα του καφέ του.
Η οδοντόβουρτσά του δίπλα στη δική μου.
Σιχαινόμουν που ακόμα τον αγαπούσα λίγο.
Ναι, λίγο.
Ή πολύ.
Δεν ξέρω. Ο Στέφανος έκλαιγε, ορκιζόταν, έλεγε πως τελείωσε, πως έκανε λάθος, πως πιεζόταν, πως φοβήθηκε, πως δεν ήθελε να με χάσει.
Όλα τα «πως» του κόσμου.
Αλλά ούτε μία φορά δεν μου εξήγησε γιατί με κοίταζε στα μάτια και μου έλεγε ψέματα κάθε μέρα.
Ένα βράδυ, ενώ μάζευα τα πράγματά μου, μου είπε: «Δηλαδή θα πετάξεις μια ζωή έτσι;» Γύρισα και τον κοίταξα. «Δεν την πέταξα εγώ, Στέφανε.
Εσύ την έδωσες αλλού.» Η θεία μου η Κατερίνα είχε ένα μικρό σπίτι έξω από το Κολυμπάρι, στην Κρήτη.
Μου είπε να πάω όσο χρειαστεί, να καθαρίσει το κεφάλι μου.
Πήγα με μια μεγάλη βαλίτσα, δύο σακ βουαγιάζ και μια ντροπή που με έπνιγε.
Στα σαράντα μου, να ξεκινάω από την αρχή.
Ποια το κάνει αυτό εύκολα; Τις πρώτες μέρες άκουγα μόνο αέρα και θάλασσα.
Καθόμουν στο μικρό μπαλκόνι και έπινα καφέ κοιτώντας το λιμάνι.
Οι άνθρωποι εκεί ήξεραν να σε κοιτάζουν στα ίσια.
Η κυρά-Δέσποινα από το διπλανό σπίτι μου χτυπούσε την πόρτα με ντολμαδάκια, χόρτα, κουβέντα.
Χωρίς να ρωτάει πολλά.
Αυτό το «χωρίς να ρωτάει πολλά» ήταν σωτήριο.
Βρήκα δουλειά σε ένα μικρό ξενοδοχείο στην υποδοχή.
Μισθός μέτριος, ώρες πολλές, αλλά για πρώτη φορά μετά από καιρό ένιωθα χρήσιμη.
Να βγάζω τα λεφτά μου, να πληρώνω το δικό μου ρεύμα, να μην απολογούμαι σε κανέναν για το πού είμαι και τι κάνω.
Εκεί γνώρισα τον Μανώλη. Ψαράς.
Ψημένος απ' τον ήλιο, ήρεμος, με μάτια καθαρά.
Ερχόταν τα χαράματα με καφάσια και μύριζε θάλασσα και αλάτι.
Στην αρχή λέγαμε μόνο καλημέρα.
Μετά μια μέρα με βρήκε να κλαίω πίσω από το κτίριο, γιατί είχα δει τυχαία μια παλιά φωτογραφία με τον Στέφανο στο κινητό μου. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους