ΤΑ ΑΛΩΝΙΑ Κάτω από τις σιδηροδρομικές γραμμές, πολύ κοντά στο χωριό μου, προς τον εύφορο κάμπο που χαρίζει ο ποταμός Έβρος, ήτανε τα αλώνια των αγροτών συγχωριανών μου. Ανάμεσα στον κεντρικό δρόμο...
ΤΑ ΑΛΩΝΙΑ Κάτω από τις σιδηροδρομικές γραμμές, πολύ κοντά στο χωριό μου, προς τον εύφορο κάμπο που χαρίζει ο ποταμός Έβρος, ήτανε τα αλώνια των αγροτών συγχωριανών μου.
Ανάμεσα στον κεντρικό δρόμο που οδηγεί στα χωράφια και τον σιδηροδρομικό σταθμό, απλώνονταν οι κυκλικές, με πολύ νοικοκυροσύνη και κόπο, που έχουν γλείψει με τη γλώσσα, τολμώ να πω, από χόρτα καθαρισμένοι χώροι, που θα δέχονταν τη σοδειά.
Αυτή μεταφερόταν από κοντινούς και απομακρυσμένους αγρούς με κάρα, πολλές φορές πολύ φορτωμένα προς αποφυγή πολλών δρομολογίων.
Ανάλογες ήτανε και οι δυσκολίες των ζώων στο ζυγό, όταν επρόκειτο να νικήσουν τους ανηφορικούς δρόμους.
Συνέβαιναν και ατυχήματα κατά τη διαδρομή, όπως π.χ. σπάσιμο ζυγού, ρόδας κτλ.
Σιτάρια, καλαμπόκια, σκούπα, φασόλια και άλλα δημητριακά, έπαιρναν τον δρόμο τους σε μια ιεροτελεστία που τα μυστικά της και τις αγωνίες της μόνον ο γεωργός γνώριζε και αισθανόταν.
Ο καιρός ήτανε ο κυριότερος παράγοντας που έπρεπε να είναι αλληλέγγυος με τον ταλαιπωρημένο αγρότη.
Ο άνεμος χρειαζόταν για το λίκνισμα και η βροχή θα ήταν εμπόδιο σ' αυτή τη διαδικασία ξεχωρισμού του καρπού από το άχυρο.
Έζησα με τον παππού μου αρκετές τέτοιες ξαφνικές, καλοκαιρινές καταιγίδες που αν δεν ήτανε σε επιφυλακή και δεν σκέπαζε τη σοδειά με νάιλον ή με άλλα μέσα, θα πήγαινε όλος ο κόπος του θέρους χαμένος.
Τον είδα να σηκώνεται μέσα στη νύχτα, να τρέχει στο αλώνι για να γλιτώσει το βιος του από τη θεομηνία.
Είχε ένα μικρό πλεονέκτημα ο παππούς μου, ο Αναστάσης.
Βρισκόταν το αλώνι του μπροστά στο σπίτι του στην άκρη του χωριού, προς τα δυτικά, πάνω στο λόφο, απ' όπου φαίνονται οι άλλοι λόφοι, αυτοί του Μεγάλου Ζαλουφιού, πέρα από τον Έβρο ποταμό, απέναντι στην Ανατολή.
Εκεί, λοιπόν, μπροστά από την αυλή υπήρχε το αλώνι, αυτός ο κυκλικός, περιποιημένος χώρος, όπου έβλεπα την κυριότερη περιουσία του φτωχού παππού μου, αν εξαιρέσω τα μοσχάρια που πουλούσε.
Ήτανε η εποχή που άφηνε σιγά-σιγά πίσω τα ντουκάνια και τα αντικαταστούσανε τα μοντέρνα μηχανήματα.
Αποτελούσαν μια σημαντική βοήθεια για τον αγρότη.
Δουλεύανε με ποσοστά, που σήμαινε αφαίρεση μερικών ντενεκέδων από τη συνολική σοδειά.
Από τους πρώτους στο Χειμώνιο, που διέθετε τέτοιο θαυματουργό μηχάνημα για το ξεσπύρισμα του καλαμποκιού, ήτανε η οικογένεια Αγγελίδη.
Λειτουργούσε με τη βοήθεια άλλου μηχανήματος, συνήθως Μαλκότση, που συνδεόταν με μια τεράστια ταινία, όπως μια πατόζα για τα σιτάρια.
Στεκόμουν σε ασφαλή απόσταση και παρακολουθούσα αυτήν την ταινία και μετρούσα πόσες φορές γύρναγε το λεπτό, βάζοντας σημάδι τις βίδες όπου ενώνονταν οι δυο άκρες.
Τον χρόνο τον μετρούσα χωρίς ρολόι, έτσι στο περίπου κι έφτανα σε μεγάλα νούμερα, μέχρι να κουραστώ.
Ακόμη πιο συναρπαστικό ήτανε το σημείο της μηχανής με τα φοβερά ανοίγματα, με τα τρομακτικά δόντια που κατάπινε κυριολεκτικά τα κοτσάνια του καλαμποκιού.
Εκεί κάθονταν δυο τρία άτομα και «τάιζαν» το αχόρταγο θεριό που από τη μια ξερνούσε τα γυμνά κοτσάνια και από την άλλη τον πολύτιμο, κίτρινο σπόρο, ο οποίος θα έμπαινε αργότερα στα τσουβάλια.
Βαριά κι ασήκωτα τα σακιά, προπαντός όταν ράβονταν με σακοράφα.
Λίγοι άντρες μπορούσανε να τα κάνουνε κουμάντο με τα δυνατά χέρια τους.
Ήθελα κι άλλα εγώ ο πιτσιρικάς.
Να ανεβαίνω και να τροφοδοτώ το θεριό.
Άκρως επικίνδυνη εργασία για τον μεγάλο και πόσο μάλλον για ένα παιδί.
Αν ξεχνιόσουν λιγάκι και άπλωνες το χέρι σου παραπάνω από όσο έπρεπε, σίγουρα θα το έχανες μέσα στα φοβερά δόντια.
Επέμενα εγώ εκείνη τη μέρα να βοηθήσω στη διαδικασία, ήμουν περίεργος να δω πώς εξαφανίζονται τα κοτσάνια, πώς καταβροχθίζονται από το ανήμερο, αχόρταγο θεριό.
Και με τα παρακάλια συμφώνησαν οι μεγάλοι να κάνω το μεγάλο, επικίνδυνο βήμα.
Σκαρφάλωσα από τις ρόδες τις χειμωνιώτικης Λερναίας Ύδρας και βρέθηκα στα πολλά στόματα μέσα στη σκόνη από την οποία ξεπρόβαλαν τα γυαλιστερά και απειλητικά δόντια.
Στην αρχή έχωνα τα κοτσάνια στις τρύπες με πολύ προσοχή.
Σε λίγη ώρα, όμως, ήμουνα πολύ εξοικειωμένος με το μηχάνημα και τα πράγματα ήτανε πολύ πιο επικίνδυνα.
Πολύ αργότερα κατάλαβα την τεράστια ευθύνη που είχαν αναλάβει αυτοί οι ηλικιωμένοι που ενέδωσαν στην επιμονή μου, να μου επιτρέψουν τη συμμετοχή μου στο πολύ θαρραλέο και γενναίο εγχείρημα.
Τα κοκκινωπά, γυμνά κοτσάνια τα χρησιμοποιούσε η γιαγιά μου, η Σοφία, το χειμώνα για προσάναμμα.
Πολύ πρωί που σηκωνόταν για να ανάψει την ξυλόσομπα, μια πολύ γλυκιά, ζεστή, καθημερινή ρουτίνα και την απολάμβανα κουκουλωμένος στο παπλωματάκι μου, μέχρι να ζεσταθεί το μικρό δωμάτιο.
Με το παχύ χιόνι που είχε ανεβεί μέχρι το χαμηλό παράθυρο, αισθανόμουν μια σιγουριά, γιατί τα κοτσάνια και τα ξύλα έκαναν καλά τη δουλειά τους.
Ήτανε απόλαυση το κροτάλισμα του καψίματος και νοσταλγία σήμερα που μου περνάει από το μυαλό.
Είχα συμβάλει κι εγώ με την εργασία μου σε όλη αυτή τη διαδικασία.
Πολλά από τα κοτσάνια είχανε περάσει από τα χεράκια μου.
Και να, τώρα, που μου τα ζεσταίνανε μέσα στους παγερούς μήνες του μεγάλου εβρίτικου χειμώνα... Τάσος Δαλακίδης Η φωτογραφία είναι από τον Δημήτρη Καδόγλου!
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους