[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

Όποιος θεωρεί ότι οι λεηλασίες καταστημάτων, οι εμπρησμοί δημόσιων κτιρίων και οι καταστροφές ιστορικών μνημείων, της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας, προοιωνίζουν καλύτερες ημέρες για τη γαλλική...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Όποιος θεωρεί ότι οι λεηλασίες καταστημάτων, οι εμπρησμοί δημόσιων κτιρίων και οι καταστροφές ιστορικών μνημείων, της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας, προοιωνίζουν καλύτερες ημέρες για τη γαλλική κοινωνία, αλλά και για την Ευρώπη, είναι βαθιά νυχτωμένος και απέχει από την πραγματικότητα.

Τα όσα διαδραματίζονται σήμερα στη Γαλλία δεν είναι απλώς μια ακόμη έκρηξη κοινωνικής δυσαρέσκειας.

Αποτελούν την εκδήλωση βαθύτερων οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών αντιφάσεων που συσσωρεύονται εδώ και δεκαετίες.

Και θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε τρεις βασικές διαστάσεις αυτής της κρίσης.

Πρώτον, το δημοσιονομικό αδιέξοδο του γαλλικού μοντέλου ανάπτυξης. Η Γαλλία έχει οικοδομήσει ένα εξαιρετικά δαπανηρό κράτος, το οποίο επί δεκαετίες δαπανά περισσότερα από όσα εισπράττει.

Το αποτέλεσμα είναι η διαρκής συσσώρευση ελλειμμάτων και δημόσιου χρέους, που περιορίζει ολοένα περισσότερο τα περιθώρια άσκησης οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής.

Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά.

Το 2025 το δημόσιο χρέος έφτασε περίπου στο 115,5% του ΑΕΠ, το δημοσιονομικό έλλειμμα ξεπέρασε το 5%, ενώ οι δημόσιες δαπάνες αντιστοιχούσαν στο 57,2% του ΑΕΠ.

Πρόκειται για ένα μοντέλο που αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα βιωσιμότητας.

Όταν ένα κράτος αδυνατεί να χρηματοδοτήσει μακροπρόθεσμα τις υποχρεώσεις του, έρχεται αναπόφευκτα αντιμέτωπο με δύσκολες επιλογές: αύξηση φόρων, περιορισμό δαπανών ή διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Και ακριβώς εκεί εμφανίζεται η κοινωνική και πολιτική σύγκρουση.

Διότι οι πολίτες έχουν συνηθίσει σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο κρατικών παροχών, ενώ οι οικονομικές δυνατότητες διατήρησής του περιορίζονται.

Δεύτερον, οι αντιφάσεις ενός πανάκριβου κοινωνικού κράτους. Η Γαλλία συγκαταλέγεται στις χώρες με τις υψηλότερες κοινωνικές δαπάνες.

Διαθέτει ένα εκτεταμένο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, πρόνοιας, υγείας και δημόσιας εκπαίδευσης.

Και όμως, παρά τους τεράστιους πόρους που διατίθενται, εκατομμύρια πολίτες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τη φτώχεια, τον κοινωνικό αποκλεισμό, την υποβάθμιση της καθημερινότητάς τους και τη συρρίκνωση της αγοραστικής τους δύναμης.

Αυτό αναδεικνύει μια κρίσιμη αντίφαση: οι υψηλές κοινωνικές δαπάνες δεν εγγυώνται αυτομάτως ούτε την αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών ούτε τη δίκαιη κατανομή των ευκαιριών.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα χρήματα δαπανά το κράτος, αλλά πού κατευθύνονται, ποιοι ωφελούνται και ποιο είναι το κοινωνικό αποτέλεσμα.

Ένα σύστημα μπορεί να χρηματοδοτείται γενναιόδωρα και ταυτόχρονα να αναπαράγει αναποτελεσματικότητες, προνόμια, διοικητικές αγκυλώσεις και στρεβλώσεις στην κατανομή των πόρων.

Ιδιαίτερα όταν οργανωμένες ομάδες συμφερόντων και συντεχνίες κατορθώνουν να προστατεύουν τα κεκτημένα τους και να ιδιοποιούνται δυσανάλογο μέρος των διαθέσιμων πόρων, ενώ οι κοινωνικά ασθενέστεροι δεν απολαμβάνουν αντίστοιχα οφέλη.

Επομένως, το ζητούμενο δεν είναι απλώς περισσότερα χρήματα για το κοινωνικό κράτος, αλλά η ουσιαστική μεταρρύθμισή του, με κριτήρια αποτελεσματικότητας, κοινωνικής δικαιοσύνης και ορθολογικής κατανομής των διαθέσιμων πόρων.

Τρίτον, το μεταναστευτικό, η κοινωνική ένταξη και η συνοχή της γαλλικής κοινωνίας. Η Γαλλία αντιμετωπίζει εδώ και δεκαετίες σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και χωρικής περιθωριοποίησης, ιδιαίτερα σε ορισμένες υποβαθμισμένες αστικές περιοχές, όπου συνυπάρχουν η ανεργία, η φτώχεια, η εκπαιδευτική υστέρηση και οι δυσκολίες κοινωνικής ένταξης.

Οι μεγάλες μεταναστευτικές ροές δημιουργούν πρόσθετες απαιτήσεις από το κράτος και τις τοπικές κοινωνίες, ιδιαίτερα όταν δεν συνοδεύονται από επαρκείς πολιτικές εκπαίδευσης, απασχόλησης, στέγασης και ενσωμάτωσης.

Το πρόβλημα δεν είναι η διαφορετική καταγωγή ή η θρησκευτική ταυτότητα των ανθρώπων.

Το πρόβλημα ανακύπτει όταν διαμορφώνονται συνθήκες γκετοποίησης, παράλληλων κοινωνικών πραγματικοτήτων και απομάκρυνσης από τους κοινούς κανόνες μιας δημοκρατικής κοινωνίας.

Μια ανοιχτή κοινωνία οφείλει να προστατεύει τη διαφορετικότητα, αλλά ταυτόχρονα να απαιτεί σεβασμό στο κράτος δικαίου, στην ισότητα των φύλων, στην ελευθερία της έκφρασης, στη θρησκευτική ελευθερία και στις δημοκρατικές αρχές.

Χωρίς αποτελεσματική κοινωνική ένταξη και χωρίς ένα κοινό πλαίσιο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, η κοινωνική συνοχή δοκιμάζεται.

Και όταν η πολιτεία αδυνατεί να αντιμετωπίσει αυτά τα προβλήματα, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την ενίσχυση της πολιτικής πόλωσης.

Σε αυτό το εκρηκτικό περιβάλλον παρεμβαίνουν οι δυνάμεις των πολιτικών άκρων.

Από τη μία πλευρά, ο Ζαν-Λικ Μελανσόν και η Ανυπότακτη Γαλλία επιχειρούν να εκφράσουν τη ριζοσπαστική κοινωνική αμφισβήτηση.

Η πολιτική τους αντιπαράθεση με την κυβέρνηση και ιδιαίτερα με τις αστυνομικές αρχές έχει γίνει ακόμη εντονότερη μετά τα τελευταία επεισόδια.

Από την άλλη, η Μαρίν Λεπέν και η γαλλική ακροδεξιά αξιοποιούν την ανασφάλεια, τη μεταναστευτική κρίση και τις εικόνες βίας για να προωθήσουν τη δική τους πολιτική ατζέντα.

Η κοινωνική δυσαρέσκεια μετατρέπεται έτσι σε πεδίο αντιπαράθεσης δύο ριζικά διαφορετικών πολιτικών προτάσεων, οι οποίες όμως τροφοδοτούνται από την ίδια κρίση εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα.

Υπάρχει, επιπλέον, και η γεωπολιτική διάσταση, την οποία δεν μπορούμε να παραβλέψουμε.

Το θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν αποτελεί βασικό εκφραστή του ακραίου πολιτικού ισλαμισμού, αυτού που συχνά χαρακτηρίζεται ως ισλαμοφασισμός, καθώς επιδιώκει την επιβολή μιας αυταρχικής θρησκευτικής και πολιτικής ιδεολογίας, εχθρικής προς τις θεμελιώδεις αξίες της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Η δράση του δεν περιορίζεται στο εσωτερικό του Ιράν.

Μέσω των Φρουρών της Επανάστασης, το καθεστώς έχει αναπτύξει δίκτυα χρηματοδότησης, εξοπλισμού και υποστήριξης ένοπλων ισλαμιστικών οργανώσεων, όπως η Χαμάς και η Χεζμπολάχ.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι διασυνδέσεις με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, από την οποία προέρχεται ιστορικά η Χαμάς.

Μάλιστα, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν χαρακτηρίσει συγκεκριμένα παραρτήματα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας τρομοκρατικές οργανώσεις ή οντότητες που υποστηρίζουν την τρομοκρατία, ενώ έχουν καταγράψει και σχέσεις υποστήριξης μεταξύ των Φρουρών της Επανάστασης και του σουδανικού παραρτήματός της.

Παράλληλα, στη Γαλλία αναπτύσσεται έντονη πολιτική αντιπαράθεση γύρω από τη θρησκευτική ταυτότητα, τον πολιτικό ισλαμισμό, την κοσμικότητα του κράτους και τη στάση τμημάτων της ριζοσπαστικής Αριστεράς απέναντι σε ισλαμιστικά κινήματα.

Η αντιμετώπιση του πολιτικού ισλαμισμού, της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας και της τρομοκρατίας αποτελεί ζήτημα υπεράσπισης της δημοκρατίας και της ανοιχτής κοινωνίας.

Δεν αφορά τη θρησκευτική πίστη εκατομμυρίων μουσουλμάνων πολιτών, αλλά εκείνες τις οργανωμένες πολιτικές και εξτρεμιστικές δυνάμεις που επιδιώκουν να υπονομεύσουν τις δημοκρατικές ελευθερίες και το κράτος δικαίου.

Και σε όλα αυτά προστίθεται ένα ιδιαίτερα επιβαρυμένο διεθνές περιβάλλον.

Η ενεργειακή κρίση, οι συνέπειες της σύγκρουσης Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ με το Ιράν, η συνεχιζόμενη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και η γενικότερη γεωπολιτική αβεβαιότητα επιβαρύνουν τις ευρωπαϊκές οικονομίες, περιορίζουν την αγοραστική δύναμη και δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο τις κυβερνήσεις να ανταποκριθούν στις κοινωνικές απαιτήσεις. Η Γαλλία βρίσκεται, επομένως, αντιμέτωπη με έναν συνδυασμό δημοσιονομικής ασφυξίας, κοινωνικών ανισοτήτων, προβλημάτων ενσωμάτωσης, πολιτικής πόλωσης και εξωτερικών οικονομικών πιέσεων.

Για εμάς στην Ελλάδα, πολλά από όσα συμβαίνουν σήμερα στη Γαλλία ξυπνούν οδυνηρές μνήμες από την περίοδο 2010-2015.

Και τότε βρεθήκαμε αντιμέτωποι με το δημοσιονομικό αδιέξοδο ενός κράτους που επί χρόνια λειτουργούσε πέρα από τις πραγματικές οικονομικές του δυνατότητες.

Και τότε οι αναγκαίες προσαρμογές προκάλεσαν βαθιές κοινωνικές συγκρούσεις.

Και τότε δυνάμεις του λαϊκισμού αξιοποίησαν την οργή, την ανασφάλεια και τις πραγματικές δυσκολίες των πολιτών, καλλιεργώντας την ψευδαίσθηση ότι υπήρχαν εύκολες λύσεις χωρίς οικονομικό και κοινωνικό κόστος.

Οι συνθήκες ασφαλώς δεν είναι ταυτόσημες.

Όμως το πολιτικό δίδαγμα παραμένει επίκαιρο.

Η κοινωνική οργή μπορεί να εξηγηθεί.

Δεν μπορεί όμως να νομιμοποιήσει τη βία, τους εμπρησμούς και τις λεηλασίες.

Ούτε η καταστροφή της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας αποτελεί απάντηση στη φτώχεια και στις κοινωνικές ανισότητες.

Οι κοινωνίες δεν προοδεύουν καταστρέφοντας τις ίδιες τους τις υποδομές, ούτε αντιμετωπίζουν τα δημοσιονομικά τους προβλήματα με συνθήματα και υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα.

Και το δυσάρεστο είναι ότι πολλές φορές οι κοινωνίες δεν μαθαίνουν από την εμπειρία των άλλων. Χρειάζεται να υποστούν οι ίδιες τις συνέπειες των επιλογών τους. Να γίνει, δηλαδή, το πάθημα μάθημα.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences