[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

«Μην αγγίζεις το κινητό μου, Άννα!» μου φώναξε ο Στέλιος από την κουζίνα, κι εγώ πάγωσα με το τηλέφωνο στο χέρι και την τομή να με τραβάει σαν να ξανανοιγόταν εκείνη τη στιγμή. Ήμουν στον καναπέ, με...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Μην αγγίζεις το κινητό μου, Άννα!» μου φώναξε ο Στέλιος από την κουζίνα, κι εγώ πάγωσα με το τηλέφωνο στο χέρι και την τομή να με τραβάει σαν να ξανανοιγόταν εκείνη τη στιγμή.

Ήμουν στον καναπέ, με το μαξιλάρι πίσω από τη μέση, ακόμα αδύναμη από το χειρουργείο.

Δεν μπορούσα ούτε να σηκωθώ σωστά χωρίς βοήθεια.

Το κινητό του είχε ανάψει δίπλα μου και στην οθόνη φάνηκε ένα μήνυμα: «Μου λείπεις ήδη.

Χθες ήταν τέλεια». Από κάτω, το όνομα: Ιωάννα Λογιστήριο.

Τον κοίταξα και νομίζω εκείνη τη στιγμή κατάλαβα τα πάντα πριν μιλήσει.

Το πρόσωπό του δεν είχε έκπληξη.

Είχε θυμό.

Σαν να τον έπιασα εγώ να πονάω. «Ποια είναι;» του είπα σιγά.

Δεν απάντησε αμέσως.

Πήγε, πήρε το κινητό από το χέρι μου και είπε μόνο: «Δεν είναι ώρα τώρα». Δεν είναι ώρα; Εγώ είχα γυρίσει σπίτι πριν δώδεκα μέρες από μεγάλο χειρουργείο.

Δεν μπορούσα να σκύψω, δεν μπορούσα να κουβαλήσω, δεν μπορούσα ούτε να κάνω μπάνιο μόνη μου τις πρώτες μέρες.

Η κόρη μας, η Μαρία, μου έφερνε νερό με δυο χέρια για να μην το χύσει, και ο μικρός, ο Νικόλας, καθόταν δίπλα στα πόδια μου και με ρωτούσε αν θα πεθάνω.

Κι ο άντρας μου είχε άλλη.

Το ίδιο βράδυ δεν κοιμήθηκα.

Εκείνος ροχάλιζε δίπλα μου λες και δεν είχε συμβεί τίποτα.

Εγώ κοιτούσα το ταβάνι, με την τομή να καίει και το μυαλό μου να κάνει κύκλους.

Θυμόμουν τα τελευταία δύο χρόνια.

Την απόσταση.

Τα «έχω πίεση στη δουλειά». Τα ξαφνικά meeting.

Το κινητό πάντα ανάποδα στο τραπέζι.

Τα νεύρα του για το παραμικρό.

Το πρωί του είπα: «Θέλω την αλήθεια.

Όχι άλλη προσβολή». Έβαζε καφέ.

Δεν γύρισε καν να με κοιτάξει. «Είναι κάτι που έγινε» είπε. «Δεν το προγραμμάτισα». «Πόσο καιρό;» «Μήνες.» Μήνες.

Δηλαδή όταν εγώ έτρεχα σε εξετάσεις, όταν περίμενα βιοψίες, όταν φοβόμουν το χειρουργείο, εκείνος ζούσε διπλή ζωή.

Ένιωσα τέτοια ντροπή, ενώ δεν είχα κάνει τίποτα εγώ.

Παράξενο πράγμα η προδοσία.

Σε λερώνει ενώ φταίει ο άλλος.

Προσπάθησα να κρατήσω τον γάμο μας.

Ναι, το έκανα.

Και δεν ντρέπομαι να το πω. Όταν έχεις δύο παιδιά, δε γκρεμίζεις εύκολα ένα σπίτι.

Του είπα να πάμε σε σύμβουλο.

Του είπα να κόψει κάθε επαφή μαζί της.

Του είπα «δώσε μου λίγο χρόνο να σταθώ στα πόδια μου, κυριολεκτικά και μεταφορικά». Με κοίταξε κουρασμένα. «Άννα, δεν είμαι πια μέσα σε αυτό». «Μέσα σε τι; Στον γάμο μας; Στα παιδιά σου; Σε μένα που είμαι μισή από το χειρουργείο;» Τότε θύμωσε. «Μην τα λες έτσι για να νιώθω τύψεις!» Έμεινα να τον κοιτάω.

Αυτό τον ένοιαζε.

Οι τύψεις του.

Όταν το είπα στην αδερφή μου, τη Δέσποινα, ήρθε σπίτι μέσα σε μισή ώρα με δυο τάπερ γεμιστά και μάτια έτοιμα να κλάψουν και να σκοτώσουν μαζί. «Θα σηκωθείς. Ακούς; Όχι σήμερα, όχι αύριο.

Αλλά θα σηκωθείς» μου είπε και μου έπιασε το χέρι. Η Δέσποινα με έλουσε όταν εγώ δεν μπορούσα.

Πήγε τα παιδιά σχολείο.

Μίλησε με τη δασκάλα της Μαρίας όταν άρχισε να κλαίει στην τάξη.

Κάθισε με τον Νικόλα τα βράδια που ρωτούσε γιατί ο μπαμπάς κοιμάται πια στον ξενώνα και μετά γιατί έφυγε τελείως.

Γιατί έφυγε.

Σαν να μην έφτανε η αλήθεια, ήρθε και το τέλος της.

Μάζεψε δύο βαλίτσες ένα απόγευμα. Η Μαρία στεκόταν στον διάδρομο και έτριβε το μανίκι της μπλούζας της, όπως κάνει όταν αγχώνεται. Η συνέχεια της ιστορίας στα σχόλια 👇👇👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences