[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

«Πάλι άργησες, Ελένη. Μη φύγεις γρήγορα σήμερα… σε παρακαλώ.» Το είπε με εκείνη τη φωνή τη σπασμένη, μισό παράπονο, μισό φόβο. Στεκόμουν δίπλα στο σιδερένιο κρεβάτι, στον τέταρτο όροφο του...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Πάλι άργησες, Ελένη. Μη φύγεις γρήγορα σήμερα… σε παρακαλώ.» Το είπε με εκείνη τη φωνή τη σπασμένη, μισό παράπονο, μισό φόβο.

Στεκόμουν δίπλα στο σιδερένιο κρεβάτι, στον τέταρτο όροφο του νοσοκομείου στην Αθήνα, με τη μυρωδιά του αντισηπτικού κολλημένη στη μύτη μου και το κινητό να δονείται ασταμάτητα από τη δουλειά.

Και αντί να τη λυπηθώ, ένιωσα πάλι εκείνο το σφίξιμο του εκνευρισμού.

Η μάνα μου, η Κυριακή, είχε μπει με σοβαρό πρόβλημα.

Οι γιατροί μιλούσαν προσεκτικά, χωρίς μεγάλες κουβέντες, αλλά όλοι καταλαβαίναμε πως τα πράγματα δεν ήταν απλά.

Ο αδελφός μου ο Γιώργος ερχόταν σχεδόν κάθε μέρα.

Της έφερνε λουκούμια από ένα μαγαζί που της άρεσε από παλιά, της ίσιωνε την κουβέρτα, της κρατούσε το χέρι, της μιλούσε χαμηλά. «Μάνα, σου έφερα και κορμό ψυγείου, λίγο μόνο, μη φωνάζουν οι γιατροί», της έλεγε και γελούσε εκείνη σαν παιδί.

Εγώ έμπαινα στο δωμάτιο ήδη κουρασμένη.

Με το κεφάλι γεμάτο προθεσμίες, λογαριασμούς, το παιδί στο φροντιστήριο, τον άντρα μου να γκρινιάζει ότι λείπω όλη μέρα, το σπίτι άνω κάτω.

Και μέσα μου είχα φτιάξει μια βολική εξήγηση: η μάνα μου κάνει δράμα.

Όπως πάντα. «Ελένη, κάτσε λίγο.» «Μαμά, κάθομαι.

Αλλά έχω και δουλειές.

Δεν μπορώ να είμαι εδώ όλη μέρα όπως ο Γιώργος.» Το είπα κοφτά.

Το μετάνιωσα μόλις βγήκε από το στόμα μου, αλλά ήταν αργά.

Με κοίταξε χωρίς να μιλήσει αμέσως.

Αυτό με πείραξε πιο πολύ από αν μου φώναζε.

Έσφιξε το σεντόνι με τα δάχτυλά της και γύρισε λίγο το πρόσωπο προς το παράθυρο.

Έξω ακουγόταν μια κόρνα από τον δρόμο και μέσα ένας βήχας από το διπλανό κρεβάτι.

Τόσο καθημερινό, τόσο άσχημα ανθρώπινο. «Νομίζεις πως κάνω θέατρο;» μου είπε τελικά. «Δεν είπα αυτό.» «Αυτό λες με όλα σου.

Με τα μάτια σου, με το ρολόι σου, με το πώς στέκεσαι στην πόρτα έτοιμη να φύγεις.» Ένιωσα να ανάβω. «Και τι θες να κάνω; Να τα αφήσω όλα; Έχω σπίτι, παιδιά, δουλειά.

Δεν είμαι ο Γιώργος, μαμά.

Δεν μπορώ να τρέχω κάθε μέρα.» Εκείνη γύρισε απότομα και με κάρφωσε. «Όταν διάβαζες για τις Πανελλήνιες, εγώ έτρεχα.

Όταν ήθελες ξένες γλώσσες, εγώ έτρεχα.

Όταν δεν είχαμε λεφτά, έκοβα από εμένα.

Θυμάσαι το χρυσό μου δαχτυλίδι; Το πούλησα και δεν σου το είπα ποτέ.

Για να μην αφήσεις τη σχολή.

Και τώρα που φοβάμαι… τώρα που ξυπνάω τη νύχτα και νομίζω πως δεν θα ξημερώσω… είμαι βάρος;» Έμεινα ακίνητη.

Το δαχτυλίδι.

Το θυμόμουν.

Έλεγε χρόνια πως χάθηκε.

Δεν το είχα συνδέσει ποτέ. «Δεν είσαι βάρος», ψιθύρισα, αλλά ακούστηκε αδύναμο, σχεδόν ψέμα.

Η μάνα μου δάκρυσε, χωρίς λυγμούς, χωρίς φασαρία. Αυτό ήταν το χειρότερο. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences