[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

Το Απαρτχάιντ (Apartheid, που σημαίνει επί λέξει "διαχωρισμός" ή "το να ζεις χωριστά") ήταν ένα θεσμοθετημένο σύστημα φυλετικού διαχωρισμού στη Νότια Αφρική, το οποίο από το 1948 διατηρούσε την...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Το Απαρτχάιντ (Apartheid, που σημαίνει επί λέξει "διαχωρισμός" ή "το να ζεις χωριστά") ήταν ένα θεσμοθετημένο σύστημα φυλετικού διαχωρισμού στη Νότια Αφρική, το οποίο από το 1948 διατηρούσε την πολιτική και οικονομική κυριαρχία της λευκής μειονότητας, στερώντας από τη μαύρη πλειονότητα βασικά δικαιώματα και ελευθερίες.

Δεν επρόκειτο απλώς για κοινωνικές διακρίσεις, αλλά για ένα κρατικό σύστημα καταπίεσης, απέναντι στο οποίο αναπτύχθηκε ένα διεθνές κίνημα αντίστασης και απομόνωσης του καθεστώτος.

Και μόνο το γεγονός ότι ο όρος "Απαρτχάιντ" έχει περάσει πλέον και στο Διεθνές Δίκαιο ως ονομασία συγκεκριμένης μορφής συστηματικής και θεσμοθετημένης φυλετικής καταπίεσης, θα έπρεπε να τα λέει όλα από μόνο του.

Αλλά ας τα φρεσκάρουμε λίγο, δεν πειράζει.

Μην περάσει στιγμή από το μυαλό σας ότι ο κόσμος συμβιβάστηκε με αυτή την ιδέα, ότι υπέκυψε στην καταπίεση ή ότι δεν υπήρξαν αντιδράσεις.

Άλλωστε, η αντίσταση των αυτόχθονων πληθυσμών κατά της λευκής κυριαρχίας προϋπήρχε της επιβολής του Απαρτχάιντ.

Ήδη από το 1949 η νεολαία του Αφρικανικού Εθνικού Κογκρέσου (ANC Youth League), με ηγετικές φυσιογνωμίες όπως ο Nelson Mandela, ο Oliver Tambo και ο Walter Sisulu πίεζε το ANC να υιοθετήσει πιο δυναμική και μάχιμη γραμμή.

Το 1952 έγινε η πρώτη μαζική, πολυφυλετική εκστρατεία διαμαρτυρίας κατά των νόμων του Απαρτχάιντ, με χιλιάδες εθελοντές να παραβιάζουν εσκεμμένα τους νόμους διαχωρισμού (όπως είσοδο σε περιοχές ή υποδομές μόνο για λευκούς χωρίς τα υποχρεωτικά έγγραφα κυκλοφορίας) επιδιώκοντας τη σύλληψή τους.

Η μεγάλη καμπή ήρθε στις 21 Μαρτίου του 1960, όταν συντελέσθηκε η "Σφαγή του Σάρπβιλ" (Sharpeville massacre). Τότε ήταν που μία ειρηνική διαδήλωση κατά των νόμων κυκλοφορίας (pass laws) που είχε επιβάλλει το καθεστώς, καταστάλθηκε βίαια από την αστυνομία, με αποτέλεσμα 69 άνθρωποι να χάσουν τη ζωή τους.

Το γεγονός αυτό οδήγησε στην απαγόρευση του ANC και του PAC (Pan Africanist Congress of Azania), αναγκάζοντας την εσωτερική αντίσταση να περάσει στην παρανομία και έναν χρόνο αργότερα, να στραφεί στην ένοπλη πάλη.

Αντιδράσεις υπήρξαν φυσικά και εκτός των αφρικανικών συνόρων.

Η διεθνής κινητοποίηση ξεκίνησε σταδιακά, αρχικά από εξόριστους Νοτιοαφρικανούς και ακτιβιστές, για να εξελιχθεί σε ένα παγκόσμιο κίνημα. Τον Ιούνιο του 1959, Νοτιοαφρικανοί πολιτικοί εξόριστοι και Βρετανοί ακτιβιστές ίδρυσαν στο Λονδίνο το Boycott Movement, καλώντας τους καταναλωτές να μην αγοράζουν νοτιοαφρικανικά προϊόντα (όπως φρούτα και καπνό). Μετά τη Σφαγή του Σάρπβιλ το 1960, το κίνημα μποϊκοτάζ διευρύνθηκε και μετονομάστηκε σε Anti-Apartheid Movement (AAM), αποτελώντας την αιχμή του δόρατος για τη διεθνή ευαισθητοποίηση, πιέζοντας κυβερνήσεις για οικονομικές κυρώσεις και ακαδημαϊκό/πολιτιστικό εμπάργκο.

Η διεθνής κατακραυγή ανάγκασε τη Νότια Αφρική να αποχωρήσει από τη Βρετανική Κοινοπολιτεία το 1961.

Ένα χρόνο αργότερα, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ πέρασε την πρώτη απόφαση που καλούσε σε διπλωματικές και οικονομικές κυρώσεις, ενώ το 1964 η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή (ΔΟΕ) δεν κάλεσε τη Νότια Αφρική στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Τόκιο, λόγω των φυλετικών διακρίσεων στον αθλητισμό.

Το 1970 η χώρα αποβλήθηκε και τυπικά από τη ΔΟΕ (αποβολή που διήρκεσε μέχρι το 1991). Κι ενώ συνέβαιναν όλα αυτά, η Formula 1 συνέχιζε να επισκέπτεται τη χώρα για τη διεξαγωγή grand prix. Η Νότια Αφρική είχε ήδη σημαντική παράδοση στους αγώνες αυτοκινήτου όταν το grand prix της εντάχθηκε στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Formula 1 το 1962.

Από το 1967, το Autódromo Kyalami στο Κιάλαμι, μία περιοχή κοντά στο Γιοχάνεσμπουργκ που στη γλώσσα των Ζουλού σημαίνει "το σπίτι μου", έγινε η σταθερή έδρα του αγώνα.

Η χώρα αποτελούσε σημαντικό προορισμό για το διεθνές motorsport, με οργανωμένες εγκαταστάσεις, οικονομικούς πόρους και μια αγορά που μπορούσε να υποστηρίξει μεγάλες διοργανώσεις.

Το καθεστώς του Απαρτχάιντ, ωστόσο, δεν αποτέλεσε σε καμία περίπτωση... τροχοπέδη για τη Formula 1, όχι μόνο να εμφανιστεί, αλλά και να παραμείνει εκεί.

Αυτό έχει τη σημασία του.

Ενώ άλλες αθλητικές διοργανώσεις και ομοσπονδίες απομακρύνονταν σταδιακά από τη Νότια Αφρική, το grand prix συνέχισε να διεξάγεται.

Ο αγώνας αποτελούσε μέρος του διεθνούς αθλητικού ημερολογίου της χώρας, προσφέροντας παράλληλα μια εικόνα διεθνούς κανονικότητας σε μια περίοδο που η πολιτική της δεχόταν αυξανόμενη κριτική.

Το γεγονός ότι η Formula 1 συνέχιζε να πηγαίνει εκεί δεν σήμαινε πως κάθε ομάδα ή οδηγός υποστήριζε το καθεστώς.

Σήμαινε όμως ότι η παρουσία του αθλήματος και οι πολιτικές συνθήκες συνυπήρχαν.

Αυτή η συνύπαρξη δεν θα μπορούσε να παραμένει για πάντα χωρίς συνέπειες.

Στις 19 Οκτωβρίου του 1985, διεξήχθη ο προτελευταίος αγώνας της σεζόν στο Κιαλάμι.

Η τεχνολογία είχε περάσει στην εποχή των turbo, με ισχυρούς κινητήρες, εξελιγμένη αεροδυναμική και μονοθέσια που απαιτούσαν τεράστια μηχανολογική προσπάθεια να στηθούν τόσο ακραία, ώστε να δουλέψουν στο απόλυτο όριο χωρίς να γίνουν ανάμνηση με το πέσιμο της καρό σημαίας. Ο Nigel Mansell πήρε την pole position με τη Williams-Honda FW10B και μετέτρεψε την ταχύτητά του σε νίκη.

Ο ομόσταβλός του, Keke Rosberg, τερμάτισε δεύτερος, ολοκληρώνοντας το 1-2 της Williams, ενώ ο Alain Prost ανέβηκε στο τρίτο σκαλί του βάθρου με τη McLaren-TAG, έχοντας εξασφαλίσει ήδη τον πρώτο του τίτλο από τον προηγούμενο αγώνα.

Στο grid βρίσκονταν επίσης ο νέος ανερχόμενος αστέρας Ayrton Senna, ο εκρηκτικός δις πρωταθλητής (τότε) Nelson Piquet και φυσικά ο ζωντανός θρύλος Niki Lauda.

Μια σύνθεση που θα αρκούσε για να μείνει ο αγώνας στη μνήμη των φίλων της Formula 1 για καθαρά αγωνιστικούς λόγους.

Αλλά το Κιαλάμι του 1985 δεν ήταν ένας συνηθισμένος αγώνας.

Οι πολιτικές εξελίξεις στη Νότια Αφρική είχαν οξυνθεί. Τον Ιούλιο είχε κηρυχθεί κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ενώ οι διεθνείς πιέσεις κατά του Απαρτχάιντ εντείνονταν. Η Renault και η Ligier δεν συμμετείχαν, ακολουθώντας τη στάση της γαλλικής κυβέρνησης απέναντι στο καθεστώς.

Χορηγοί απαίτησαν να αφαιρεθούν τα λογότυπά τους από μονοθέσια, ενώ η μη συμμετοχή της Lola-Hart του Alan Jones συνδέθηκε επίσης με πιέσεις προς τον χορηγό της, Beatrice Foods. Η Formula 1 ήταν εκεί για ακόμη μία χρονιά, αλλά η εικόνα της διοργάνωσης είχε ήδη αλλάξει.

Πλέον κανείς δεν συμπεριφερόταν σαν να μην συμβαίνει τίποτα.

Η πολιτική είχε περάσει από τις κυβερνητικές αποφάσεις και τις δημόσιες διαμαρτυρίες κατευθείαν στα γκαράζ, στα μονοθέσια και στη σύνθεση του grid.

Λίγες ημέρες μετά τον αγώνα, ο πρόεδρος της FISA, Jean-Marie Balestre, ανακοίνωσε ότι η Formula 1 δεν θα επέστρεφε στη Νότια Αφρική το 1986, λόγω του Απαρτχάιντ.

Η διεθνής πίεση έσφιγγε πλέον ασφυκτικά το απάνθρωπο αυτό καθεστώς και είχε επηρεάσει άμεσα το πρωτάθλημα.

Οι κυβερνήσεις, οι αθλητικοί φορείς, οι χορηγοί και οι εμπορικοί συνεργάτες δεν μπορούσαν να αντιμετωπίζουν τη διοργάνωση σαν να ήταν αποκομμένη από όσα συνέβαιναν στη χώρα.

Η διακοπή δεν οφειλόταν σε ένα μόνο γεγονός ούτε ήταν μια απλή απόφαση που έλαβε σύσσωμη η Formula 1. Ήταν αποτέλεσμα πολιτικών πιέσεων, διεθνούς απομόνωσης και συγκεκριμένων αποφάσεων που έκαναν τη συνέχιση του αγώνα ολοένα δυσκολότερη.

Στην πραγματικότητα, ο θεσμός έπιανε επιτέλους τον παλμό της εποχής, έστω κι αν αυτό έγινε με τεράστια καθυστέρηση.

Στις αρχές της δεκαετίας του '90, η Νότια Αφρική άρχισε να απομακρύνεται από το Απαρτχάιντ.

Το 1990 απελευθερώθηκε ο Nelson Mandela (που έμεινε φυλακισμένος από το καθεστώς για 27 ολόκληρα χρόνια) και ξεκίνησε η διαδικασία πολιτικής μετάβασης, ενώ το 1991 καταργήθηκαν βασικοί νόμοι του συστήματος φυλετικού διαχωρισμού.

Το 1992, μέσα σε αυτή τη δύσκολη και αβέβαιη μετάβαση, η Formula 1 πάτησε ξανά στην πίστα του Κιαλάμι.

Επέστρεψε και το 1993, για έναν τελευταίο αγώνα που κέρδισε ο Alain Prost και έδωσε ακόμη μία αφορμή στον πρωταθλητή του '76, James Hunt, που τότε ήταν σχολιαστής στο πλευρό του Murray Walker, να δώσει τα χρήματα και τις αμοιβές που του αναλογούσαν από αυτές τις μεταδόσεις σε οργανώσεις και ομάδες μαχητών κατά του καθεστώτος. Το Απαρτχάιντ τερματίστηκε οριστικά το 1994, με τις πρώτες δημοκρατικές εκλογές της χώρας, στις οποίες συμμετείχαν πολίτες όλων των φυλετικών ομάδων και οι οποίες οδήγησαν στην εκλογή του Nelson Mandela ως προέδρου.

Παρά τη σημαντική αυτή πολιτική αλλαγή, η Formula 1 δεν επέστρεψε ξανά στη Νότια Αφρική.

Η τελευταία διοργάνωση στο Kyalami παραμένει εκείνη του 1993.

Η απόφαση να μη διεξαχθεί το grand prix από το 1986 και έπειτα, έδειξε ότι ένας αθλητικός θεσμός δεν λειτουργεί σε κοινωνικό κενό.

Οι αποφάσεις του επηρεάζονται από τον κόσμο γύρω του, αλλά ταυτόχρονα επηρεάζουν και τον τρόπο με τον οποίο αυτός ο κόσμος αντιμετωπίζει το ίδιο το γεγονός.

Η ουδετερότητα, λοιπόν, δεν είναι πάντοτε απουσία στάσης.

Μερικές φορές είναι η ίδια μια στάση.

Και όταν ένας θεσμός επιλέγει να συνεχίσει σαν να μη συμβαίνει τίποτα, ενώ γύρω του ένα ολόκληρο σύστημα ανθρώπων στερείται δικαιώματα και ελευθερίες, η επιλογή αυτή έχει συνέπειες.

Ακόμη κι αν ο ίδιος ο θεσμός επιμένει να την αποκαλεί "ουδετερότητα". Η ιστορία της 19ης Οκτωβρίου του 1985 δεν τελείωσε με την καρό σημαία και το 1-2 της Williams.

Γιατί ο μηχανοκίνητος αθλητισμός δεν υπάρχει έξω από τον κόσμο.

Και το ερώτημα δεν είναι αν όλα πρέπει να γίνουν πολιτική (προσωπικά πιστεύω ότι είναι έτσι κι αλλιώς), αλλά αν μπορούμε να αναγνωρίζουμε πότε κάτι που παρουσιάζεται ως "απλώς αθλητισμός" ή "απλώς ψυχαγωγία" έχει ήδη αποκτήσει πολιτική σημασία. ✍️ RG 📷 Motor Sport Magazine.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences