Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2020, παραμονή των φθινοπωρινών σχολικών διακοπών. Έξω από το collège du Bois-d’Aulne, στην πόλη Conflans-Sainte-Honorine, δύο έφηβοι, δεκατεσσάρων και δεκαπέντε ετών...
Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2020, παραμονή των φθινοπωρινών σχολικών διακοπών. Έξω από το collège du Bois-d’Aulne, στην πόλη Conflans-Sainte-Honorine, δύο έφηβοι, δεκατεσσάρων και δεκαπέντε ετών, χασομερούν επί δύο και πλέον ώρες συντροφιά με έναν άγνωστο, ο οποίος έχει εξαγοράσει τη συνδρομή τους έναντι περίπου τριακοσίων ευρώ.
Έχουν έναν και μοναδικό σκοπό: να του υποδείξουν τον άνθρωπο που αναζητεί.
Όταν ο Samuel Paty ξεπροβάλλει στην έξοδο του σχολείου, τον αναγνωρίζουν και του τον δείχνουν: «Νάτος». Λίγο αργότερα, καθώς ο δάσκαλος παίρνει τον δρόμο για το σπίτι του, ο δεκαοκτάχρονος Abdoullakh Anzorov, Τσετσένος την καταγωγή, του επιτίθεται, τον δολοφονεί και τον αποκεφαλίζει.
Μέσα στα επόμενα λεπτά, ο δράστης πέφτει νεκρός από τα πυρά της αστυνομίας.
Η αποτρόπαιη αλληλουχία των γεγονότων έχει ολοκληρωθεί, αφήνοντας πίσω της την ανεξίτηλη φρίκη ενός εγκλήματος που έμελλε να συγκλονίσει συθέμελα τη γαλλική κοινωνία.
Μέσα σε εκείνες τις δύο ώρες εγκιβωτίζεται ολόκληρη η τραγωδία: δύο παιδιά που αγνοούν την πραγματική βαρύτητα αυτού που εμπορεύονται, και ένας άνθρωπος που γνωρίζει ότι έχει καταστεί στόχος, χωρίς να μπορεί να διακρίνει από πού θα προέλθει το θανάσιμο πλήγμα.
Έντεκα ημέρες νωρίτερα, ο σαρανταεπτάχρονος καθηγητής Ιστορίας και Γεωγραφίας είχε παρουσιάσει στους μαθητές του, στο πλαίσιο μαθήματος αφιερωμένου στην ελευθερία της έκφρασης, γελοιογραφίες του Προφήτη Μωάμεθ, δημοσιευμένες στο Charlie Hebdo.
Μια δεκατριάχρονη μαθήτρια, που εκείνη τη μέρα δεν βρισκόταν καν στην αίθουσα κατά τη διεξαγωγή του επίμαχου μαθήματος, σκάρωσε μια ψευδή ιστορία προκειμένου να συγκαλύψει την αποβολή της από το σχολείο.
Ο πατέρας της, ο Brahim Chnina, διαλάλησε το ψέμα, διακινώντας βίντεο στο οποίο κατονόμαζε τον εκπαιδευτικό.
Στην εκστρατεία διασυρμού που άρχισε να ενορχηστρώνεται προστέθηκε ο ισλαμιστής ακτιβιστής Abdelhakim Sefrioui, ο οποίος συνέβαλε στην περαιτέρω όξυνση του κλίματος, αποκαλώντας τον καθηγητή «αλήτη». Η εκ των υστέρων θεώρηση των γεγονότων ενθαρρύνει πάντοτε τον πειρασμό της τελεολογικής ερμηνείας, την ψευδαίσθηση ότι κάθε επιμέρους περιστατικό αποτελούσε το αναγκαίο προοίμιο του επόμενου και ότι η τραγωδία εξελισσόταν υπό το κράτος κάποιας αδήριτης νομοτέλειας.
Τίποτε, ωστόσο, δεν ήταν προδιαγεγραμμένο.
Υπήρξε, στην πραγματικότητα, μια αλυσίδα παραλείψεων και συνειδητών επιλογών, που σε κάθε κρίκο της κάποιος μπορούσε να τη σπάσει. Τον Δεκέμβριο του 2024, το Ειδικό κακουργιοδικείο του Παρισιού καταδίκασε οκτώ ενήλικους κατηγορουμένους, σε μια δίκη όπου αναδείχθηκε η έννοια της «ψηφιακής φετβά», της διαδικτυακής εκστρατείας στοχοποίησης που είχε προηγηθεί της δολοφονίας.
Στην πρώτη σειρά του ακροατηρίου καθόταν βουβός ο εννιάχρονος γιος του δολοφονημένου καθηγητή.
Στις 2 Μαρτίου 2026, κατά την κατ' έφεση εκδίκαση της υπόθεσης, η γαλλική Δικαιοσύνη επικύρωσε τη δεκαπενταετή ποινή κάθειρξης που είχε επιβληθεί στον Sefrioui, ενώ προχώρησε σε μείωση των ποινών των τριών συγκατηγορουμένων του που είχαν επίσης ασκήσει έφεση. Ο Διαφωτισμός και η ελευθερία της συνείδησης Abbeville, 1η Ιουλίου 1766.
Ο chevalier de La Barre, μόλις είκοσι ετών, οδηγείται στο ικρίωμα.
Το κατηγορητήριο εναντίον του απαρτίζεται από παραπτώματα που σήμερα θα φάνταζαν αδιανόητα ως αντικείμενο ποινικής δίωξης: είχε διαβεί τον δρόμο μπροστά από μια θρησκευτική λιτανεία χωρίς να αφαιρέσει το καπέλο του, είχε τραγουδήσει άσματα θεωρούμενα βλάσφημα και είχε στην κατοχή του απαγορευμένα συγγράμματα.
Υποβάλλεται σε βασανιστήρια, αποκεφαλίζεται με ξίφος, σύμφωνα με το μακάβριο προνόμιο που επιφύλασσε η εποχή στην ευγενική του καταγωγή, και το άψυχο σώμα του παραδίδεται στην πυρά, μαζί με ένα αντίτυπο του Dictionnaire philosophique του Βολταίρου, καρφωμένο στο στήθος του. Ο Βολταίρος δεν κατόρθωσε ποτέ να συμφιλιωθεί με την αποτρόπαιη εκείνη εκτέλεση.
Επιστράτευσε την πένα του, στηλίτευσε τη δικαστική αυθαιρεσία, και πάσχισε για τη μεταθανάτια αποκατάσταση του νεαρού.
Η ιστορική δικαίωση θα ερχόταν, ωστόσο, αρκετά χρόνια αργότερα, με τη Γαλλική Επανάσταση.
Το 1791, η βλασφημία έπαυσε να συγκαταλέγεται στα ποινικώς κολάσιμα αδικήματα, ενώ στις 15 Νοεμβρίου 1793 η Συμβατική Εθνοσυνέλευση ακύρωσε τη δικαστική καταδίκη του La Barre και αποκατέστησε επισήμως τη μνήμη του, αναγνωρίζοντάς τον ως θύμα «της δεισιδαιμονίας και της αμάθειας». Από εκείνη τη ρήξη με τη θεσμοποιημένη θρησκευτική μισαλλοδοξία εκτείνεται, μέσα από αλλεπάλληλες ιστορικές ασυνέχειες, οπισθοδρομήσεις και ιδεολογικές συγκρούσεις, ένα νήμα που καταλήγει στον νόμο του 1905 περί διαχωρισμού της Εκκλησίας από το Κράτος.
Η laïcité, η γαλλική αρχή της κοσμικότητας δεν συνιστά κήρυξη πολέμου εναντίον της πίστης ούτε αποβλέπει στον εξοβελισμό της θρησκείας από την κοινωνική ζωή.
Αποτελεί, αντιθέτως, τη θεσμική κατοχύρωση μιας πολιτείας που, αποποιούμενη κάθε αξίωση να αποφαίνεται για την αλήθεια ή την πλάνη των μεταφυσικών πεποιθήσεων των πολιτών της, εγγυάται με την ίδια απαρέγκλιτη αυστηρότητα τόσο το δικαίωμα του πιστού να ευλαβείται το ιερό όσο και την ελευθερία του απίστου να το αμφισβητεί, να το σατιρίζει ή ακόμη και να το απορρίπτει.
Το δικαίωμα στην κριτική μιας θρησκείας όχι μόνο δεν αντιστρατεύεται την ελευθερία του θρησκεύεσθαι, αλλά συνιστά αναγκαία προϋπόθεση της κατοχύρωσής της.
Διότι η ελευθερία της πίστης προϋποθέτει, ως αδιαχώριστο και ισότιμο συμπλήρωμά της, την ελευθερία της απιστίας.
Καμία συνείδηση δεν μπορεί να λογίζεται πραγματικά ελεύθερη όταν της αναγνωρίζεται αποκλειστικά η δυνατότητα της συγκατάθεσης και της υποταγής, ενώ της αφαιρείται το δικαίωμα της άρνησης.
Η πίστη που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, που απαγορεύει την αποστασία και αξιώνει την ανεπιφύλακτη προσχώρηση, παύει να αποτελεί αντικείμενο ελεύθερης εκλογής και γίνεται καθεστώς καταναγκασμού.
Από το Abbeville του 1766 έως την Conflans-Sainte-Honorine του 2020 έχει, ωστόσο, συντελεστεί μια ιστορική αντιστροφή, η οποία ανατρέπει άρδην τη σχέση ανάμεσα στη θρησκευτική μισαλλοδοξία και την κρατική εξουσία.
Στην πρώτη περίπτωση, η θρησκευτική μισαλλοδοξία ασκούσε τη βία της με την περιβολή της κρατικής εξουσίας· ο δήμιος ήταν εντεταλμένο όργανο της πολιτείας και το ικρίωμα αναπόσπαστο εξάρτημα της έννομης τάξης.
Στη δεύτερη, ο νόμος είχε πλέον ταχθεί στο πλευρό εκείνου που επρόκειτο να δολοφονηθεί, κατοχυρώνοντας ακριβώς την ελευθερία για την άσκηση της οποίας στοχοποιήθηκε.
Ο θρησκευτικός φανατισμός, έχοντας απολέσει τη θεσμική δυνατότητα να καταδικάζει και να εκτελεί στο όνομα της ορθοδοξίας, σφετερίστηκε αυθαίρετα το δικαίωμα της τιμωρίας.
Το ικρίωμα είχε εκλείψει από τη νομοθεσία, όχι όμως και από τη συνείδηση εκείνων που εξακολουθούσαν να αντιμετωπίζουν τη βλασφημία ως αμάρτημα που επισύρει τη θανατική ποινή. Στην Conflans-Sainte-Honorine, ο φανατικός ανακήρυξε τον εαυτό του δικαστή και δήμιο, επιβάλλοντας αυθαίρετα μια θανατική καταδίκη την οποία η ιστορική εξέλιξη του δικαίου είχε προ πολλού αποκηρύξει.
Ο φανατισμός και η άρνηση του διαλόγου Οκτώβριος 2020.
Το βίντεο του πατέρα διαδίδεται με ταχύτητα που υπερβαίνει κάθε δυνατότητα επαλήθευσης.
Κάπου στη Νορμανδία, ένας νεαρός που δεν έχει ακούσει ποτέ τον Samuel Paty να διδάσκει, που αγνοεί ακόμη και τη φυσιογνωμία του, αποφαίνεται ότι ο άγνωστος αυτός άνθρωπος πρέπει να πεθάνει.
Για να τον αναγνωρίσει, θα χρειαστεί τη συνδρομή δύο παιδιών που θα του υποδείξουν το μελλοντικό του θύμα.
Η άγνοια ακόμη και της όψης του ανθρώπου αποκαλύπτει την τρομακτική ευκολία με την οποία ο φανατισμός υποκαθιστά τη γνώση με την προκατάληψη και την κριτική σκέψη με το αμετάκλητο μιας δογματικής επιταγής.
Εδώ, άλλως τε, έγκειται η ουσία του φανατισμού: στην εκ προοιμίου ακύρωση του άλλου ως ισότιμου συνομιλητή, η άρνηση να του αναγνωριστεί ακόμη και το στοιχειώδες δικαίωμα να αντιλέξει.
Ο διάλογος προϋποθέτει μια πρωταρχική επιστημολογική ταπεινοφροσύνη: την παραδοχή ότι ενδέχεται να πλανώμαι· και ότι η αλήθεια δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο κανενός.
Ο φανατισμός, απεναντίας, είναι η απολυτοποίηση της πεποίθησης, η αναγόρευση μιας υποκειμενικής άποψης σε αδιαμφισβήτητη αυθεντία, από την οποία έχει εξοβελιστεί και το τελευταίο ίχνος αμφιβολίας.
Δεν αναζητεί επιχειρήματα για να αντικρούσει τον αντίλογο, διότι δεν αναγνωρίζει καν τη νομιμότητα της ύπαρξής του.
Κάθε αντίρρηση εκλαμβάνεται ως ανεπίτρεπτη αμφισβήτηση ενός δόγματος που αξιώνει ανεπιφύλακτη υποταγή. Ο Βολταίρος είχε συλλάβει αυτή την αυτοαναφορική λογική της μισαλλοδοξίας ήδη από το 1764, στο λήμμα «Fanatisme» του Dictionnaire philosophique: «Τί να απαντήσεις σε έναν άνθρωπο που σου λέει ότι προτιμά να υπακούει στον Θεό παρά στους ανθρώπους και ότι, κατά συνέπεια, είναι βέβαιος πως θα αξιωθεί τον ουρανό σφάζοντάς σε;». Η αποστολική ρήση των Πράξεων, που στην αρχική της συνάφεια εξέφραζε την προτεραιότητα της συνείδησης έναντι της ανθρώπινης εξουσίας, υφίσταται εδώ την αποτρόπαιη νοηματική της αντιστροφή: από διακήρυξη της ελευθερίας απέναντι στον καταναγκασμό μετατρέπεται σε επίκληση της υπερβατικής νομιμοποίησης του φόνου.
Ο άνθρωπος που επικαλείται την υπακοή στον Θεό δεν αρκείται πλέον στην προσωπική του υποταγή· διεκδικεί την εξουσία να επιβάλει στους άλλους, ακόμη και διά της φυσικής τους εξοντώσεώς, τη δική του αντίληψη περί θείας βούλησης.
Και λίγο παρακάτω, με μια διαύγεια που μοιάζει να προοικονομεί τη δικαστική εξέλιξη του εγκλήματος της Conflans-Sainte-Honorine, ο Βολταίρος παρατηρεί: «Συνήθως οι κατεργάρηδες καθοδηγούν τους φανατικούς και τους βάζουν το στιλέτο στα χέρια». Δυόμισι και πλέον αιώνες αργότερα, οι δικαστές, εξετάζοντας την υπόθεση, έκριναν ότι οι υποκινητές ανέλαβαν, με πλήρη επίγνωση, τον κίνδυνο να γίνει ένας βίαιος και ριζοσπαστικοποιημένος τρίτος ο «ένοπλος βραχίονάς» τους. Ο Albert Camus άνοιγε τον Επαναστατημένο άνθρωπο (L’Homme révolté) με μια αποφθεγματική διάκριση που δεν έχει ρυτιδιάσει: «Υπάρχουν εγκλήματα πάθους και εγκλήματα λογικής». Η δολοφονία που υπαγορεύεται από τον ιδεολογικό ή θρησκευτικό φανατισμό ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.
Δεν αποτελεί προϊόν μιας στιγμιαίας έκρηξης οργής, μιας ανεξέλεγκτης παρόρμησης ή μιας παροδικής συσκότισης της κρίσης.
Αντιθέτως, είναι η έσχατη συνεπαγωγή ενός συλλογισμού, εσωτερικά συνεκτικού πλην όμως εδραζόμενου στην αξιωματική παραδοχή ότι ο άλλος δεν αποτελεί ισότιμο άνθρωπο.
Το έγκλημα διαπράττεται ακριβώς επειδή η λογική αυτή, έχοντας απολέσει κάθε ηθικό έρεισμα, έχει καταστήσει τον φόνο επιτρεπτό, αναγκαίο ή ακόμη και ενάρετο.
Και ενώ η εξέγερση, κατά τον Camus, βρίσκει το δικό της cogito στο «εξεγείρομαι, άρα υπάρχουμε», αναγνωρίζοντας την ύπαρξη μιας κοινής ανθρώπινης μοίρας, ο φανατικός αντιστρέφει εκ βάθρων αυτή τη συλλογιστική, καθώς η αδιασάλευτη βεβαιότητά του δεν αναγνωρίζει κανένα ηθικό όριο στην εξουσία που αξιώνει επί της ζωής των άλλων.
Εκεί όπου η εξέγερση του Camus ανακαλύπτει μέσα στην άρνηση το θεμέλιο μιας κοινής ανθρωπινότητας, ο φανατισμός αποκηρύσσει κάθε αρχή αμοιβαιότητας, διεκδικώντας την απεριόριστη εξουσία του ενός πάνω στην ίδια την ύπαρξη του άλλου, και ανάγοντας την εξόντωσή του σε θεμιτή έκφραση των δικών του αδιαμφισβήτητων βεβαιοτήτων.
Το «εξεγείρομαι, άρα υπάρχουμε» υφίσταται έτσι, μια φρικώδη αντιστροφή: «Εξεγείρομαι, άρα εσύ παύεις να υπάρχεις». Η ευρωπαϊκή Δημοκρατία μπροστά στις σύγχρονες προκλήσεις Arras, Παρασκευή 13 Οκτωβρίου 2023.
Ένας πρώην μαθητής εισβάλλει στο σχολικό συγκρότημα Gambetta-Carnot, οπλισμένος με μαχαίρια.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία ενός εκπαιδευτικού, αναζητεί έναν καθηγητή Ιστορίας.
Ο πενηνταεπτάχρονος Dominique Bernard, καθηγητής Γαλλικής Φιλολογίας, που κάποτε τον είχε μαθητή, προτάσσει το σώμα του για να ανακόψει τη δολοφονική του πορεία και δέχεται τα θανάσιμα πλήγματά του.
Σε τρεις μόλις ημέρες πρόκειται να συμπληρωθούν τρία χρόνια από τη δολοφονία του Samuel Paty.
Τρία χρόνια αργότερα, η ίδια θρησκευτική μισαλλοδοξία επιστρέφει στον χώρο της εκπαίδευσης, αναζητώντας και πάλι το θύμα της ανάμεσα σε εκείνους που έχουν ταχθεί στην υπηρεσία της γνώσης.
Στις 21 Οκτωβρίου 2020, κατά την τελετή απόδοσης εθνικού φόρου τιμής στον Samuel Paty, στη Σορβόννη, ο Εμανουέλ Μακρόν είχε διακηρύξει ότι η Γαλλία δεν επρόκειτο να απαρνηθεί το δικαίωμα στη γελοιογραφία, «ακόμη κι αν άλλοι υποχωρούν». Σχεδόν έξι χρόνια μετά, το ερώτημα που ανακύπτει είναι ποιος τελικώς υποχώρησε.
Διότι η υποχώρηση απέναντι στον φανατισμό δεν εκδηλώνεται απαραιτήτως με πανηγυρικές αποκηρύξεις αρχών ή με ρητές απαγορευτικές διατάξεις.
Συχνότερα συντελείται αθόρυβα, μέσα από ανεπαίσθητες μετατοπίσεις των ορίων του επιτρεπτού, από τη βαθμιαία εμπέδωση του φόβου και την αυτολογοκρισία που προηγείται οποιασδήποτε εξωτερικής επιβολής.
Τα ευρήματα του γαλλικού ινστιτούτου δημοσκοπήσεων Ifop αποτυπώνουν ακριβώς αυτή τη μεταβολή.
Ενώ το 2018 το 36% των εκπαιδευτικών της δημόσιας εκπαίδευσης δήλωνε ότι είχε ήδη καταφύγει στην αυτολογοκρισία προκειμένου να αποφύγει ενδεχόμενες αντιπαραθέσεις σχετικές με τη θρησκεία, στα τέλη του 2022 το αντίστοιχο ποσοστό είχε ανέλθει στο 56%. Η απόσταση ανάμεσα στους δύο αριθμούς δείχνει τη βαθμιαία εγκαθίδρυση ενός κλίματος αυτοπεριορισμού, μέσα στο οποίο ο εκπαιδευτικός αρχίζει να προεξοφλεί τις ενδεχόμενες αντιδράσεις προτού ακόμη αποφασίσει τι θα διδάξει.
Και η υποχώρηση συντελείται χαμηλόφωνα, μέσα στις αίθουσες υπό το βάρος της προσδοκώμενης απειλής. Στο Batley της Αγγλίας, ένας εκπαιδευτικός που το 2021 είχε παρουσιάσει μιά γελοιογραφία του Προφήτη Μωάμεθ στο πλαίσιο μαθήματος για τη βλασφημία και την ελευθερία της έκφρασης αναγκάστηκε, ύστερα από τις αντιδράσεις και τις απειλές που ακολούθησαν, να εγκαταλείψει την προηγούμενη ζωή του.
Τρία χρόνια αργότερα εξακολουθούσε, σύμφωνα με τις τότε δημοσιογραφικές αναφορές, να ζει κρυμμένος μαζί με την οικογένειά του.
Για τη μετέπειτα κατάστασή του δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες. Η Δανία, η οποία μόλις το 2017 είχε καταργήσει το ποινικό αδίκημα της βλασφημίας, θέσπισε τον Δεκέμβριο του 2023, επικαλούμενη λόγους δημόσιας ασφάλειας, νομοθετική απαγόρευση της «ανάρμοστης μεταχείρισης» κειμένων ιδιαίτερης θρησκευτικής σημασίας για αναγνωρισμένες θρησκευτικές κοινότητες, υπό το βάρος των διεθνών αντιδράσεων στις δημόσιες καύσεις του Κορανίου.
Ήδη από το 2020, άλλως τε, η γαλλική laicité είχε αποτελέσει αντικείμενο αντιπαράθεσης στον αγγλόφωνο δημόσιο διάλογο.
Για ορισμένους επικριτές της, η laïcité δεν λειτουργούσε πάντοτε ως ασπίδα της ελευθερίας της συνείδησης, αλλά αποτελούσε το πρόσχημα της καχυποψίας και του στιγματισμού των μουσουλμανικών πληθυσμών.
Η πολεμική αυτή, ωστόσο, φανέρωσε ένα ψευδοδίλημμα: είτε την ενδοτική σιωπή απέναντι στον θρησκευτικό εκφοβισμό είτε την άκριτη επέκταση της ενοχής σε ολόκληρες κοινότητες, σαν να ήταν αδύνατη η ταυτόχρονη υπεράσπιση της ελευθερίας της έκφρασης και της ισοτιμίας των πολιτών. Ο Βρετανός συγγραφέας και δοκιμιογράφος Kenan Malik είχε επισημάνει την πλάνη αυτής της διχοτομίας: η αντίσταση στον θρησκευτικό σκοταδισμό και η καταπολέμηση της αντιμουσουλμανικής προκατάληψης δεν αποτελούν αλληλοαποκλειόμενες επιδιώξεις, αλλά αδιαχώριστες όψεις της ίδιας φιλελεύθερης αξίωσης.
Η ανοχή απέναντι στον θρησκευτικό αυταρχισμό δεν συνιστά εκδήλωση σεβασμού προς τους μουσουλμάνους, όπως και η καταγγελία του αυταρχισμού αυτού δεν συνεπάγεται εχθρότητα προς όσους ασπάζονται την ισλαμική πίστη.
Η υπεράσπιση του δικαιώματος στην κριτική, στη σάτιρα και ακόμη και στην προσβολή θρησκευτικών δογμάτων δεν συνεπάγεται την απαξίωση εκείνων που τα ασπάζονται.
Αντιστοίχως, η αναγνώριση και ο σεβασμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας των πιστών δεν συνεπάγονται την υποχρέωση να περιβάλλονται οι θρησκευτικές τους πεποιθήσεις με το προνόμιο του απυρόβλητου, ούτε δικαιολογούν την εξαίρεσή τους από την ελεύθερη κριτική και αμφισβήτηση.
Το δικαίωμα ενός ανθρώπου να πιστεύει δεν συνεπάγεται την υποχρέωση των υπολοίπων ούτε να συμμερίζονται τις πεποιθήσεις του ούτε να απέχουν από την κριτική τους.
Στην ίδια ομιλία της Σορβόννης, ο Μακρόν προχώρησε σε μιά χαρακτηριστική αντιδιαστολή: «εκεί όπου οι ισλαμιστές διέκριναν πιστούς και απίστους, ο Samuel Paty αναγνώριζε μόνον πολίτες". Η ενδοτικότητα απέναντι στις απαιτήσεις του φανατισμού και ο συλλογικός στιγματισμός των μουσουλμάνων συνιστούν, υπό το πρίσμα αυτό, δύο διαφορετικές εκφάνσεις της ίδιας απομάκρυνσης από την αρχή της ισοπολιτείας.
Η πρώτη παραχωρεί στη θρησκευτική μισαλλοδοξία το ανεπίτρεπτο προνομίο να καθορίζει τα όρια της ελευθερίας· ο δεύτερος υποκαθιστά την εξατομικευμένη κρίση με την καχυποψία απέναντι στην καταγωγή ή στο θρήσκευμα.
Και οι δύο, μολονότι εκκινούν από διαφορετικές αφετηρίες, καταλήγουν να υπονομεύουν εκείνο που ο Samuel Paty ενσάρκωνε μέσα στη σχολική αίθουσα: την αντίληψη ότι οι άνθρωποι δεν οφείλουν να συμμερίζονται τις ίδιες πεποιθήσεις προκειμένου να συνυπάρχουν ως ισότιμα μέλη της ίδιας κοινότητας.
Διότι η laicité δεν δοκιμάζεται μόνο στην ικανότητα της πολιτείας να αντιστέκεται στις αξιώσεις του φανατισμού, αλλά και στην απαρέγκλιτη άρνησή της να μετατρέπει την πίστη οποιουδήποτε πολίτη σε τεκμήριο ενοχής.
Η ελευθερία της συνείδησης ακυρώνεται τόσο όταν υποτάσσεται στις επιταγές του φανατισμού όσο και όταν παραδίδεται στις γενικεύσεις των προκαταλήψεων.
Η ατελεύτητη μαθητεία της ελευθερίας Νοέμβριος 1957. Ο Albert Camus, έχοντας μόλις τιμηθεί με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, απευθύνει μια επιστολή στον Louis Germain, τον παλιό του δάσκαλο στο δημοτικό σχολείο του Αλγερίου, εκείνον που είχε κατορθώσει να διακρίνει, πίσω από τη φτώχεια και την πατρική ορφάνια ενός μικρού αγοριού, τις αδιόρατες ακόμη δυνατότητες ενός χαρισματικού πνεύματος. «Η πρώτη μου σκέψη, μετά τη μητέρα μου, ήταν για σας», του εξομολογείται.
Η ανάκληση αυτής της επιστολής δεν υπαγορεύεται από κάποια νοσταλγική εξιδανίκευση του παρελθόντος.
Το σχολείο του Germain λειτουργούσε σε μια αποικιοκρατούμενη κοινωνία, όπου η Γαλλική Δημοκρατία είχε επανειλημμένως διαψεύσει την οικουμενικότητα των αρχών που διακήρυσσε.
Η ιστορική της παρακαταθήκη συνιστά, επομένως, μια ακόμη ανεκπλήρωτη ηθική και πολιτική επαγγελία, της οποίας η καθολική πραγμάτωση παραμένει διαρκές ζητούμενο: ότι κάθε παιδί, ανεξαρτήτως καταγωγής, κοινωνικής θέσης ή θρησκευτικής πεποίθησης, δικαιούται να συναντήσει έναν δάσκαλο που θα το μυήσει στην ελεύθερη σκέψη.
Στις 16 Οκτωβρίου 2026, στις επτά το απόγευμα, Οι δημοτικές αρχές της Conflans-Sainte-Honorine κάλεσαν τους κατοίκους της πόλης να συγκεντρωθούν στην Place de la Liberté, προκειμένου να τιμήσουν τη μνήμη του Samuel Paty, με αφορμή τη συμπλήρωση έξι χρόνων από τη δολοφονία του.
Το σχολείο στο οποίο δίδασκε φέρει πλέον το όνομά του Οι δημόσιες τελετές μνήμης είναι μεν αναγκαίες, δεν αποτελούν όμως αφ' εαυτών επαρκή εκπλήρωση του χρέους προς τους νεκρούς.
Η ζωντανή μνήμη γίνεται μάθημα που συνεχίζεται, κάθε φορά που ένας εκπαιδευτικός εξηγεί στους μαθητές του ότι η αμφιβολία δεν συνιστά ιεροσυλία, ότι η αμφισβήτηση μιας θρησκευτικής πεποίθησης δεν ισοδυναμεί με προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και ότι η γελοιογραφική σάτιρα μπορεί να αντικρούεται με τη δύναμη των επιχειρημάτων, ουδέποτε όμως με τη βία εκείνων που αξιώνουν να επιβάλλουν τις πεποιθήσεις τους αφαιρώντας ανθρώπινες ζωές.
Στις καταληκτικές σελίδες της Πανούκλας (La Peste), ενώ η πόλη πανηγυρίζει την απαλλαγή της από τη θανατηφόρο επιδημία, ο γιατρός Rieux γνωρίζει ότι ο βάκιλος της πανούκλας δεν πεθαίνει ποτέ οριστικά ούτε εξαφανίζεται από τον κόσμο.
Μπορεί να λαγοκοιμάται επί δεκαετίες στα έπιπλα και στα ασπρόρουχα, ώσπου κάποια μέρα η πανούκλα να αφυπνίσει ξανά τους αρουραίους της, «για τη δυστυχία και τη διδαχή των ανθρώπων». Η λέξη που επιστρατεύει ο Camus είναι enseignement: διδασκαλία, μάθημα, διδαχή.
Μια λέξη που, μέσα στη συγκεκριμένη αφηγηματική συνάφεια, παραπέμπει στη γνώση που αποκομίζει ο άνθρωπος από την οδυνηρή αναμέτρησή του με το κακό και από την επίγνωση ότι καμία ιστορική νίκη εναντίον του δεν εγγυάται την οριστική του εξάλειψη.
Ένας δάσκαλος θα αντιλαμβανόταν, ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, το ιδιαίτερο βάρος αυτής της λέξης.
Θα γνώριζε ότι η διδαχή δεν εξαντλείται στην απομνημόνευση μιας τραγωδίας, αλλά προϋποθέτει την καλλιέργεια εκείνης της πνευματικής εγρήγορσης που επιτρέπει στον άνθρωπο να διακρίνει εγκαίρως τις συνθήκες υπό τις οποίες η τραγωδία θα μπορούσε να επαναληφθεί.
Διότι ο φανατισμός, όπως και ο βάκιλος του Camus, δεν αφανίζεται επειδή μια κοινωνία τον καταδίκασε, ούτε αδρανοποιείται οριστικά επειδή η Ιστορία κατέγραψε τις ολέθριες συνέπειές του.
Μπορεί να υποχωρεί, να μεταμφιέζεται, να παραμένει λανθάνων κάτω από την επιφάνεια μιας φαινομενικά αδιατάρακτης κανονικότητας, αναμένοντας τις συνθήκες που θα του επιτρέψουν να ανακτήσει την καταστροφική του ισχύ.
Η ιστορική εμπειρία, άλλως τε, έχει επανειλημμένως καταδείξει ότι η γνώση των περασμένων συμφορών δεν εγγυάται την αποτροπή των μελλοντικών.
Ανάμεσα στην επίγνωση και στην πράξη παρεμβάλλεται πάντοτε η ανθρώπινη βούληση, η οποία καλείται να μετουσιώσει το ιστορικό δίδαγμα σε συνειδητή ηθική στάση.
Γι' αυτό και η μνήμη του Samuel Paty οφείλει να διατηρηθεί ως ενεργός ηθική συνείδηση, ως αδιάλειπτη άσκηση ελευθερίας και ως διαρκής αντίσταση στη λήθη που καθιστά δυνατή την επανάληψη των ίδιων δεινών.
Η μνήμη του μάς κληροδοτεί της ανεξάλειπτη ευθύνη απέναντι στους ζωντανούς: να διαφυλάσσουμε την ελευθερία της σκέψης από τις αξιώσεις του δογματισμού, να αντιστεκόμαστε στην εξοικείωση με τη μισαλλοδοξία και να διατηρούμε άγρυπνη τη συνείδηση απέναντι σε όσα η Ιστορία έχει ήδη καταδικάσει, χωρίς η ανθρωπότητα να έχει κατορθώσει να τα εξαλείψει.
Η δικαίωση της μνήμης του εναπόκειται, εν τέλει, στη διαρκή επαγρύπνηση εκείνων που αναγνωρίζουν ότι το κακό, ακόμη και όταν φαίνεται να έχει οριστικά ηττηθεί, εξακολουθεί να ελλοχεύει, αναμένοντας τις περιστάσεις που θα καταστήσουν δυνατή την εκ νέου εκδήλωση της ολέθριας ισχύος του... @highlight
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους