Το 58ο συνέδριο της AICA International συνήλθε στη Rennes από τις 12 έως τις 16 Οκτωβρίου 2026. Το διεθνές του συμπόσιο, που φιλοξενήθηκε στο Πανεπιστήμιο Rennes 2 από τις 13 έως τις 15 του μήνα, το...
Το 58ο συνέδριο της AICA International συνήλθε στη Rennes από τις 12 έως τις 16 Οκτωβρίου 2026.
Το διεθνές του συμπόσιο, που φιλοξενήθηκε στο Πανεπιστήμιο Rennes 2 από τις 13 έως τις 15 του μήνα, το οργάνωσαν από κοινού το Rennes 2, το Εθνικό Ινστιτούτο Ιστορίας της Τέχνης (INHA) και η AICA, (Γαλλίας και Διεθνής), τρεις ιδρυτικοί φορείς των Archives de la critique d’art.
Ο τίτλος του έφερε τη μορφή ερώτησης «Η κριτική της τέχνης απέναντι στις οικο-κοινωνικά δεσμευμένες πρακτικές — νέες γραφές, νέες προκλήσεις;» Όσο εμείς συζητούσαμε μέσα στις αίθουσες, η πόλη έξω είχε ήδη αρχίσει να απαντά.
Οι μαθητές της Rennes βρίσκονταν στην τρίτη εβδομάδα κινητοποιήσεων και αποκλεισμών των σχολείων τους.
Και το πρωί του Σαββάτου 17 Οκτωβρίου, μόλις μία ημέρα μετά τη λήξη του συνεδρίου, η πρόσκληση για «οικονομικό αποκλεισμό» της πόλης όριζε ως σημείο συνάντησης το ίδιο το Rennes 2, το πανεπιστήμιο που λίγες ώρες νωρίτερα μας είχε φιλοξενήσει.
Αυτό το κείμενο ξεκινά από αυτή τη σύμπτωση που όμως δεν διαβάζεται ως απλή σύμπτωση.
Διότι, έτσι όπως το διαβάζω, ενέχονται τρία ζητήματα.
Πρώτον, ότι η απόσταση ανάμεσα στο αμφιθέατρο και τον δρόμο δεν είναι φυσική, αλλά ένας ιστορικά κτισμένος καταμερισμός εργασίας.
Δεύτερον, ότι η κριτική της τέχνης, όταν καταπιάνεται με πρακτικές που δηλώνουν οικολογική και κοινωνική δέσμευση, δεν μπορεί να παραμένει απλός θεατής αυτού του καταμερισμού.
Τρίτον, ότι η πιο σοβαρή μορφή αλληλεγγύης που διαθέτει η κριτική δεν είναι η συμπάθεια αλλά η ίδια η κρίση.
Αφού προσπαθήσω να τα εξηγήσω, θα επιστρέψω στον Βόλο.
Εκεί όπου το προηγούμενο Σάββατο, 10 Οκτωβρίου, η πόλη μας βγήκε στον δρόμο και απέκλεισε συμβολικά την τσιμεντοβιομηχανία της ΑΓΕΤ, ενάντια στην καύση απορριμμάτων μέσα στον αστικό ιστό. Δύο Σάββατα, μια εβδομάδα απόσταση, δύο πόλεις: το ίδιο ερώτημα.
Η πρόσκληση λοιπόν του συνεδρίου έπιανε ένα νήμα που ξετυλίγεται εδώ και τουλάχιστον δύο δεκαετίες.
Από τη δεκαετία του 2000 και μετά, η τέχνη που επενδύει στη συμμετοχή, στη συνεργασία και στην κοινωνική ή περιβαλλοντική παρέμβαση έχει μετακινήσει το κέντρο βάρους της κριτικής.
Αν ακολουθήσουμε τον Jacques Rancière, η αισθητική και η πολιτική δεν είναι δύο χωριστά πεδία που πρέπει να συμφιλιωθούν.
Είναι δύο τρόποι με τους οποίους μοιράζεται το αισθητό, ποιος δηλαδή μπορεί να φανεί, να ακουστεί, να μιλήσει, να καθορίσει τι μετράει ως πρόβλημα.
Μια πρακτική που κάνει ορατή την καύση απορριμμάτων, τον καπνό ή το κλειστό σχολείο είναι ταυτόχρονα αισθητική και πολιτική χειρονομία.
Η κριτική οφείλει να κρίνει και τις δύο διαστάσεις μαζί.
Το ίδιο το πρόγραμμα έδινε ένα δεύτερο κλειδί: τον όρο «οικοσοφία». Ο Félix Guattari, στις «Τρεις Οικολογίες» (1989), ζητούσε να σκεφτούμε αδιαίρετα την οικολογία του περιβάλλοντος, των κοινωνικών σχέσεων και της ανθρώπινης υποκειμενικότητας.
Μια κριτική που θέλει να είναι οικοσοφική δεν μπορεί να γράφει για τον ρυπασμένο αέρα χωρίς να γράφει για εκείνους που τον αναπνέουν, ούτε για τις κοινότητες χωρίς να γράφει για τους τρόπους με τους οποίους μαθαίνουν να φαντάζονται κάτι διαφορετικό.
Η δική μου θέση, που διατυπώνω καιρό τώρα, πριν από το συνέδριο, είναι η εξής: η κριτική δεν εξυπηρετεί την πολιτικά δεσμευμένη τέχνη όταν την υποδέχεται με ευλάβεια.
Την εξυπηρετεί όταν την παίρνει στα σοβαρά, δηλαδή όταν την κρίνει.
Η ευλάβεια είναι μια μορφή απόστασης· η κρίση είναι μια μορφή συμμετοχής. Στη Rennes, ως σύνολο, το πρόγραμμα του συμποσίου σχεδίαζε έναν χάρτη.
Δεν ήταν χάρτης θεματικών, αλλά χάρτης θέσεων από τις οποίες γράφεται σήμερα η κριτική.
Πρώτη θέση, η ύπαιθρος.
Μια ολόκληρη ενότητα αφιερώθηκε στους αγροτικούς κόσμους ως νέα εδάφη κριτικής και συνεργασίας: η κινητή κριτικός που διασχίζει την επαρχία, το συμμετοχικό ερευνητικό πρόγραμμα Levains, οι μακροχρόνιες διαδικασίες στην αργεντίνικη Πάμπα, η συνομιλία με τον Fernando García-Dory και την πλατφόρμα Inland.
Το κοινό τους σημείο ήταν μια μετατόπιση του κέντρου: η κριτική δεν περιμένει την τέχνη στο μητροπολιτικό εκθεσιακό χώρο, πηγαίνει εκεί όπου η τέχνη συμφύεται με την παραγωγή, τη γη και την κοινότητα.
Δεύτερη θέση, ο αγώνας.
Στην ενότητα για τη γραφή της εμπειρίας, μια ανακοίνωση εστίασε στις καλλιτεχνικές πρακτικές και τις βιογραφικές αφηγήσεις γύρω από το κίνημα No TAV στην κοιλάδα της Σούζα, έναν από τους μακροβιότερους τοπικούς αγώνες της Ευρώπης ενάντια σε ένα μεγάλο έργο υποδομής.
Εδώ η τέχνη δεν «σχολιάζει» τον αγώνα από έξω.
Είναι μία από τις μορφές με τις οποίες ο αγώνας διαρκεί, θυμάται και αφηγείται τον εαυτό του.
Τρίτη θέση, η κριτική ως εργαλείο αντίστασης, όπως ονομαζόταν ρητά η έκτη ενότητα.
Εκεί συναντήθηκαν η αυτο-θεωρητικοποίηση στον Queer Muslim Futurism, η αντι-χαρτογραφία του Cian Dayrit και μια περφόρμανς του Mat3amclub με τον Gramsci στο κέντρο της.
Το κοινό τους αίτημα: η κριτική δεν είναι μόνο λόγος για την αντίσταση, μπορεί να είναι η ίδια πρακτική χακαρίσματος των κυρίαρχων εργαλείων.
Και τέλος, η Γάζα.
Η κεντρική ομιλία του T. J. Demos στο κλείσιμο του συμποσίου είχε τίτλο «Gaza and Aestheticide». Ήδη η λέξη αρκεί για να μετακινήσει το έδαφος.
Η «αισθητοκτονία» ονομάζει κάτι περισσότερο από την καταστροφή έργων.
Ονομάζει τη συστηματική εξάλειψη των συνθηκών μέσα στις οποίες ένας λαός μπορεί να παράγει, να διατηρεί και να μοιράζεται αισθητική ζωή, δηλαδή μουσεία, αρχεία, εργαστήρια, πανεπιστήμια, ελιές, τοπία, πολιτισμό.
Για όσους από εμάς δουλέψαμε με την Biennale της Γάζας, ο όρος δεν ήταν θεωρητική πρόταση αλλά ακριβής περιγραφή.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το συνέδριο άνοιξε με τη συζήτηση της AICA για την ελευθερία της έκφρασης.
Η σειρά δεν ήταν τυχαία.
Μια κριτική που δεν μπορεί να ονομάσει τη Γάζα, ή που αυτολογοκρίνεται μπροστά σε χορηγούς και θεσμούς, δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι οικο-κοινωνικά δεσμευμένη για οτιδήποτε άλλο.
Και φτάνουμε στην 17η Οκτωβρίου.
Το κίνημα που κορυφώθηκε χθες ξεκίνησε στα μέσα Σεπτεμβρίου σε ένα λύκειο της Créteil, στα προάστια του Παρισιού, όπου οι μαθητές βγήκαν στον δρόμο για τα ετοιμόρροπα κτίρια, τις υπερπλήρεις τάξεις, τις ελλείψεις εκπαιδευτικών και ένα σχολείο που βιώνουν ως μηχανισμό ανισότητας.
Μέσα σε έναν μήνα, το αίτημα για αξιοπρεπή σχολεία έγινε ο κρίκος γύρω από τον οποίο δέθηκαν η ακρίβεια, η κατάρρευση των δημόσιων υπηρεσιών και ένα μέλλον για τους νέους που μοιάζει να απομακρύνεται. Το Σάββατο 17 Οκτωβρίου, στο κάλεσμα για επιστροφή των «κίτρινων γιλέκων», προστέθηκαν φοιτητές, συνδικάτα, εκπαιδευτικοί, γονείς, νοσηλευτές, πυροσβέστες, συνταξιούχοι, αγρότες και ακτιβιστές για το κλίμα.
Το υπουργείο Εσωτερικών μέτρησε περίπου 550.000 διαδηλωτές σε όλη τη χώρα, από τους οποίους 110.000 στο Παρίσι· η CGT ανέβασε τον αριθμό στις 800.000. Στη Rennes, το συνδικάτο εκπαιδευτικών SNES-FSU υπολόγισε πάνω από 30.000 ανθρώπους, ενώ η νομαρχία 12.000.
Η ημέρα είχε και την άλλη της όψη. Στη Rennes η νομαρχία ανακοίνωσε 53 συλλήψεις και οι πυροσβέστες περιέθαλψαν 27 τραυματισμένους διαδηλωτές, έναν εκ των οποίων σε κρίσιμη κατάσταση.
Σε εθνικό επίπεδο, ο πρωθυπουργός Sébastien Lecornu ανακοίνωσε περίπου 1.200 συλλήψεις και 150 τραυματίες αστυνομικούς, καλώντας τον καθένα να «διαλέξουν στρατόπεδο». Ενός νεαρού διαδηλωτή ακρωτηριάστηκε το χέρι από χειροβομβίδα διάλυσης πλήθους.
Το υπουργείο απέδωσε τα επεισόδια στην «υπερ-αριστερά». Το κρίσιμο για τη δική μας συζήτηση είναι η σύνθεση του πλήθους.
Το 2018, τα κίτρινα γιλέκα γεννήθηκαν ως εξέγερση ενάντια σε έναν φόρο καυσίμων που παρουσιαζόταν ως μέτρο οικολογικής μετάβασης.
Η εξουσία είχε τότε στήσει ένα σχήμα αντιπαράθεσης.
Από τη μία το κλίμα, από την άλλη οι φτωχοί της περιφέρειας που χρειάζονται το αυτοκίνητο για να πάνε στη δουλειά.
Η απάντηση ήρθε από τις πορείες για το κλίμα της ίδιας χρονιάς, με ένα σύνθημα που έμεινε: το τέλος του κόσμου και το τέλος του μήνα είναι ο ίδιος αγώνας.
Χθες, οκτώ χρόνια αργότερα, το σύνθημα αυτό βγήκε στο δρόμο.
Ακτιβιστές για το κλίμα και κίτρινα γιλέκα βρέθηκαν στην ίδια διαδρομή, πίσω από μαθητές που διεκδικούν σχολεία όπου δεν στάζει η οροφή.
Αυτό ακριβώς σημαίνει «οικο-κοινωνικό» όταν βγαίνει από τον τίτλο ενός συνεδρίου και μπαίνει στην πλατεία.
Είναι η άρνηση να διαχωριστεί η κατοικησιμότητα του πλανήτη από την κατοικησιμότητα μιας ζωής. Η Rennes έδωσε και τη δική της αισθητική.
Ανάμεσα στις πινακίδες κατά της αστυνομικής βίας, ένα σύνθημα αντέστρεφε με βρετονικό χιούμορ την κρατική λογική, ζητώντας λιγότερη αστυνομία και περισσότερη galette-saucisse, το λαϊκό φαγητό των γηπέδων και των υπαίθριων αγορών. Στο Παρίσι, οι διαδηλωτές φόρεσαν κίτρινο γιλέκο στη Μαριάννα της Place de la République, ενώ οι αλληγορικές μορφές στη βάση της μαύριζαν από τον καπνό.
Αυτές οι λεπτομέρειες είναι η αυθόρμητη εικονογραφία ενός κινήματος που ξέρει ότι παλεύει και στο πεδίο του ορατού.
Εδώ η κριτική βρίσκεται μπροστά σε δύο πειρασμούς.
Ο πρώτος είναι να αισθητικοποιήσει την ταραχή, να μετατρέψει τη φωτιά και το δακρυγόνο σε θέαμα, αυτό που ο Benjamin ονόμαζε αισθητικοποίηση της πολιτικής και ο Debord, μέρος της κοινωνίας του θεάματος.
Ο δεύτερος είναι να δεχτεί το δίλημμα που επιβάλλει η εξουσία, «διάλεξε στρατόπεδο», με τους δικούς της όρους.
Η κριτική οφείλει να αρνηθεί και τα δύο.
Να πάρει θέση, αλλά να την πάρει υπέρ των όρων της ζωής, όχι υπέρ του σχήματος που της προσφέρεται.
Και η κριτική δεν πρέπει να μένει στο αμφιθέατρο.
Από τη Rennes λοιπόν κρατώ κάποιες συγκεκριμένες θέσεις/ερωτήματα, οι οποίες δεν είναι συμπεράσματα του συνεδρίου αλλά η εμπειρία του, σε συνδυασμό με όσα έγιναν γύρω του. • Η κρίση είναι αλληλεγγύη, η ευλάβεια είναι απόσταση.
Όταν μια πρακτική δηλώνει οικολογική ή κοινωνική δέσμευση, το χειρότερο που μπορεί να της κάνει η κριτική είναι να την επευφημήσει αυτόματα.
Η σοβαρή υποδοχή οφείλει να ρωτά τι κάνει πραγματικά αυτό το έργο, για ποιον, με ποιο κόστος, και αν οι μορφές του αντέχουν το βάρος των προθέσεών του. • Η κριτική γράφεται από κάπου. Η Donna Haraway μας έμαθε ότι η γνώση χωρίς τόπο είναι το «θεϊκό τέχνασμα» μιας ματιάς που προσποιείται ότι δεν έχει σώμα.
Η κριτική των οικο-κοινωνικών πρακτικών πρέπει να δηλώνει τη θέση της, δηλαδή από ποια πόλη έρχεται, από ποιο έδαφος, ποια είναι η σχέση της με τους ανθρώπους για τους οποίους γράφει. • Ο χρόνος της κριτικής πρέπει να συναντήσει τον χρόνο της αργής βίας. Ο Rob Nixon ονόμασε «αργή βία» τη ζημιά που απλώνεται σε χρόνια και γενιές και γι’ αυτό δεν γίνεται ποτέ είδηση. Στο Βόλο το δηλητήριο ρέει αργά στις φλέβες μας 10 χρόνια τώρα.
Η κριτική είναι εθισμένη στον χρόνο του εγκαινίου, του ακτιβισμού, του σκανδάλου.
Μια οικοσοφική κριτική οφείλει να μάθει να επιστρέφει, να παρακολουθεί, να γράφει τη δεύτερη και την τρίτη φορά. • Το τέλος του μήνα και το τέλος του κόσμου δεν διαχωρίζονται.
Κάθε κριτική που επαινεί την «περιβαλλοντική ευαισθησία» ενός έργου αγνοώντας ποιος πληρώνει το κόστος της μετάβασης αναπαράγει το σχήμα που τα κίτρινα γιλέκα αρνήθηκαν το 2018 και που χθες αρνήθηκαν ξανά, μαζί με τους μαθητές. • Ο θεσμός δεν είναι ουδέτερο έδαφος.
Οι χορηγοί, οι ιδιοκτήτες των χώρων, οι πηγές χρηματοδότησης είναι μέρος του έργου όσο και το υλικό του.
Μια κριτική που δεν ρωτά ποιος πληρώνει την οικολογική έκθεση, και με τι κέρδη, αφήνει ανοιχτό τον δρόμο για το artwashing.
Και πιστέψτε με έχω άπειρα παραδείγματα από αυτό, και στα ελληνικά “χωρικά ύδατα”… • Η αλληλεγγύη είναι ακρίβεια.
Απέναντι στη ρητορική των ειδικών και των εταιρειών, η κριτική έχει ένα όπλο: την ακριβή ονομασία.
Τόνοι, όρια εκπομπών, ημερομηνίες, ονόματα αποφάσεων.
Η γενικόλογη συγκίνηση δεν απειλεί κανέναν, ο ακριβής αριθμός όμως απειλεί.
Πίσω από όλες αυτές τις θέσεις βρίσκεται μια απλή παραδοχή, που η Chantal Mouffe θα αναγνώριζε ως αγωνιστική, ότι η δημόσια σφαίρα δεν είναι χώρος συναίνεσης αλλά χώρος σύγκρουσης.
Η κριτική που προσποιείται ότι στέκεται πάνω από τη σύγκρουση έχει ήδη διαλέξει πλευρά, εκείνη του ισχυρότερου.
Από τη Rennes στον Βόλο λοιπόν. (Αφιερωμένο για εκείνους που επιμένουν να μην κατανοούν πως μια ιστορικός τέχνης ασχολείται με τον καθαρό αέρα μιας πόλης) Ένα Σάββατο νωρίτερα, στις 10 Οκτωβρίου, ο Βόλος έκανε τη δική του πορεία.
Η συγκέντρωση ξεκίνησε στις 11 το πρωί από το Νοσοκομείο του Βόλου και κατευθύνθηκε προς το εργοστάσιο της ΑΓΕΤ Lafarge/Holcim, όπου οι πολίτες απέκλεισαν συμβολικά την είσοδο.
Ακολούθησαν ομιλίες, συναυλία και μια έκθεση παιδικής δημιουργίας μπροστά στην αρματωμένη από κλούβες των ΜΑΤ, πύλη της τσιμεντοβιομηχανίας.
Η αφορμή είναι η νέα περιβαλλοντική άδεια της εταιρείας.
Σύμφωνα με τη Συνέλευση Πολιτών κατά της Καύσης Σκουπιδιών από την ΑΓΕΤ που οργανώσαμε την κινητοποίηση, η άδεια επιτρέπει τη διακίνηση και καύση έως 200.000 τόνων αποβλήτων τον χρόνο, ανάμεσά τους απορριμματογενή καύσιμα RDF/SRF, πλαστικά και λυματολάσπη.
Προβλέπει τη μεταφορά αποβλήτων με πλοία μέσα από τον ευαίσθητο Παγασητικό.
Και τετραπλασιάζει το όριο εκπομπών ολικού οργανικού άνθρακα, από 10 σε 40 mg/Nm³. Ο Βόλος δεν ξεκινά από το μηδέν.
Σας θυμίζουμε ότι ήδη από το 2018 η μελέτη θνησιμότητας και νοσηρότητας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας κατέγραψε αυξημένα ποσοστά σε συγκεκριμένες μορφές καρκίνου και καρδιοαγγειακών νοσημάτων. Ο Ενιαίος Σύλλογος Διδασκόντων του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας στήριξε ομόφωνα την κινητοποίηση.
Είναι μια μικρή αλλά σημαντική λεπτομέρεια: το πανεπιστήμιο, όπως και στο Rennes 2, ότι δεν έμεινε έξω από τον δρόμο.
Η διαδρομή της πορείας είναι από μόνη της ένα επιχείρημα.
Ξεκινήσαμε από τον τόπο όπου η πόλη θεραπεύει τα σώματά της και καταλήξαμε στον τόπο όπου τα τραυματίζει- και μετά κάνει και τον χορηγό συλλόγου τραυματισμένων παιδιών!Ανάμεσα στο νοσοκομείο και την καμινάδα χαράχτηκε μια γραμμή που κάνει ορατή μια αιτιότητα, την οποία η αργή βία φροντίζει να κρατά αόρατη.
Αυτή είναι, με την πιο κυριολεκτική έννοια, μια χαρτογραφία ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ.
Και η έκθεση των παιδιών μπροστά στην πύλη δεν ήταν διακοσμητικό συμπλήρωμα μιας «σοβαρής» διαμαρτυρίας.
Ήταν ίσως το πιο πολιτικό της στοιχείο.
Όπως και απάντηση σε όσους έσπειραν φήμες, χτίζοντας προβοκάτσιες ουσιαστικά, για πιθανά επεισόδια και έπεσαν έξω.
Τα παιδιά είναι εκείνα που θα ζήσουν περισσότερο μέσα στον αέρα που αποφασίζεται σήμερα· τα σχέδιά τους στον φράχτη μιας τσιμεντοβιομηχανίας θέτουν ακριβώς το ερώτημα της κατοικησιμότητας που έθεσαν οι μαθητές της Créteil και της Rennes.
Αν η κριτική της τέχνης ρωτά σοβαρά τι σημαίνει οικο-κοινωνικά δεσμευμένη πρακτική, πρέπει να έχει το θάρρος να κοιτάξει και εδώ, όχι μόνο στις αίθουσες των μπιενάλε.
Οι οργανωτές καταγγείλαμε ότι μέρος των συστημικών μέσων ενημέρωσης αγνόησε την κινητοποίηση.
Αυτό συνδέεται άμεσα με όσα συζητήθηκαν στη Rennes για την ελευθερία της έκφρασης: η σιωπή των μέσων είναι κι αυτή ένας τρόπος να μοιράζεται το αισθητό, να αποφασίζεται ποιος αέρας μετράει και ποιος όχι.
Τα επόμενα βήματα έχουν ήδη ανακοινωθεί: προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατά της περιβαλλοντικής άδειας και νέο συλλαλητήριο τον Μάρτιο.
Και εδώ θα πρέπει να ευχαριστήσω έναν άνθρωπο που είναι διαρκώς και έμπρακτα δίπλα στα κινήματα του Βόλου. είτε πρόκειται για τα νερά των Σταγιατών και του Αγίου Βλασίου, είτε πάντα μαζί σε όλα τα συλλαλητήρια εναντίον της ΑΓΕΤ.
Και ενώ υπάρχουν τόσοι δικηγόροι και από τη μείζοντα αντιπολίτευση στο Δημοτικό Συμβούλιο Βόλου αλλά και φιλικά προσκείμενοι σε κόμματα της Αριστεράς, είναι η Ζωή Κωνσταντοπούλου - Zoe Konstantopoulou που προσφέρθηκε να μας εκπροσωπήσει νομικά και τελείως αφιλοκερδώς, στην προσφυγή μας στο ΣΤΕ κόντρα στη νέα απόφαση περιβαλλοντικών όρων της ΑΓΕΤ και την ευχαριστούμε θερμά για αυτή της την ανιδιοτελή προσπάθεια, κόντρα σε ένα ολόκληρο φιλοεταιρικό και αποικιοκρατικό σύστημα.
Αντίστοιχα με το Βόλο, το κίνημα No TAV της κοιλάδας της Σούζα, που συζητήθηκε στη Rennes, μετράει ήδη περισσότερες από τρεις δεκαετίες.
Ο αγώνας του Βόλου έχει κι αυτός μακριά ιστορία και, κατά πάσα πιθανότητα, μακρύ μέλλον.
Αυτό που μαθαίνουμε από τέτοιους αγώνες είναι ότι η τέχνη και η κριτική μετρούν όχι όταν εμφανίζονται μία φορά, αλλά όταν μένουν.
Το συνέδριο ρώτησε αν οι οικο-κοινωνικά δεσμευμένες πρακτικές απαιτούν νέες γραφές.
Η απάντηση που φέρνω πίσω από τη Rennes είναι ναι, αλλά όχι με την έννοια ενός νέου ύφους ή ενός νέου λεξιλογίου.
Η νέα γραφή είναι μια γραφή που έχει περπατήσει τη διαδρομή για την οποία γράφει.
Είναι αυτή που γράφεται με τα πόδια.
Είναι μια περιπατητική αντιστασιακή τέχνη ζωής.
Και για να απαντήσω σε αυτούς που όπως προανέφερα δεν καταλαβαίνουν τόσα χρόνια το νόημα της στάσης μου ως κριτικού-ακτιβίστριας, αυτό δεν σημαίνει ότι ο κριτικός που μετατρέπεται σε ακτιβιστή, παραιτείται από την κρίση του.
Σημαίνει το αντίθετο: ότι η κρίση του αποκτά βάρος ακριβώς επειδή γνωρίζει από πρώτο χέρι τι διακυβεύεται.
Η απόσταση που μας δίδαξε η παράδοση της κριτικής ως αμεροληψίας ήταν πάντα η θέση εκείνων που δεν κινδύνευαν. Ο Édouard Glissant μάς άφησε μια διπλή εντολή: να δρούμε μέσα στον τόπο μας και να σκεφτόμαστε μαζί με τον κόσμο. Η Rennes και ο Βόλος, οι μαθητές της Créteil και τα παιδιά μπροστά στην πύλη της ΑΓΕΤ, η Γάζα που στάθηκε στο κέντρο της τελευταίας ημέρας του συνεδρίου.
Όλα αυτά δεν είναι παράλληλες ιστορίες. Είναι ΜΙΑ ιστορία για το ποιος έχει δικαίωμα σε έναν κόσμο που μπορεί να κατοικηθεί και να βιώνεται με δικαιοσύνη και φροντίδα, αποκεντρωμένος από τις λεωφόρους του χρήματος.
Η κριτική της τέχνης δεν θα σώσει μόνη της αυτόν τον κόσμο.
Μπορεί όμως να αρνηθεί να τον περιγράφει σαν να μην την αφορά.
Και με αυτόν τον τρόπο να ξυπνά τις ενύπνιες συνειδήσεις. Φαίη Τζανετουλάκου (Κάποιες από αυτές τις σκέψεις, θα μοιραστούμε στο σεμινάριο αυτής της Πέμπτης στον κύκλο Τέχνη και Αντίσταση || μια φεμινιστική Ιστορία της Τέχνης , οργάνωση Magnas)
~~~~~~~~~~~~~ The 58th Congress of AICA International convened in Rennes from 12 to 16 October 2026.
Its international symposium, hosted at the University of Rennes 2 from the 13th to the 15th of the month, was jointly organized by Rennes 2, the National Institute of Art History (INHA), and AICA (France and International), three founding bodies of the Archives de la critique d’art.
Its title took the form of a question: “Art criticism in the face of eco-socially committed practices—new writings, new challenges?” While we were discussing inside the lecture halls, the city outside had already begun to answer.
Students in Rennes were in the third week of mobilizations and blockades of their schools.
And on the morning of Saturday 17 October, just one day after the congress ended, the call for an “economic blockade” of the city set as its meeting point Rennes 2 itself—the university that only hours earlier had hosted us. This text begins from that coincidence, which, however, is not read as a simple coincidence.
For, as I read it, three issues are involved.
First, that the distance between the lecture hall and the street is not natural, but a historically constructed division of labour.
Second, that art criticism, when it deals with practices that declare ecological and social commitment, cannot remain a mere spectator of that division.
Third, that the most serious form of solidarity available to criticism is not sympathy but judgement itself.
After trying to explain these, I will return to Volos.
To the place where, last Saturday, 10 October, our city took to the streets and symbolically blockaded the AGET-LAFARGE/HOLCIM cement industry, against the burning of waste within the urban fabric. Two Saturdays, one week apart, two cities: the same question.
The congress’s invitation thus caught hold of a thread that has been unspooling for at least two decades.
Since the 2000s, art that invests in participation, collaboration, and social or environmental intervention has shifted the centre of gravity of criticism.
If we follow Jacques Rancière, aesthetics and politics are not two separate fields that must be reconciled.
They are two ways in which the sensible is shared—who can be seen, heard, speak, define what counts as a problem.
A practice that makes visible the burning of waste, the smoke, or the closed school is simultaneously an aesthetic and a political gesture.
Criticism must judge both dimensions together.
The programme itself offered a second key: the term “ecosophy.” Félix Guattari, in The Three Ecologies (1989), called for us to think indivisibly the ecology of the environment, of social relations, and of human subjectivity.
A criticism that wants to be ecosophical cannot write about polluted air without writing about those who breathe it, nor about communities without writing about the ways in which they learn to imagine something different.
My position, which I have been formulating for some time, before the congress, is this: criticism does not serve politically committed art when it receives it with reverence.
It serves it when it takes it seriously—that is, when it judges it. Reverence is a form of distance; judgement is a form of participation. In Rennes, as a whole, the symposium programme designed a map.
It was not a map of themes, but a map of positions from which criticism is written today.
First position: the countryside.
An entire section was devoted to rural worlds as new terrains of criticism and collaboration: the itinerant critic who crosses the provinces, the participatory research programme Levains, long-term processes in the Argentine Pampa, the conversation with Fernando García-Dory and the Inland platform.
Their common point was a shift of centre: criticism does not wait for art in the metropolitan exhibition space; it goes where art is fused with production, land, and community.
Second position: struggle.
In the section on writing experience, a paper focused on artistic practices and biographical narratives around the No TAV movement in the Susa Valley, one of Europe’s longest-running local struggles against a major infrastructure project.
Here art does not “comment” on the struggle from outside.
It is one of the forms through which the struggle endures, remembers, and narrates itself.
Third position: criticism as a tool of resistance, as the sixth section was explicitly called.
There, self-theorization in Queer Muslim Futurism, Cian Dayrit’s counter-mapping, and a performance by Mat3amclub with Gramsci at its centre met.
Their common demand: criticism is not only discourse about resistance; it can itself be a practice of hacking the dominant tools.
And finally, Gaza. T. J. Demos’s keynote at the closing of the symposium was titled “Gaza and Aestheticide.” The word alone is enough to shift the ground. “Aestheticide” names something more than the destruction of works.
It names the systematic elimination of the conditions in which a people can produce, preserve, and share aesthetic life—that is, museums, archives, workshops, universities, olive trees, landscapes, culture.
For those of us who worked with the Gaza Biennale, the term was not a theoretical proposal but a precise description.
It is worth noting that the congress opened with AICA’s discussion on freedom of expression.
The order was not accidental.
A criticism that cannot name Gaza, or that self-censors before sponsors and institutions, cannot claim to be eco-socially committed to anything else.
And we reach 17 October.
The movement that culminated yesterday began in mid-September in a lycée in Créteil, in the Paris suburbs, where students took to the streets for crumbling buildings, overcrowded classes, teacher shortages, and a school they experience as a mechanism of inequality.
Within a month, the demand for decent schools became the link around which the cost-of-living crisis, the collapse of public services, and a future for young people that seems to be receding were tied together. On Saturday 17 October, the call for the return of the “yellow vests” was joined by students, unions, teachers, parents, nurses, firefighters, pensioners, farmers, and climate activists. The Interior Ministry counted about 550,000 demonstrators nationwide, of whom 110,000 were in Paris; the CGT raised the number to 800,000. In Rennes, the SNES-FSU teachers’ union estimated more than 30,000 people, while the prefecture estimated 12,000.
The day had its other face too. In Rennes the prefecture announced 53 arrests, and firefighters treated 27 injured demonstrators, one of them in critical condition. Nationally, Prime Minister Sébastien Lecornu announced about 1,200 arrests and 150 injured police officers, calling on everyone to “choose a side.” A young demonstrator’s hand was amputated by a crowd-dispersal grenade.
The ministry attributed the incidents to the “ultra-left.” What is crucial for our discussion is the composition of the crowd.
In 2018, the yellow vests were born as a revolt against a fuel tax presented as a measure of ecological transition.
Power at that time set up a scheme of confrontation.
On one side, the climate; on the other, the poor of the periphery who need the car to get to work.
The answer came from the climate marches of the same year, with a slogan that remained: the end of the world and the end of the month are the same struggle.
Yesterday, eight years later, that slogan took to the street.
Climate activists and yellow vests found themselves on the same route, behind students demanding schools where the roof does not leak.
This is exactly what “eco-social” means when it leaves the title of a congress and enters the square.
It is the refusal to separate the habitability of the planet from the habitability of a life.
Rennes also gave its own aesthetic.
Among signs against police violence, one slogan reversed state logic with Breton humour, demanding less police and more galette-saucisse, the popular food of stadiums and open-air markets. In Paris, demonstrators put a yellow vest on the Marianne of the Place de la République, while the allegorical figures at its base were blackened by smoke.
These details are the spontaneous iconography of a movement that knows it is fighting also in the field of the visible.
Here criticism faces two temptations.
The first is to aestheticize unrest, to turn fire and tear gas into spectacle—what Benjamin called the aestheticization of politics and Debord part of the society of the spectacle.
The second is to accept the dilemma imposed by power, “choose a side,” on its own terms.
Criticism must refuse both.
It must take a position, but take it in favour of the conditions of life, not in favour of the schema offered to it. And criticism must not remain in the lecture hall. From Rennes, then, I retain some specific positions/questions, which are not conclusions of the congress but its experience, combined with what happened around it. • Judgement is solidarity, reverence is distance.
When a practice declares ecological or social commitment, the worst thing criticism can do to it is to applaud it automatically.
Serious reception must ask what this work actually does, for whom, at what cost, and whether its forms bear the weight of its intentions. • Criticism is written from somewhere. Donna Haraway taught us that knowledge without place is the “god trick” of a gaze that pretends not to have a body.
Criticism of eco-social practices must declare its position—that is, which city it comes from, from what ground, what its relation is to the people for whom it writes. • The time of criticism must meet the time of slow violence. Rob Nixon called “slow violence” the damage that spreads over years and generations and therefore never becomes news. In Volos, the poison has been flowing slowly in our veins for ten years now.
Criticism is addicted to the time of the opening, of activism, of scandal.
An ecosophical criticism must learn to return, to follow, to write the second and third time. • The end of the month and the end of the world are not separate.
Any criticism that praises the “environmental sensitivity” of a work while ignoring who pays the cost of transition reproduces the schema that the yellow vests refused in 2018 and that yesterday was refused again, together with the students. • The institution is not neutral ground.
Sponsors, owners of spaces, funding sources are part of the work as much as its material.
A criticism that does not ask who pays for the ecological exhibition, and with what profits, leaves the road open to artwashing.
And believe me, I have endless examples of this, and in Greek “territorial waters” too… • Solidarity is precision.
Against the rhetoric of experts and companies, criticism has one weapon: precise naming.
Tonnage, emission limits, dates, names of decisions.
General emotion threatens no one; the precise number does threaten.
Behind all these positions lies a simple admission, which Chantal Mouffe would recognize as agonistic: that the public sphere is not a space of consensus but a space of conflict.
Criticism that pretends to stand above conflict has already chosen a side—that of the stronger. From Rennes to Volos, then. (Dedicated to those who persist in not understanding how and why an art historian deals with the clean air of a city.) One Saturday earlier, on 10 October, Volos made its own march.
The gathering began at 11 a.m. from the Volos Hospital and headed toward the cement factory, where citizens symbolically blockaded the entrance.
Speeches, a concert, and an exhibition of children’s creations followed in front of the gate of the cement industry, fortified with riot-police vans.
The occasion is the company’s new environmental permit.
According to the Citizens’ Assembly Against Waste Burning by AGET, which organized the mobilization, the permit allows the handling and burning of up to 200,000 tonnes of waste per year, including imported RDF/SRF refuse-derived fuels, plastics, and sewage sludge.
It provides for the transport of waste by ship through the fragile ecosystem of the Pagasetic Gulf.
And it quadruples the limit for total organic carbon emissions, from 10 to 40 mg/Nm³. Volos is not starting from zero.
Let us recall that already in 2018 the mortality and morbidity study by the University of Thessaly recorded increased rates in specific forms of cancer and cardiovascular disease. The Unified Association of Teaching Staff of the University of Thessaly unanimously supported the mobilization.
It is a small but important detail: the university, as at Rennes 2, did not stay off the street.
The route of the march is itself an argument.
We started from the place where the city heals its bodies and ended at the place where it injures them—and then also acts as sponsor of an association for such injured children! Between the hospital and the chimney a line was drawn that makes visible a causality that slow violence takes care to keep invisible.
This is, in the most literal sense, a cartography of RESISTANCE.
And the children’s exhibition in front of the gate was not a decorative supplement to a “serious” protest.
It was perhaps its most political element.
It was also an answer to those who spread rumours, essentially building provocations, about possible riot incidents and were wrong.
Children are the ones who will live longest in the air that is being decided today; their drawings on the fence of a cement industry pose exactly the question of habitability introduced by the students of Créteil and Rennes.
If art criticism seriously asks what eco-socially committed practice means, it must have the courage to look here too, not only in the halls of biennales.
The organizers denounced that part of the systemic media ignored the mobilization.
This is directly connected to what was discussed in Rennes about freedom of expression: the silence of the media is also a way of sharing the sensible, of deciding whose air counts and whose does not.
The next steps have already been announced: an appeal to the Council of State against the environmental permit and a new rally in March.
And here I should thank a person who is constantly and practically alongside the movements of Volos—whether it is the village mountain waters of Stagiates and Agios Vlasios, or side by side with all the rallies against AGET.
And while there are so many lawyers both from the major opposition in the Volos Municipal Council and several friendly to parties of the Left, it is Zoe Konstantopoulou who offered to represent us legally and entirely pro bono in our appeal to the Council of State against the new decision on AGET’s environmental terms, and we thank her warmly for this selfless effort against an entire pro-corporate and colonial system of affairs.
Correspondingly to Volos, the No TAV movement of the Susa Valley, discussed in Rennes, already counts more than three decades.
The struggle of Volos also has a long history and, in all likelihood, a long future.
What we learn from such struggles is that art and criticism count, not when they appear once, but when they remain.
The congress asked whether eco-socially committed practices require new writings.
The answer I bring back from Rennes is yes, but not in the sense of a new style or a new vocabulary.
The new writing is a writing that has walked the route it writes about.
It is writing done with the feet.
It is a walking, resistant art of living.
And to answer those who, as I mentioned, have not understood for so many years the meaning of my stance as a critic-activist: this does not mean that the critic who turns into an activist resigns from judgement.
It means the opposite: that judgement gains weight precisely because it knows firsthand what is at stake.
The distance taught to us by the tradition of criticism as impartiality was always the position of those who were not in danger. Édouard Glissant left us a double injunction: to act within our place and to think with the world.
Rennes and Volos, the students of Créteil and the children before the AGET/Lafarge gate, and most of all Gaza, which stood at the centre of the last day of the congress.
All these are not parallel stories.
They are ONE story about who has the right to a world that can be inhabited and experienced with justice and care, decentred from the highways of money.
Art criticism will not save this world alone.
But it can refuse to describe it as if it were not its concern. And in this way can indeed awaken dormant consciences. Faye Tzanetoulakou
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους