ΑΠΟΝΟΜΗ ΝΟΜΠΕΛ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΣΤΟΝ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ 18 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1979 -- ΄Ενας από τους σπουδαιότερους ποιητές, που ανήκε στη λεγόμενη «γενιά του τριάντα», που η συγγραφική του δημιουργία, γνώρισε την...
ΑΠΟΝΟΜΗ ΝΟΜΠΕΛ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΣΤΟΝ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ 18 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1979
-------- ΄Ενας από τους σπουδαιότερους ποιητές, που ανήκε στη λεγόμενη «γενιά του τριάντα», που η συγγραφική του δημιουργία, γνώρισε την καταξίωση και του επέφερε σημαντικές διακρίσεις, στην Ελλάδα και το εξωτερικό, με κορυφαία, την βράβευσή του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, το 1979. Ο Οδυσσέας Ελύτης (πραγματικό όνομα Οδυσσέας Αλεπουδέλης), γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1911 στο Ηράκλειο Κρήτης και ήταν το μικρότερο παιδί της οικογένειάς του.
Πατέρας του, ο Λέσβιος επιχειρηματίας Παναγιώτης Αλεπουδέλης (ο οποίος εγκαταστάθηκε πριν νυμφευθεί στο Ηράκλειο και ίδρυσε εργοστάσιο σαπωνοποιϊας και πυρηνελουργίας) και μητέρα του, η επίσης καταγόμενη από τη Λέσβο, Μαρία Βρανά.
Με την έναρξη του Α΄παγκ. πολέμου (1914), ο πατέρας του, μετέφερε την εμπορική του δραστηριότητα στην Αθήνα, όπου και εγκαταστάθηκε η οικογένεια (οδός Σόλωνος 98α). Το 1918, η οικογένεια δέχθηκε ένα δυνατό πλήγμα, με τον θάνατο της μεγαλύτερης κόρης, της 20χρονης Μυρσίνης. ΄Ένα χρόνο μετά την Μικρασιατική καταστροφή, το 1923, η οικογένεια ταξίδεψε σε Ιταλία, Ελβετία, Γερμανία και Γιουγκοσλαβία.
Ο μικρός Οδυσσέας, σε ηλικία 13 ετών, γνώρισε το 1924, το πολιτικό ίνδαλμα της οικογένειάς του, τον Ελευθ. Βενιζέλο.
Την ίδια χρονιά, η οικογένεια επέστρεψε στην Αθήνα και ο Οδυσσέας γράφτηκε στο Γ΄Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών.
Το 1925, η οικογένεια δέχθηκε ένα ακόμα πλήγμα, τον θάνατο του πατέρα. Ο Οδυσσέας, ανήσυχο πνεύμα από τα γυμνασιακά του χρόνια, εκδήλωσε την κλήση του, ξεκινώντας συνεργασία, με ένα από τα κορυφαία περιοδικά της εποχής, την «Διάπλαση των Παίδων»(του Γρ. Ξενόπουλου). ΄Ηταν τότε που άρχισε να διαβάζει έργα λογοτεχνίας, ελληνικά και γαλλικά και το 1927,πρωτοήρθε σε επαφή, με την ποίηση του Καβάφη.
Αποφοιτώντας από το Γυμνάσιο (τότε εξατάξιο) το 1928, άρχισε να μελετά την ποίηση του Κώστα Καρυωτάκη, ενώ το 1929, ανακάλυψε τον σουρεαλισμό, μελετώντας τα έργα των Λόρκα και Ελιάρ.
Τότε ήταν, που έκανε και τα πρώτα του ποιητικά βήματα, στέλνοντας ποιήματα για δημοσίευση σε περιοδικά και χρησιμοποιώντας ψευδώνυμο.
Επί χρόνια, τα καλοκαίρια, η οικογένεια (και αργότερα ο ίδιος), επισκεπτόταν τα νησιά του Αιγαίου και ο Οδυσσέας παρατηρούσε με ποιητικό μάτι και αντλούσε την ομορφιά, που ήταν διάσπαρτη, κάτι που στη συνέχεια, επηρέασε τα μέγιστα την ποίησή του.
Το 1930, η οικογένεια μετακόμισε στην οδό Μοσχονησίων 146 (πλατεία Αμερικής) και ο Οδυσσέας γράφτηκε στην Νομική Σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών. ΄Αρχισε να επιζητά, την σύνδεσή του με πνευματικούς ανθρώπους, κάτι που το συνέχισε και αργότερα, προικίζοντας τον εαυτό του, με κριτική εμπειρία, πάνω σε καταστάσεις και γεγονότα της εποχής του και βαθύνοντας την αναλυτική του σκέψη, ερχόμενος σε επαφή με φιλοσοφίες, ιδέες και ρεύματα. ΄Ετσι, το 1933, έγινε μέλος της «Ιδεοκρατικής Φιλοσοφικής Ομάδας» του Πανεπιστημίου, συμμετέχοντας σε συζητήσεις, με τους Ιωάννη Συκουτρή, Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο, Κωνσταντίνο Τσάτσο, Παναγιώτη Κανελλόπουλο, κ.α. Καθοριστική για την ποίησή του, υπήρξε η γνωριμία του, το 1935, με τον ποιητή και ψυχαναλυτή Ανδρέα Εμπειρίκο, καθώς και η επαφή του, με την λαϊκή ζωγραφική του Θεόφιλου.
Την ίδια χρονιά, ήρθε σε επαφή, με την μεσολάβηση του φίλου του, ποιητή Γιώργου Σαραντάρη, με την λογοτεχνική συντροφιά που εξέδιδε, το πρωτοποριακό περιοδικό «Νέα Γράμματα» (Γ. Σεφέρης, Γ. Θεοτοκάς, Γ. Κατσίμπαλης, Ανδρ.
Καραντώνης, κ.α.), όπου δημοσίευσε, το πρώτο του ποίημα «Του Αιγαίου», υπογράφοντας με το ψευδώνυμο «Ελύτης». Μια άλλη σπουδαία γνωριμία που έκανε, ήταν το 1936, με τον ποιητή Νίκο Γκάτσο, με τον οποίο και συνδέθηκε με μακροχρόνια, στενή φιλία.
Την παρέα, συμπλήρωναν οι ζωγράφοι Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Γιάννης Μόραλης και ο ποιητής, Νίκος Καρύδης (δημιουργός του εκδοτικού οίκου «΄Ικαρος», που εξέδωσε τα περισσότερα βιβλία του Ελύτη). Την ίδια χρονιά (1936), διέκοψε τις σπουδές του στη Νομική Σχολή και στρατεύτηκε (απολύθηκε το 1938, με το βαθμό του έφεδρου αξιωματικού). Τον Δεκέμβριο του 1939, εξέδωσε την πρώτη του ποιητική Συλλογή, με τίτλο «Προσανατολισμοί», η οποία υπήρξε μια φωτεινή ακτίδα, σ΄έναν κόσμο, που όδευε σ΄ένα σκοτεινό μέλλον (είχε ήδη ξεκινήσει ο Β΄παγκ. πόλεμος). Το 1940, για μια ακόμα φορά η οικογένεια μετακόμισε (οδός Ιθάκης 31) και με την έκρηξη του ελληνο-ιταλικού πολέμου, ο Ελύτης επιστρατεύτηκε ως ανθυπολοχαγός και εστάλη στην πρώτη γραμμή του πυρός, με τον λόχο του, να προωθείται, στον Δεκέμβριο 1940, εντός του αλβανικού εδάφους.
Στις αρχές του 1941, προσβλήθηκε από κοιλιακό τύφο και μεταφέρθηκε ημιθανής στο νοσοκομείο Ιωαννίνων και στη συνέχεια στην Αθήνα.
Και ενώ βρισκόταν σε περίοδο ανάρρωσης, εισήλθαν οι Γερμανοί στη χώρα και ξεκίνησε η περίοδος της Κατοχής, στην Ελλάδα.
Το 1943, κυκλοφόρησε την δεύτερη ποιητική του Συλλογή, με τίτλο «΄Ηλιος ο πρώτος, μαζί με τις παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα» (εκδ. «Γλάρος»), ένα έργο αντίστασης, καμουφλαρισμένης πίσω από μια υπερεαλιστική φόρμα (παρόμοια έργα που κυκλοφόρησαν την ίδια χρονιά, είναι η «Αμοργός» του Ν. Γκάτσου και ο «Μπολιβάρ», του Ν. Εγγονόπουλου). Το 1945, ο Ελύτης συνεργάστηκε με το περιοδικό «Τετράδιο» (που υιοθετούσε τον υπερεαλισμό, ως ποιητική έκφραση), δημοσιεύοντας μεταφράσεις των ποιημάτων του Λόρκα, καθώς και το δικό του ελεγειακό έργο: «΄Ασμα ηρωϊκό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας». Παράλληλα, με εισήγηση του Γ. Σεφέρη, τοποθετήθηκε διευθυντής προγράμματος του ‘Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας» (Ε.Ι.Ρ.), θέση από την οποία, μετά από σύντομο χρονικό διάστημα, παραιτήθηκε.
Είναι η εποχή, που συμπληρωματικά με την ποίηση, ασχολήθηκε με μια ακόμα μεγάλη του αγάπη, τη ζωγραφική.
Το 1948 (η Ελλάδα βρίσκεται σε εμφύλιο σπαραγμό), εγκατέλειψε τη χώρα, πήγε αρχικά στην Ελβετία και από κει στο Παρίσι, όπου και εγκαταστάθηκε.
Εκεί, ήρθε σε επαφή με την πρωτοποριακή γαλλική διανόηση (Μπρετόν, Καμί, Ελιάρ, κ.α.) και με εικαστικούς καλλιτέχνες (Πικάσο, Ματίς, Σαγκάλ και Τζιακομέτι). Μετά από μια σύντομη επίσκεψη στην Ισπανία, το 1950, εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο και συνεργάστηκε με το BBC. Στην Ελλάδα, επέστρεψε το 1952 και το 1953 και για ένα χρόνο, επανήλθε στην ΕΙΡ, ως διευθυντής προγράμματος.
Το 1959, κυκλοφόρησε το έργο του «΄Αξιον Εστί», που αποτελεί μία από τις κορυφαίες στιγμές, της ελληνικής λογοτεχνίας.
Το έργο, γνώρισε πλατειά αναγνώριση και τελικά κατέστη κτήμα του Ελληνικού Λαού, με την μελοποίησή του, το 1964, από τον Μίκη Θεοδωράκη.
Το πραξικόπημα της Χούντας (1967), τον βρίσκει στη νέα του κατοικία (Σκουφά 23), όπου και ασχολείται με την μετάφραση ποιημάτων της Σαπφούς.
Το 1969, έφυγε από την Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, παραμένοντας εκεί ως το 1971, οπότε και επέστρεψε οριστικά στην Ελλάδα.
Μετά την πτώση της δικτατορίας (1974), διορίστηκε Πρόεδρος του Δ.Σ. της Ε.Ι.Ρ.Τ. και μέλος του Δ.Σ. του Εθνικού Θεάτρου (ως το 1977). Πιστός στις αρχές του, να μην αναμειγνύεται ενεργά στην πολιτική πρακτική, απέρριψε πρόσκληση της Νέας Δημοκρατίας, να συμπεριληφθεί στο ψηφοδέλτιο των υποψηφίων βουλευτών επικρατείας.
Το 1977, αρνήθηκε επίσης, την αναγόρευσή του ως Ακαδημαϊκού.
Το 1979, είναι μια σπουδαία χρονικά για τον ίδιο και για την Ελλάδα.
Του απονέμεται, από την Σουηδική Ακαδημία, στις 18 Οκτωβρίου, το Νόμπελ Λογοτεχνίας (αναφορά στο Νόμπελ, στη συνέχεια του άρθρου). Τα χρόνια που ακολούθησαν, ο Ελύτης γνώρισε παγκόσμια αναγνώριση για το έργο του, συνεχίζοντας με αμείωτους ρυθμούς, να δημιουργεί (ποίηση, δοκίμια, μεταφράσεις) Πέθανε, σε ηλικία 85 ετών, στις 18 Μαρτίου 1996. ■ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ Στο πλούσιο έργο του, περιλαμβάνονται Ποιητικές Συλλογές, Δοκίμια και Μεταφράσεις: - ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ: «Προσανατολισμοί» (1939, εκδ. «Πυρσός») • «΄Ηλιος ο Πρώτος, μαζί με τις παραλλαγές, πάνω σε μια αχτίδα» (1943, «Γλάρος») • «΄Αξιον Εστί» (1959, «’ Ικαρος») • «΄Εξι και μία τύψεις για τον ουρανό» (1960, «΄Ικαρος) • «΄Ασμα ηρωϊκό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας» (1962, «Ίκαρος») «Ο ΄Ηλιος ο Ηλιάτορας» (1971, «Ίκαρος») «Το Φωτόδεντρο και η Δέκατη Τέταρτη Ομορφιά» (1971, «Ίκαρος») • «Το Μονόγραμμα» (1972, «Ίκαρος») • «Τα Ρω του ΄Ερωτα» (1972, «Αστερίας») • «Τα Ετεροθαλή» (1974, «Ίκαρος») • «Μαρία Νεφέλη» (1978, «Ίκαρος») • «Τρία Ποιήματα με σημαία ευκαιρίας» (1982, «Ίκαρος») • «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου» (1984, «Ύψιλον») • «Ο μικρός ναυτίλος» (1985, «Ίκαρος») • «Τα ελεγεία της Οξώπετρας» (1991, «Ίκαρος») • «Δυτικά της λύπης» (1995, «Ίκαρος») • «Εκ του πλησίον» (1998, «Ίκαρος») - ΔΟΚΙΜΙΑ: «Η αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Ανδρέα Κάλβου» (1946, «Νέα Εστία») • «Ο ζωγράφος Θεόφιλος» (1973, «Αστερίας») • «Ανοιχτά χαρτιά» (1974, «Αστερίας») • «Η μαγεία του Παπαδιαμάντη» (1976, «Ερμής») • «Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο» (1980, «Ύψιλον») • «Ιδιωτική Οδός» (1990, «Ύψιλον») • «Τα Δημόσια και τα ιδιωτικά» (1990, «Ίκαρος») • «Εν λευκώ» (1993, «Ίκαρος») • «Ο κήπος με τις αυταπάτες» (1995, «Ύψιλον») - ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ: Ζαν Ζιρωντού: «Νεράϊδα-Ονειρόδραμα σε τρείς πράξεις» (1973, Εταιρεία Σπουδών Σχολής Μωραϊτη) • Μπέρτολτ Μπρεχτ: «Ο κύκλος με την κιμωλία» (1974, Εταιρεία Σπουδών Σχολής Μωραϊτη) • Δεύτερη Γραφή (1976, «Ίκαρος») • Σαπφώ (1976), «Η Αποκάλυψη» του Ιωάννη (1985, «Ύψιλον»). Το έργο του, το χαρακτηρίζει ένα ιδεολογικό δίλημμα, ανάμεσα στην ελληνική Παράδοση και τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό. ΄Ένα είδος ισορροπίας πάνω σ΄ένα τεντωμένο σχοινί, που ο ισορροπιστής δεν έχει την έννοια μόνο να φτάσει στην πέρα όχθη, αλλά να μην σπάσει το σχοινί.
Ο ίδιος ο Ελύτης, δίνοντας χαρακτηρισμό της θέσης του, στην γενιά του, την ονόμασε «παράξενη», εξηγώντας: «από το ένα μέρος, ήμουνα ο στερνός μιας γενιάς, που έσκυβε στις πληγές μιας ελληνικότητας και από την άλλη, ήμουν ο πρώτος μια άλλης, που δεχόταν τις επαναστατικές θεωρίες ενός μοντέρνου κινήματος». Ο λόγος που χρησιμοποίησε ψευδώνυμο για να υπογράψει το λογοτεχνικό του έργο, ήταν για να πάρει απόσταση από το οικογενειακό επίθετο, το συνδεδεμένο με εμπορικές δραστηριότητες: «ήταν συνυφασμένο με ό,τι εγώ μισώ στη ζωή, το πρακτικό δηλαδή πνεύμα, την εμπορική πίστη, τον άκρατο ωφελιμισμό». ■ Η ΑΠΟΝΟΜΗ ΤΟΥ ΝΟΜΠΕΛ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΚΑΙ Η ΤΕΛΕΤΗ ΒΡΑΒΕΥΣΗΣ Η ανακοίνωση απονομής του Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Οδυσσέα Ελύτη, έγινε από την Σουηδική Ακαδημία, στις 18 Οκτωβρίου 1979.
Το σκεπτικό της βράβευσης, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι προτάθηκε για βράβευση: «για την ποίησή του, που με βάθρο την ελληνική παράδοση, περιγράφει με αισθητική δύναμη και υψηλή πνευματική διακριτικότητα, τον αγώνα του σύγχρονου ανθρώπου, για την ελευθερία και την δημιουργία….Η θάλασσα και τα νησιά, τα ζώα και τα φυτά τους, τα απαλά βότσαλα και οι ακρογιαλιές, ο αφρός των κυμάτων, οι μαύροι θαλασσινοί αχινοί, είναι στοιχεία που επαναλαμβάνονται συνεχώς στο έργο του….Ο αισθητός κόσμος είναι έντονα ζωντανός στο έργο του, πλούσιος σε φρεσκάδα και καταπληκτικές εμπειρίες…» Στην ανακοίνωση τονίζεται ότι το έργο «΄Αξιον εστί», αποτελεί ένα από τα αριστουργήματα της ποίησης του 20ου αιώνα.
Η ανακοίνωση, προσέτι κάνει επισημάνσεις για το ψευδώνυμο που χρησιμοποιεί ο ποιητής, αναφέροντας ότι το επιλεγέν επώνυμο : «αντανακλά μια αίσθηση ιδεών της Ελληνικής σκέψης, όπως το όνομα της ίδιας της χώρας του, Ελλάδας, το όνομα της Ελπίδας, της Ελευθερίας και της Ελένης, το όνομα της γυναίκας, η οποία συμβολίζει την ομορφιά και τη γοητεία». Η βράβευση του Ελύτη, θεωρήθηκε έκπληξη, διότι κανένα από τα έργα του, δεν είχαν μεταφραστεί προηγουμένως στα σουηδικά και σύμφωνα με τα προγνωστικά, επικρατέστεροι θεωρούντο οι βρετανοί συγγραφείς Γκράχαμ Γκριν και Ντάρις Λέσινγκ.
Ο ίδιος ο Ελύτης, δέχθηκε με ψυχραιμία την πρόταση βράβευσής του, διατηρώντας τη σεμνότητά του, γι΄αυτή την κορυφαία τιμή που έγινε στο έργο του.
Το αληθές ήταν, πως δεν πίστευε ούτε ο ίδιος ότι είχε πιθανότητες να βραβευτεί, όπως επισήμανε στις πρώτες του δηλώσεις στον Τύπο, αναφέροντας μεταξύ άλλων: «Ήξερα ότι φέτος είμαι υποψήφιος για το βραβείο Νόμπελ, αλλά δεν πίστευα ότι είχα πιθανότητες. ΄Ακουγα διάφορες φήμες ότι, σε τέτοιες περιπτώσεις χρειάζονται διασυνδέσεις, υπόγειες διεργασίες και επαφές, πράγματα ακατάλληλα για τον χαρακτήρα μου.
Ιδού όμως που όλα αυτά είναι μύθος.
Και αυτό, ας γίνει μάθημα προς τους νεώτερους.
Ας νοιώσουν οι νέοι, πως κάνοντας σωστά και σεμνά τη δουλειά τους θα αναγνωριστούν.
Θέλω να πιστεύω πως με την απόφασή της αυτή, η Σουηδική Ακαδημία, τιμά στο πρόσωπό μου, ολόκληρη την ελληνική Ποίηση.
Θέλω ακόμα να πιστεύω ότι η Ακαδημία, επιδιώκει να επισύρει την προσοχή όλου του κόσμου, σε μια παράδοση που συνεχίζεται χωρίς διακοπή, από την εποχή του Ομήρου, παράδοση στην οποία περιέχεται ολόκληρος ο δυτικός Πολιτισμός». . Ο ποιητής, παρέστη στην τελετή απονομής του Βραβείου Νόμπελ, που πραγματοποιήθηκε στη Στοκχόλμη, στις 10 Δεκεμβρίου 1979, παραλαμβάνοντας το Βραβείο, από τον βασιλιά της Σουηδίας Κάρολο Γουσταύο.
Στην καθιερωμένη ομιλία, που είθισται να απευθύνουν οι βραβευθέντες, κατά την τελετή βράβευσης, είπε τα εξής: «Ας μου επιτραπεί, παρακαλώ, να μιλήσω στο όνομα της φωτεινότητας και της διαφάνειας.
Επειδή οι ιδιότητες αυτές είναι που καθορίσανε τον χώρο μέσα στον οποίο μου ετάχθη να μεγαλώσω και να ζήσω.
Και αυτές είναι που ένιωσα, σιγά-σιγά, να ταυτίζονται μέσα μου με την ανάγκη να εκφρασθώ.
Είναι σωστό να προσκομίζει κανείς στην τέχνη αυτά που του υπαγορεύουν η προσωπική του εμπειρία και οι αρετές της γλώσσας του.
Πολύ περισσότερο όταν οι καιροί είναι σκοτεινοί και αυτό που του υπαγορεύουν είναι μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ορατότητα.
Δεν μιλώ για τη φυσική ικανότητα να συλλαμβάνει κανείς τ' αντικείμενα σ' όλες τους τις λεπτομέρειες αλλά για τη μεταφορική, να κρατά την ουσία τους και να τα οδηγεί σε μια καθαρότητα τέτοια που να υποδηλώνει συνάμα την μεταφυσική τους σημασιολογία.
Ο τρόπος με τον οποίο μεταχειρίστηκαν την ύλη οι γλύπτες της Κυκλαδικής περιόδου, που έφτασαν ίσια-ίσια να ξεπεράσουν την ύλη, το δείχνει καθαρά.
Όπως επίσης, ο τρόπος που οι εικονογράφοι του Βυζαντίου επέτυχαν από το καθαρό χρώμα να υποβάλλουν το «θείο». Μια τέτοια, διεισδυτική και συνάμα μεταμορφωτική, επέμβαση, μέσα στην πραγματικότητα επεχείρησε πιστεύω ανέκαθεν και κάθε υψηλή ποίηση.
Όχι ν' αρκεστεί στο «νυν έχον» αλλά να επεκταθεί στο «δυνατόν γενέσθαι». Κάτι που, είναι η αλήθεια, δεν εκτιμήθηκε πάντοτε.
Ίσως γιατί οι ομαδικές νευρώσεις δεν το επέτρεψαν.
Ίσως γιατί ο ωφελιμισμός δεν άφησε τα μάτια των ανθρώπων ανοιχτά όσο χρειάζεται.
Η ομορφιά και το φως συνέβη να εκληφθούν άκαιρα ή ανώδυνα.
Και όμως.
Η διεργασία που απαιτείται για να φτάσει κανείς στο σχήμα του Αγγέλου είναι, πιστεύω πολύ πιο επώδυνη από την άλλη που εκμαιεύει όλων των λογιών τους Δαιμόνους.
Βέβαια υπάρχει το αίνιγμα.
Βέβαια υπάρχει το μυστήριο.
Αλλά το μυστήριο δεν είναι μια σκηνοθεσία που επωφελείται από τα παιχνίδια της σκιάς και του σκότους για να μας εντυπωσιάσει απλώς.
Είναι αυτό που εξακολουθεί να παραμένει μυστήριο και μέσα στο απόλυτο φως.
Είναι τότε που προσλαμβάνει την αίγλη εκείνη που ελκύει και που την ονομάζουμε ομορφιά.
Την ομορφιά που είναι μια οδός -η μόνη ίσως οδός- προς το άγνωστο μέρος του εαυτού μας, προς αυτό που μας υπερβαίνει.
Επειδή αυτό είναι στο βάθος η ποίηση: η τέχνη να οδηγείσαι και να φτάνεις προς αυτό που σε υπερβαίνει.
Από τα μυριάδες μυστικά σήματα, που μ' αυτά είναι διάσπαρτος ο κόσμος και που αποτελούν άλλες τόσες συλλαβές μιας άγνωστης γλώσσας, να συνθέσεις λέξεις και από τις λέξεις φράσεις που η αποκρυπτογράφησή τους να σε φέρνει πιο κοντά στην βαθύτερη αλήθεια.
Πού λοιπόν βρίσκεται σε έσχατη ανάλυση η αλήθεια; Στην φθορά και στον θάνατο που διαπιστώνουμε κάθε μέρα γύρω μας ή στη ροπή που μας ωθεί να πιστεύουμε ότι αυτός ο κόσμος είναι ακατάλυτος και αιώνιος; Είναι φρόνιμο ν' αποφεύγουμε τις μεγαλεπήβολες εκφράσεις, το ξέρω.
Οι κατά καιρούς κοσμολογικές θεωρίες τις χρησιμοποίησαν, ήρθαν σε σύγκρουση, ακμάσανε, πέρασαν.
Η ουσία όμως έμεινε, μένει.
Και η ποίηση, που εγείρεται στο σημείον όπου ο ορθολογισμός καταθέτει τα όπλα του για να τ' αναλάβει εκείνη και να προχωρήσει μέσα στην απαγορευμένη ζώνη, ελέγχεται να είναι ίσια-ίσια εκείνη που προσβάλλεται λιγότερο από τη φθορά.
Διασώζει σε καθαρή μορφή τα μόνιμα, τα βιώσιμα στοιχεία που καταντούν δυσδιάκριτα μέσα στο σκότος της συνείδησης όπως τα φύκια μέσα στους βυθούς των θαλασσών.
Να γιατί μας χρειάζεται η διαφάνεια.
Για να διακρίνουμε τους κόμπους στο νήμα που μες από τους αιώνες τεντώνεται και μας βοηθεί να σταθούμε όρθιοι πάνω σ' αυτή τη γη. Από τον Ηράκλειτο έως τον Πλάτωνα και από τον Πλάτωνα έως τον Ιησού διακρίνουμε αυτό το «δέσιμο» που φτάνει κάτω από διάφορες μορφές ως τις ημέρες μας και που μας λέει περίπου το ίδιο: ότι εντός του κόσμου τούτου εμπεριέχεται και με τα στοιχεία του κόσμου τούτου ανασυντίθεται ο άλλος κόσμος, ο «πέραν» η δεύτερη πραγματικότητα η υπερτοποθετημένη επάνω σ' αυτήν όπου παρά φύσιν ζούμε.
Είναι μια πραγματικότητα που τη δικαιούμαστε και που από δική μας ανικανότητα δεν αξιωνόμαστε.
Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι σε εποχές υγιείς το κάλλος ταυτίσθηκε με το αγαθόν και το αγαθόν με τον Ήλιο.
Κατά το μέτρο που η συνείδηση καθαίρεται και πληρούται με φως, τα μελανά σημεία υποχωρούν και σβήνουν αφήνοντας κενά που -όπως ακριβώς στους φυσικούς νόμους- τα αντίθετά τους έρχονται να πληρώσουν τη θέση τους.
Κι αυτό, με τέτοιον τρόπο που τελικά το δημιουργημένο αποτέλεσμα να στηρίζεται και στις δύο πλευρές, θέλω να πω στο «εδώ» και στο «επέκεινα». Ο Ηράκλειτος δεν είχε ήδη μιλήσει για μιαν «εκ των διαφερόντων καλλίστην αρμονίην»; Εάν είναι ο Απόλλων ή η Αφροδίτη, ο Χριστός ή η Παναγία, που ενσαρκώνουν και προσωποποιούν την ανάγκη να δούμε υλοποιημένο εκείνο που σε ορισμένες στιγμές διαισθανόμαστε, δεν έχει σημασία.
Σημασία έχει η αναπνοή της αθανασίας που μας επιτρέπουν.
Η ποίηση οφείλει, κατά την ταπεινή μου γνώμη, πέραν από συγκεκριμένα δόγματα, να επιτρέπει αυτή την αναπνοή.
Πως να μην αναφερθώ εδώ πέρα στον Φρειδερίκο Χαίλντερλιν, τον μεγάλο ποιητή που με το ίδιο πνεύμα εστράφηκε προς τους Θεούς του Ολύμπου και προς τον Ιησού; Η σταθερότητα που έδωσε σ' ένα είδος οράματος είναι ανεκτίμητη.
Και η έκταση που μας αποκάλυψε μεγάλη.
Θα έλεγα τρομακτική.
Αυτή άλλωστε είναι που τον έκανε, όταν μόλις ακόμη άρχιζε το κακό που σήμερα μας πλήττει, ν' ανακράξει: Wozu Dichter in durftiger Zeit! Οι καιροί φευ εστάθηκαν ανέκαθεν για τον άνθρωπο durftiger.
Αλλά και η ποίηση ανέκαθεν λειτουργούσε.
Δύο φαινόμενα προορισμένα να συνοδεύουν την επίγεια μοίρα μας και που το ένα τους αντισταθμίζει το άλλο.
Πως αλλιώς.
Αφού και η νύχτα και τ' άστρα εάν μας γίνονται αντιληπτά είναι χάρη στον ήλιο.
Με τη διαφορά ότι ο ήλιος, κατά τη ρήση του αρχαίου σοφού, εάν υπερβεί τα μέτρα καταντά «ύβρις». Χρειάζεται να βρισκόμαστε στη σωστή απόσταση από τον ηθικόν ήλιο, όπως ο πλανήτης μας από τον φυσικόν ήλιο, για να γίνεται η ζωή επιτρεπτή.
Μας έφταιγε άλλοτε η αμάθεια.
Σήμερα μας φταίει η μεγάλη γνώση.
Δεν έρχομαι μ' αυτά που λέω να προστεθώ στην μακρά σειρά των επικριτών του τεχνικού μας πολιτισμού.
Μια σοφία παλαιή όσο και η χώρα που μ' εξέθρεψε, μ' εδίδαξε να δέχομαι την εξέλιξη, να χωνεύω την πρόοδο μαζί με όλα της τα παρεπόμενα, όσο δυσάρεστα και αν μπορεί να είναι αυτά.
Τότε όμως η ποίηση; Τί αντιπροσωπεύει μέσα σε μια τέτοια κοινωνία; Απαντώ: τον μόνο χώρο όπου η δύναμη του αριθμού δεν έχει πέραση.
Και ακριβώς, η εφετινή απόφασή σας να τιμήσετε στο πρόσωπό μου την ποίηση μιας μικρής χώρας δείχνει σε πόσο αρμονική ανταπόκριση βρίσκεστε με την χαριστική αντίληψη της τέχνης, την αντίληψη ότι η τέχνη είναι η μόνη εναπομένουσα πολέμιος της ισχύος που κατήντησε να έχει στους καιρούς μας η ποσοτική αποτίμηση των αξιών.
Είναι, το ξέρω, άτοπο ν' αναφέρεται κανείς σε προσωπικές περιπτώσεις.
Και ακόμη πιο άτοπο να παινά το σπίτι του.
Είναι όμως κάποτε απαραίτητο, στο βαθμό που αυτά βοηθούν να δούμε πιο καθαρά μιαν ορισμένη κατάσταση πραγμάτων.
Και είναι σήμερα η περίπτωση.
Μου εδόθηκε, αγαπητοί φίλοι, να γράφω σε μια γλώσσα που μιλιέται μόνον από μερικά εκατομμύρια ανθρώπων.
Παρ' όλ' αυτά, μια γλώσσα που μιλιέται επί δυόμιση χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή και μ' ελάχιστες διαφορές.
Η παράλογη αυτή, φαινομενικά, διάσταση, αντιστοιχεί και στην υλικο-πνευματική οντότητα της χώρας μου.
Που είναι μικρή σε έκταση χώρου και απέραντη σε έκταση χρόνου.
Και το αναφέρω όχι διόλου για να υπερηφανευθώ αλλά για να δείξω τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας ποιητής όταν χρησιμοποιεί για τα πιο αγαπημένα πράγματα τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποιούσαν μία Σαπφώ ή ένας Πίνδαρος π.χ. -χωρίς ωστόσο να έχει το αντίκρυσμα που είχαν εκείνοι επάνω στην έκταση της πολιτισμένης τότε ανθρωπότητας.
Εάν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα μέσον επικοινωνίας, πρόβλημα δεν θα υπήρχε.
Συμβαίνει όμως ν' αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών.
Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος.
Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις.
Χωρίς να λησμονεί κανείς ότι στο μάκρος εικοσιπέντε αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω ούτε ένας, που να μην γράφτηκε ποίηση στην ελληνική γλώσσα.
Να τι είναι το μεγάλο βάρος παράδοσης που το όργανο αυτό σηκώνει.
Το παρουσιάζει ανάγλυφα η νέα ελληνική ποίηση.
Η σφαίρα που σχηματίζει η νέα ελληνική ποίηση έχει, θα μπορούσε να πει κανείς, όπως κάθε σφαίρα δύο πόλους: τον βόρειο και τον νότιο.
Στον ένα τοποθετείται ο Διονύσιος Σολωμός που από την άποψη της εκφραστικής επέτυχε -προτού υπάρξει ο Μαλαρμέ στα ευρωπαϊκά γράμματα- να χαράξει με άκρα συνέπεια και αυστηρότητα την αντίληψη της καθαρής ποίησης με όλα της τα παρεπόμενα: να υποτάξει το αίσθημα στη διάνοια, να εξευγενίσει την έκφραση και να δραστηριοποιήσει όλες τις δυνατότητες του γλωσσικού οργάνου προς την κατεύθυνση του θαύματος.
Στον άλλο πόλο, τοποθετείται ο Κ. Π. Καβάφης, αυτός που παράλληλα με τον Τ.Σ.Έλιοτ έφτασε στην άκρα λιτότητα, στη μεγαλύτερη δυνατή εκφραστική ακρίβεια, εξουδετερώνοντας τον πληθωρισμό στη διατύπωση των προσωπικών του βιωμάτων.
Ανάμεσα στους δύο αυτούς πόλους κινήθηκαν οι μεγάλοι μας άλλοι ποιητές, ο Ανδρέας Κάλβος, ο Κωστής Παλαμάς, ο Αγγελος Σικελιανός, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Γιώργος Σεφέρης, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο προς το έν ή το άλλο από τα δύο άκρα.
Αυτή είναι μια πρόχειρη και όσο γίνεται πιο σχηματική χαρτογράφηση του νεοελληνικού ποιητικού λόγου.
Το πρόβλημα για μας που ακολουθήσαμε ήταν να επωμιστούμε τα υψηλά διδάγματα που μας κληροδότησαν και, ο καθένας με τον τρόπο του, να τ' αρμόσουμε πάνω στη σύγχρονη ευαισθησία.
Πέραν από τα όρια της τεχνικής, οφείλαμε να φτάσουμε σε μια σύνθεση που από το ένα μέρος ν' αναχωνεύει τα στοιχεία της ελληνικής παράδοσης και από το άλλο να εκφράζει τα κοινωνικά και ψυχολογικά αιτήματα της εποχής μας.
Με άλλα λόγια, να φτάσουμε να προβάλλουμε τον τύπο του «Ευρωπαίου-Ελληνα». Δεν μιλώ για επιτυχίες μιλώ για προσπάθειες.
Οι κατευθύνσεις είναι που έχουν σημασία για τον μελετητή της λογοτεχνίας.
Πώς όμως ν' αναπτυχθούν οι κατευθύνσεις αυτές ελεύθερα όταν οι συνθήκες της ζωής είναι στις ημέρες μας εξοντωτικές για τον δημιουργό; Και πως να διαμορφωθεί η πνευματική κοινότητα όταν οι φραγμοί των γλωσσών ορθώνονται αξεπέραστοι; Σας γνωρίζουμε και μας γνωρίζετε από το 20 ή έστω το 30% που απομένει ύστερα από την μεταγλώτισση.
Ειδικά εμείς όλοι, όσοι κρατάμε από μια συγκεκριμένη παράδοση και αποβλέπουμε στα θαύματα του λόγου, στον σπινθήρα που τινάζουν εκάστοτε δύο λέξεις κατάλληλα τοποθετημένες, παραμένουμε βουβοί, αμετάδοτοι.
Πάσχουμε από την έλλειψη μιας κοινής γλώσσας.
Και ο αντίκτυπος απ' αυτή την έλλειψη -αν ανεβούμε την κλίμακα- σημειώνεται ακόμη και στην πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της κοινής μας πατρίδας, της Ευρώπης.
Λέμε, και το διαπιστώνουμε κάθε μέρα, ότι ζούμε σ' ένα χάος ηθικό.
Κι αυτό, τη στιγμή που ποτέ άλλοτε η κατανομή των στοιχείων της υλικής μας ύπαρξης δεν έγινε με τόσο σύστημα, τόση στρατιωτική θα έλεγα τάξη, τόσον αδυσώπητο έλεγχο.
Η αντίφαση είναι διδακτική.
Οταν σε δύο σκέλη το ένα υπερτροφεί, το άλλο ατροφεί.
Μια αξιέπαινη ροπή να συνενωθούν σε ενιαία μονάδα οι λαοί της Ευρώπης, προσκόπτει σήμερα στην αδυναμία να συμπέσουν τα ατροφικά και τα υπερτροφικά σκέλη του πολιτισμού μας.
Οι αξίες μας ούτε αυτές δεν αποτελούν μια γλώσσα κοινή.
Για τον ποιητη - μπορεί να φαίνεται παράξενο αλλά είναι αληθές -η μόνη κοινή γλώσσα που αισθάνεται να του απομένει είναι οι αισθήσεις.
Εδώ και χιλιάδες χρόνια, ο τρόπος που αγγίζονται δύο σώματα δεν άλλαξε.
Μήτε οδήγησε σε καμιά σύγκρουση όπως οι εικοσάδες των ιδεολογιών που αιματοκύλισαν τις κοινωνίες μας και μας άφησαν με αδειανά χέρια.
Όμως όταν μιλώ για αισθήσεις δεν εννοώ το προσιτό, πρώτο ή δεύτερο, επίπεδό τους.
Εννοώ το απώτατο.
Εννοώ τις «αναλογίες των αισθήσεων» στο πνεύμα.
Όλες οι τέχνες μιλούν με ανάλογα.
Μια οσμή μπορεί να είναι ο βούρκος ή η αγνότητα.
Η ευθεία γραμμή ή η καμπύλη, ο οξύς ή ο βαθύς ήχος, αποτελούν μεταφράσεις κάποιας οπτικής ή ακουστικής επαφής.
Όλοι μας γράφουμε καλά ή κακά ποιήματα κατά το μέτρο που ζούμε και διανοούμαστε με την καλή ή την κακή σημασία του όρου.
Μια εικόνα πελάγους από τον Όμηρο φτάνει άθικτη ως τις ημέρες μας. Ο Ρεμπό την αναφέρει σαν mer melee au soleil και την ταυτίζει με την αιωνιότητα.
Ένα κορίτσι που κρατάει ένα κλώνο μυρτιάς από τον Αρχίλοχο επιβιοί σ' έναν πίνακα του Ματίς και μας καθιστά πιο απτή την αίσθηση, τη μεσογειακή, της καθαρότητας.
Εδώ αξίζει να σκεφτεί κανείς ότι ακόμη και μία παρθένος της βυζαντινής εικονογραφίας, δεν διαφέρει πολύ.
Παρά ένα κάτι ελάχιστο, συχνά, το εγκόσμιο φως γίνεται υπερκόσμιο και τανάπαλιν.
Μια αίσθηση που μας δόθηκε από τους αρχαίους και μια άλλη από τους μεσαιωνικούς έρχονται να γεννήσουν μια τρίτη που τους μοιάζει όπως το παιδί στους γεννήτορές του.
Μπορεί η ποίηση ν' ακολουθήσει έναν τέτοιο δρόμο; Οι αισθήσεις μες απ' τον αδιάκοπο καθαρμό τους να φτάσουν στην αγιότητα; Τότε η αναλογία τους θα επαναστραφεί επάνω στον υλικό κόσμο και θα τον επηρεάσει.
Δεν αρκεί να ονειροπολούμε με τους στίχους.
Είναι λίγο.
Δεν αρκεί να πολιτικολογούμε.
Είναι πολύ.
Κατά βάθος ο υλικός κόσμος είναι απλώς ένας σωρός από υλικά.
Θα εξαρτηθεί από το αν είμαστε καλοί ή κακοί αρχιτέκτονες το τελικό αποτέλεσμα. Ο Παράδεισος ή η Κόλαση που θα χτίσουμε.
Εάν η ποίηση παρέχει μια διαβεβαίωση και δη στους καιρούς τους durftiger είναι ακριβώς αυτή: ότι η μοίρα μας παρ' ολ' αυτά βρίσκεται στα χέρια μας».
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους