«Στο σπίτι μου τα ποτήρια δεν μένουν στον νεροχύτη όλη νύχτα, Μαρίνα. Δεν είναι καφενείο εδώ.» Το είπα κοφτά, με την πετσέτα ακόμα στο χέρι. Εκείνη γύρισε και με κοίταξε όπως με κοιτούσε πάντα, με...
«Στο σπίτι μου τα ποτήρια δεν μένουν στον νεροχύτη όλη νύχτα, Μαρίνα.
Δεν είναι καφενείο εδώ.» Το είπα κοφτά, με την πετσέτα ακόμα στο χέρι.
Εκείνη γύρισε και με κοίταξε όπως με κοιτούσε πάντα, με εκείνο το μισό χαμόγελο που δεν ήξερες αν ήταν ευγένεια ή αντοχή. «Και δεν έγινε και κάτι, κυρία Ευανθία.
Δύο ποτήρια είναι.
Θα τα έπλενα το πρωί.» Κυρία Ευανθία.
Όχι “μαμά”, όχι κάτι πιο ζεστό.
Ίσως γιατί ούτε εγώ της άφησα ποτέ χώρο.
Μένω στην Κυψέλη τριάντα οκτώ χρόνια.
Στο ίδιο διαμέρισμα, τρίτος όροφος, με μωσαϊκό στο χολ και τις ίδιες λευκές κουρτίνες που έπλενα κάθε Πάσχα με τα χέρια.
Από τότε που πέθανε ο άντρας μου, ο Στέλιος, το σπίτι έγινε το φρούριό μου.
Τα πάντα στη θέση τους.
Το τραπέζι στρωμένο σωστά.
Τα παπούτσια ίσια στο πατάκι.
Φαγητό μαγειρεμένο από νωρίς.
Έτσι κράτησα το κεφάλι μου όρθιο.
Έτσι μεγάλωσα και τον γιο μου, τον Νικόλα.
Και μετά ήρθε η Μαρίνα.
Καλή κοπέλα, έλεγαν όλοι.
Από το Παγκράτι, γραφίστρια, δουλειά από το σπίτι, λίγο πιο χαλαρή, λίγο πιο… σύγχρονη.
Εγώ έβλεπα άλλα.
Έμπαινε στην κουζίνα με τις κάλτσες.
Άφηνε βιβλία στο τραπεζάκι.
Έλεγε ότι δεν χρειάζεται να μαγειρεύουμε κάθε μέρα «σαν να έχουμε ταβέρνα». Ο Νικόλας γελούσε.
Εγώ έσφιγγα τα χείλη. «Η μάνα μου είναι λίγο παλιάς κοπής», της είπε μια μέρα μπροστά μου. Λίγο.
Δεν μίλησα τότε.
Πήγα μόνο και δίπλωσα ξανά την πετσέτα που είχε ήδη διπλωθεί.
Η αλήθεια; Ζήλευα.
Όχι σαν γυναίκα, σαν μάνα.
Εκείνη είχε την προσοχή του.
Τα αστεία του. Τις Κυριακές του.
Κι εγώ έμενα με το πρόγραμμα, με τη σκούπα, με το «να φας κάτι». Σαν να μην ήμουν άνθρωπος πια αλλά συνήθεια.
Οι καβγάδες μας δεν ήταν φωνές.
Ήταν χειρότερα.
Ήταν μικρές καρφίτσες όλη μέρα. «Το κοτόπουλο θέλει λίγο ακόμα βράσιμο.» «Έτσι το τρώμε εμείς.» «Τα σεντόνια δεν στεγνώνουν καλά μέσα στο σπίτι.» «Έβρεχε, τι να έκανα;» «Ο Νικόλας δουλεύει πολύ, πρέπει να βρίσκει ηρεμία.» «Κι εγώ δουλεύω, δεν κάθομαι.» Μια φορά την άκουσα να κλαίει χαμηλόφωνα στο μπάνιο.
Δεν πήγα.
Έμεινα στην πόρτα της κουζίνας και έκοβα φασολάκια με τόση δύναμη που πόνεσε το χέρι μου.
Πείσμωσα αντί να λυγίσω.
Αυτή ήμουν.
Μέχρι που ένα πρωί του Ιουλίου έπεσα.
Δεν λιποθύμησα τελείως.
Θυμάμαι μόνο το πλακάκι παγωμένο στο μάγουλο και το κουδούνισμα στα αυτιά μου.
Προσπάθησα να φωνάξω, αλλά βγήκε ένας ήχος μικρός, ντροπιασμένος. Η Μαρίνα ήταν εκείνη που με βρήκε. «Κυρία Ευανθία! Με ακούτε; Μην κουνιέστε, σας παρακαλώ… Νικόλα! Νικόλα, έλα τώρα!» Για πρώτη φορά άκουσα πανικό στη φωνή της για μένα.
Στο νοσοκομείο είπαν ότι ήταν σοβαρή υπερτασική κρίση.
Είχα παραμελήσει τα χάπια μου. «Αισθανόμουν καλά», είπα ψέματα.
Η αλήθεια είναι πως βαρέθηκα να φροντίζω τον εαυτό μου με τον ίδιο τρόπο που φρόντιζα τους άλλους.
Ίσως και να ήθελα να με δουν λίγο.
Τι ντροπή να το παραδέχεσαι αυτό στα εξήντα οκτώ σου.
Τις επόμενες μέρες δεν μπορούσα να κάνω σχεδόν τίποτα μόνη μου. Ζαλιζόμουν.
Τα πόδια μου έτρεμαν. Ο Νικόλας έτρεχε δουλειά-νοσοκομείο-φαρμακείο.
Και η Μαρίνα… η Μαρίνα σήκωσε το βάρος.
Μου έφερνε νερό δίπλα στο κρεβάτι.
Μου έβαζε τα χάπια σε κουτάκι με μέρες.
Μου έφτιαχνε σούπα, όχι όπως την έκανα εγώ, αλλά ζεστή και σωστή.
Ένα βράδυ ξύπνησα και την είδα στην κουζίνα, με το κεφάλι σκυμμένο πάνω από τον λογαριασμό της ΔΕΗ. «Μην το πεις στον Νικόλα», ψιθύρισε όταν κατάλαβε ότι την κοιτούσα. «Πλήρωσα εγώ αυτόν τον μήνα.
Έπεσαν πολλά μαζί.» Έμεινα να την κοιτάζω.
Τα νύχια της άβαφα. Τα μαλλιά πιασμένα πρόχειρα. Τα μάτια της κόκκινα από την κούραση. «Γιατί;» τη ρώτησα.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους