[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

Το ορφανό κλωσόπουλο Έχει ο κούκος (άλλαξε η ορθογραφία: κούκκος - κόκκυξ) τον τρόπο να γεννάει τα αυγά του σε πολλές ξένες φωλιές, συνήθως σ' αυτές της δεντροκελάδας και της καλαμοποταμίδας. Τη...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Το ορφανό κλωσόπουλο Έχει ο κούκος (άλλαξε η ορθογραφία: κούκκος - κόκκυξ) τον τρόπο να γεννάει τα αυγά του σε πολλές ξένες φωλιές, συνήθως σ' αυτές της δεντροκελάδας και της καλαμοποταμίδας.

Τη διαδικασία του παρασιτισμού την ξέρετε, δε χρειάζεται εδώ να την εξηγήσω.

Το μικρόσωμο και αδύναμο πουλί, ο ξενιστής, ταΐζει και φροντίζει τον τεράστιο κούκο.

Όπως και στη ζωή μας.

Θρονιάζουν κάποιοι στις φωλιές τους και ο κοσμάκης έχει κουράγιο, ας είναι ακούραστος... Συνήθιζαν, τότε, στα μικρά μου χρόνια, στο Χειμώνιο, οι νοικοκυρές να ξεγελάνε τις γαλοπούλες (μπιμπίνες τις λέμε στο χωριό μου, ονοματοποιημένη λέξη) και να τους βάζουν πολλά αυγά για να κλωσήσουν, μπορεί να ήτανε είκοσι πέντε τη φορά.

Οι λόγοι ευνόητοι, η μεγαλόσωμη γαλοπούλα έκανε τη δουλειά για δυο κότες.

Πολλές φορές, η Αρβανίτισσα τοποθετούσε στην κλωσοφωλιά της αφελούς γαλοπούλας ανάμεικτα τα αυγά.

Το αποτέλεσμα ήτανε ένας αχταρμάς.

Έβλεπες μετά την εκκόλαψη τα μπιμπινάκια με τα κλωσόπουλα αδελφωμένα όντα, σε μια δημοκρατική συνύπαρξη, διαφορετικά σε μέγεθος και σχήμα.

Κάτω από την αυστηρή επίβλεψη και προσοχή μιας αντιρατσιστικής μάνας.

Ένα καλοκαίρι, προς το τέλος της δεκαετίας του '60, είχαμε μια τέτοια καμαρωτή μπιμπινομάνα.

Οι πολυάριθμοι απόγονοί της, αλλά και η ίδια, είχανε πέσει μάλλον θύματα κάποιας νηστικής νυφίτσας.

Γλίτωσε, αλλά ορφάνεψε ένα και μοναδικό κλωσόπουλο, που την άλλη μέρα, μόλις έλαμψαν οι πρώτες αχτίδες του Εβρίτικου ήλιου, εμφανίστηκε μόνο κι έρημο ανάμεσα στα πόδια μας.

Τι κάνει κανείς με ένα τέτοιο ορφανό; Ανέλαβα, λοιπόν, να το ταΐζω και να το προσέχω όσο γίνεται καλύτερα με τις γνώσεις της προεφηβικής μου ηλικίας.

Παράλληλα με τη συνηθισμένη τροφή που έτρωγε το ορφανό πουλάκι, σκότωνα με το λάστιχο μύγες ταΐζοντάς το κάθε μέρα.

Είχανε εξανεμιστεί τα λάστιχα της μητέρας μου που χρειαζόταν για τα εσώρουχα! Καταβρόχθιζε τις μαύρες μύγες με λαιμαργία, έτσι που η γκούσα του (πρόλοβος) σκοτείνιαζε σαν το γκρίζο συννεφάκι στο λαιμό.

Είχα φτιάξει από ένα χάρτινο κιβώτιο το σπιτάκι του.

Το βράδυ κοιμότανε σ' αυτό σαν πρίγκιπας στη μοναξιά του.

Με είχε αποδεχτεί το άμοιρο κλωσόπουλο και έβλεπα πως με τις μέρες που περνούσαν όλο και μεγάλωνε, άλλαζαν σιγά-σιγά χρώμα τα πούπουλά του.

Με ακολουθούσε όπου πήγαινα, μέσα στην αυλή, στον στάβλο, ακόμη και μέσα στο σπίτι.

Λόγος να φωνάζει η μάνα μου για τις κουτσουλιές.

Και ήρθε η ώρα της τραγωδίας.

Μια μέρα, τη στιγμή που έκλεινα την πόρτα, νομίζοντας πως το ορφανό είχε βγει κιόλας έξω, το έσφιξα με τέτοια δύναμη που έμεινε στον τόπο.

Έτσι ξαπλωμένο, ανοιγόκλεισε τρεις φορές το μικρό, κίτρινο ράμφος του και τα ήδη θολωμένα μάτια του βλέπανε έναν άλλο σκοτεινό κόσμο.

Το κλάμα μου ακράτητο, παρηγοριά πού... τα δάκρυα νερό.

Χρειάστηκα πολλές εβδομάδες να ξεπεράσω το τραγικό γεγονός. Ανεξίτηλο έμεινε στο μυαλό μου. Μέχρι σήμερα... Τάσος Δαλακίδης

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences