«Μαμά, μην το κάνεις δύσκολο τώρα... μιλάμε ήρεμα». Ήρεμα, μου είπε. Την ώρα που η Ελένη στεκόταν με σταυρωμένα χέρια στο σαλόνι μου, στο σπίτι που πλήρωσα με καθαρίσματα, με βάρδιες σε ραφτάδικο, με...
«Μαμά, μην το κάνεις δύσκολο τώρα... μιλάμε ήρεμα». Ήρεμα, μου είπε.
Την ώρα που η Ελένη στεκόταν με σταυρωμένα χέρια στο σαλόνι μου, στο σπίτι που πλήρωσα με καθαρίσματα, με βάρδιες σε ραφτάδικο, με δανεικά που ξεχρέωνα χρόνια, και μου εξηγούσε πως «για το καλό όλων» θα ήταν καλύτερα να βρω κάτι μικρότερο.
Πιο ήσυχο.
Πιο κατάλληλο για την ηλικία μου.
Την κοίταξα και μετά κοίταξα τον Κώστα.
Το παιδί μου.
Το μόνο μου παιδί.
Περίμενα να πει ένα «τι λες τώρα;», ένα «μητέρα μου είναι». Κάτι. Οτιδήποτε.
Αλλά εκείνος έξυνε τα δάχτυλά του και κοίταζε κάτω.
Εκεί κατάλαβα πως είχα ήδη φύγει από το σπίτι μου, απλώς δεν το ήξερα ακόμα.
Έμεινα χήρα στα σαράντα οκτώ μου.
Ο άντρας μου, ο Στέλιος, έφυγε ξαφνικά από καρδιά, και μου άφησε ένα δυάρι μισοτελειωμένο και ένα παιδί στη Β' Λυκείου που ήθελε να σπουδάσει. Ο Κώστας ήταν καλό παιδί.
Ήσυχο, ντροπαλό, με όνειρα. «Μάνα, θα περάσω Θεσσαλονίκη ή Αθήνα, θα δεις», μου έλεγε.
Κι εγώ δούλευα όπου έβρισκα.
Σκάλες, σπίτια, ποδιές με χλωρίνες, πόνοι στη μέση, και το βράδυ να μετράω κέρματα στο τραπέζι της κουζίνας.
Δεν του χάλασα χατίρι ποτέ.
Του έστελνα λεφτά ενώ εγώ έκοβα από το πετρέλαιο.
Του έλεγα ψέματα ότι «μια χαρά είμαι», ενώ είχα τρεις μέρες να πάω στο σούπερ μάρκετ.
Όταν γύρισε πτυχιούχος, νόμιζα πως δικαιώθηκα.
Όταν βρήκε δουλειά σε λογιστικό γραφείο στον Πειραιά, είπα μέσα μου, δόξα τω Θεώ, το παιδί μου στάθηκε.
Μετά γνώρισε την Ελένη.
Στην αρχή ήταν γλυκιά.
Έφερνε γλυκά, με φώναζε «μαμά Μαρία», με αγκάλιαζε λίγο παραπάνω απ’ όσο χρειάζεται, αλλά είπα, νέος άνθρωπος είναι, ανοιχτός.
Όταν παντρεύτηκαν, τους είπα να έρθουν να μείνουν μαζί μου ώσπου να μαζέψουν λεφτά. «Το σπίτι είναι δικό μας», είπα.
Αυτό ήταν το λάθος μου.
Το είπα και το πίστεψα.
Σιγά σιγά άρχισαν τα μικρά. «Μαρία, μη βάζεις τις κατσαρόλες εκεί, δεν βολεύει». «Μαρία, μήπως να μην ανοίγεις την τηλεόραση το μεσημέρι; Το μωρό θα κοιμάται όταν έρθει». «Μαρία, σήμερα θέλουμε να κάτσουμε λίγο μόνοι μας στο σαλόνι». Από το σαλόνι πήγα στην κουζίνα.
Από την κουζίνα, στο μικρό δωματιάκι δίπλα στο μπάνιο, που το κάναμε υποτίθεται «για να ξεκουράζομαι». Το τραπέζι που στρώναμε οικογενειακά έγινε χώρος δικός τους.
Εγώ έτρωγα νωρίτερα.
Ή αργότερα. «Για να μη στριμωχνόμαστε», έλεγε η Ελένη. Μια Κυριακή άκουσα από την πόρτα της κουζίνας να λέει στον Κώστα, ψιθυριστά αλλά όχι αρκετά: «Δεν γίνεται άλλο έτσι.
Δεν έχουμε ιδιωτικότητα.
Η μητέρα σου ανακατεύεται σε όλα.
Και το παιδί πού θα μεγαλώσει; Σε μουσείο;» Μουσείο.
Το σπίτι μου, μουσείο.
Επειδή δίπλωνα τις σακούλες και κράταγα τα καλά πιάτα για γιορτές. Ο Κώστας δεν απάντησε αμέσως.
Μετά είπε αυτό το ξερό, το άνοστο, το δειλό: «Ναι, το ξέρω... απλώς θέλει τρόπο». Τρόπο να ξεφορτωθείς τη μάνα σου, δηλαδή. Όταν έμεινε έγκυος η Ελένη, το πράγμα αγρίεψε. Μιλούσαν μπροστά μου λες και ήμουν έπιπλο. 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους