«Πού πήγαν τα δεκαοχτώ χιλιάρικα, Νίκο;» Το είπα με τη φωνή μου να τρέμει, κρατώντας το κινητό με τα δάχτυλα παγωμένα. Ήταν έντεκα το βράδυ, τα παιδιά κοιμόντουσαν στο δίπλα δωμάτιο, και εγώ...
«Πού πήγαν τα δεκαοχτώ χιλιάρικα, Νίκο;» Το είπα με τη φωνή μου να τρέμει, κρατώντας το κινητό με τα δάχτυλα παγωμένα.
Ήταν έντεκα το βράδυ, τα παιδιά κοιμόντουσαν στο δίπλα δωμάτιο, και εγώ στεκόμουν στην κουζίνα με τη φόρμα και τα άπλυτα ακόμα στον νεροχύτη.
Εκείνος ούτε που σήκωσε αμέσως το βλέμμα από την τηλεόραση. «Μη φωνάζεις, θα ξυπνήσουν τα παιδιά.» Δεν φώναζα ακόμα.
Αλλά κάτι μέσα μου είχε ήδη σπάσει. «Σε ρωτάω κάτι πολύ συγκεκριμένο.
Έλειπαν λεφτά από τον κοινό μας λογαριασμό.
Τα λεφτά για το δωμάτιο της μικρής, για τα κουφώματα, για να έχουμε μια άκρη.
Πού πήγαν;» Με κοίταξε τότε.
Εκείνο το βλέμμα δεν θα το ξεχάσω.
Όχι ενοχή.
Ενόχληση. «Τα έδωσα στον Στέλιο.» Νόμιζα πως δεν άκουσα καλά. «Τι εννοείς τα έδωσες;» «Είχε χρέη.
Τον πίεζαν.
Τι να έκανα, να τον άφηνα; Αδερφός μου είναι.» Έμεινα ακίνητη. Ο Στέλιος, ο κουνιάδος μου, που εδώ και χρόνια μπλέκει με δάνεια, κάρτες, “δουλειές” που ποτέ δεν του βγαίνουν.
Ο ίδιος που ερχόταν Κυριακή στο τραπέζι και παρίστανε τον άνετο ενώ εμείς μετρούσαμε μέχρι και το σούπερ μάρκετ. «Και το έκανες κρυφά; Χωρίς να μου πεις λέξη;» Ο Νίκος σηκώθηκε απότομα. «Κρυφά το λες εσύ.
Εγώ το λέω αναγκαίο.» «Αναγκαίο; Να πάρεις τα λεφτά των παιδιών μας;» Εκεί άρχισε να ανεβάζει φωνή. «Μη λες υπερβολές.
Δεν τα πήρα για να τα φάω στα μπουζούκια.
Βοήθησα την οικογένειά μου.» Τον κοίταζα και δεν τον αναγνώριζα.
Ή ίσως τον αναγνώριζα πρώτη φορά. «Η οικογένειά σου είμαστε εμείς, Νίκο.» Γέλασε νευρικά.
Εκείνο το μικρό, κοφτό γέλιο που σε κάνει να αισθάνεσαι ανόητη. «Καλά, μη μου κάνεις και μάθημα.
Εγώ τα βγάζω αυτά τα λεφτά.» Στην αρχή δεν απάντησα.
Ένιωσα σαν να με χτύπησε κάποιος στο στήθος. «Τι είπες;» «Αυτό που άκουσες.
Εσύ έχεις χρόνια να δουλέψεις, Ελένη.
Εγώ τραβάω το κουπί.
Εγώ πληρώνω λογαριασμούς, φροντιστήρια, δόσεις.
Δεν μπορείς να κάνεις σαν να έχεις τον τελευταίο λόγο για όλα.» Δεν θυμάμαι καν πώς κάθισα στην καρέκλα.
Θυμάμαι μόνο τα αυτιά μου να βουίζουν.
Εγώ είχα αφήσει τη δουλειά μου όταν γεννήθηκε ο δεύτερος γιος μας.
Το είχαμε αποφασίσει μαζί.
Για να μη μεγαλώνουν τα παιδιά από γιαγιά σε γιαγιά.
Για να μπορώ να τρέχω σχολεία, γιατρούς, αγγλικά, αρρώστιες, γιορτές, όλη αυτή τη ζωή που δεν φαίνεται σε μισθοδοσία αλλά κρατάει ένα σπίτι όρθιο. «Άρα αυτό πιστεύεις για μένα; Ότι επειδή δεν παίρνω μισθό, δεν προσφέρω;» Ο Νίκος πήρε μια ανάσα, σαν να είχε κουραστεί από μένα. «Μην το δραματοποιείς.
Απλά λέω ότι κάποιος πρέπει να παίρνει αποφάσεις.» «Και αυτός ο κάποιος είσαι εσύ.» Δεν απάντησε. Και αυτή η σιωπή ήταν χειρότερη από ομολογία. 📖 Η ιστορία δεν τελειώνει εδώ! 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους