«Είσαι με τα καλά σου, Μαρία; Έξι παιδιά; Έξι; Πού θα τα βάλεις; Στο μπαλκόνι;» Ο Στέλιος ούρλιαζε στην κουζίνα κι εγώ στεκόμουν απέναντί του με το μπουφάν ακόμα πάνω μου. Πίσω από την πόρτα, στο...
«Είσαι με τα καλά σου, Μαρία; Έξι παιδιά; Έξι; Πού θα τα βάλεις; Στο μπαλκόνι;» Ο Στέλιος ούρλιαζε στην κουζίνα κι εγώ στεκόμουν απέναντί του με το μπουφάν ακόμα πάνω μου.
Πίσω από την πόρτα, στο πλατύσκαλο, ήταν τα παιδιά του κυρ-Θανάση.
Τα εγγόνια του.
Το μεγαλύτερο δεκατεσσάρων, το μικρότερο μόλις τριών.
Και πριν από λίγες ώρες, ο άνθρωπος που τα κρατούσε όρθια έπεσε κάτω από ανακοπή, μόνος, στην πολυκατοικία μας.
Τον κυρ-Θανάση τον ξέραμε χρόνια.
Από τότε που σκοτώθηκαν η κόρη του και ο γαμπρός του στην παλιά εθνική, είχε μείνει με έξι παιδιά στα χέρια.
Τα μεγάλωνε όπως μπορούσε.
Με συντάξεις, με βοήθεια από γείτονες, με ταπεράκια, με περηφάνια.
Δεν ζητούσε εύκολα.
Μόνο ένα «να μου κρατήσεις λίγο το μικρό μέχρι να πάω φαρμακείο;» ή «έχεις λίγο γάλα;». Και τώρα πέθανε κι αυτός.
Τόσο ξαφνικά.
Τόσο άδικα.
Εκείνο το βράδυ, όταν ήρθε η κοινωνική λειτουργός και μου είπε χαμηλόφωνα ότι «πιθανόν τα παιδιά να τοποθετηθούν προσωρινά σε δομές μέχρι να βρεθεί λύση», ένιωσα να μου κόβονται τα πόδια. «Μα μαζί;» τη ρώτησα.
Κατέβασε τα μάτια. «Δεν μπορώ να σας το εγγυηθώ.» Αυτό ήταν.
Εκεί λύγισα.
Γύρισα σπίτι και είπα στον Στέλιο ότι δεν γίνεται να τα αφήσουμε.
Όχι να τα σκορπίσουν.
Όχι μετά από όσα είχαν ζήσει. «Και τα δικά μας παιδιά;» μου πέταξε. «Ο Πέτρος δίνει διαγωνίσματα, η Ελένη είναι οχτώ χρονών και ακόμα θέλει την ησυχία της.
Εμείς έχουμε δάνειο, κάρτες, λογαριασμούς.
Δεν είμαστε ήρωες, Μαρία.
Άνθρωποι είμαστε.» Δεν είχε άδικο.
Αυτό ήταν το χειρότερο.
Μέναμε ήδη στριμωγμένοι σε ογδόντα πέντε τετραγωνικά, στη δυτική Αττική.
Εγώ νοσηλεύτρια στο ΕΣΥ, βάρδιες που με τσάκιζαν.
Εκείνος υπάλληλος σε ιδιωτική εταιρεία, με μισθό που είχε πάντα την αγωνία του μήνα.
Στο σπίτι μας ήδη κάναμε λογαριασμό μέχρι και το χαρτί υγείας.
Κι όμως, μπροστά σε έξι παιδιά που είχαν χάσει μάνα, πατέρα και παππού, εγώ έβλεπα μόνο ένα πράγμα: αν δεν άνοιγα την πόρτα, θα άνοιγε μια άλλη.
Και μπορεί να τα χώριζε για πάντα.
Την πρώτη νύχτα κοιμήθηκαν όπου βρήκαμε.
Δυο στον καναπέ, δυο σε στρώματα κάτω, ένα με την Ελένη, το μωρό δίπλα μου. Ο Πέτρος βρόντηξε την πόρτα του δωματίου του. «Δεν είμαι εγώ κακός, ρε μάνα, αλλά δεν γίνεται αυτό!» Η Ελένη έκλαιγε ψιθυριστά. «Γιατί να πάρουν το κρεβάτι μου;» Και στη μέση εγώ.
Να προσπαθώ να χαϊδέψω όλα τα κεφάλια χωρίς να αδικήσω κανένα.
Τις επόμενες μέρες άρχισε ο άλλος Γολγοθάς.
Δήμος, κοινωνικές υπηρεσίες, Εισαγγελία Ανηλίκων, χαρτιά, αιτήσεις, υπογραφές, υπεύθυνες δηλώσεις.
Παντού η ίδια φράση, πιο ευγενική ή πιο ψυχρή. «Κυρία Μαρία, καταλαβαίνουμε την πρόθεσή σας, αλλά έξι παιδιά είναι πάρα πολλά.» «Το σπίτι δεν πληροί τις προϋποθέσεις.» «Η διαδικασία αναδοχής είναι σύνθετη.» «Τα επιδόματα δεν αρκούν.» Το ήξερα ότι δεν αρκούν.
Το έβλεπα στο σούπερ μάρκετ όταν άδειαζα το καλάθι στο ταμείο και άφηνα πίσω πράγματα.
Το έβλεπα όταν χτύπαγε η κάρτα και προσευχόμουν να περάσει.
Το έβλεπα στις σακούλες με ρούχα από ξαδέλφια, στις σχολικές τσάντες που βρήκα μεταχειρισμένες, στα φάρμακα που έκοβα από αλλού για να βγουν. Ο Στέλιος απομακρυνόταν.
Αυτό πόνεσε όσο λίγα. «Με έκανες τον κακό», μου είπε ένα βράδυ, χαμηλά, σχεδόν σπασμένα. «Εσύ είσαι η καλή που σώζει παιδιά κι εγώ αυτός που μετράει το ρεύμα.
Δεν βλέπεις ότι πνιγόμαστε;» «Και τι ήθελες να κάνω; Να τα δώσω;» του φώναξα. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους