«Αν δεν σου αρέσει, πάρε το παιδί και φύγε». Το είπε ο Στέφανος χωρίς να με κοιτάει καν. Η Ευανθία, η μάνα του, στεκόταν δίπλα στον νεροχύτη με τα χέρια στη μέση, λες και μόλις είχε κερδίσει κάτι. Ο...
«Αν δεν σου αρέσει, πάρε το παιδί και φύγε». Το είπε ο Στέφανος χωρίς να με κοιτάει καν. Η Ευανθία, η μάνα του, στεκόταν δίπλα στον νεροχύτη με τα χέρια στη μέση, λες και μόλις είχε κερδίσει κάτι.
Ο μικρός μας, ο Μανώλης, ήταν στην πόρτα του δωματίου του με τις κάλτσες του και κρατούσε το τετράδιό του σφιχτά στο στήθος.
Ήταν οκτώ χρονών και με κοίταζε σαν να περίμενε από μένα να διορθώσω αυτό που μόλις έγινε.
Αλλά εγώ εκείνη τη στιγμή ένιωσα να μου κόβονται τα γόνατα.
Όλα άρχισαν πάλι από τα ίδια.
Από ένα πιάτο που δεν μπήκε αμέσως στο ντουλάπι, από το φαγητό που, λέει, δεν ήταν αρκετά ζεστό όταν γύρισε ο Στέφανος από τη δουλειά, από τη γνωστή κατηγορία ότι «εγώ το σπίτι το διέλυσα». Η Ευανθία ζούσε μαζί μας από τότε που παντρευτήκαμε.
Στην αρχή έλεγα μέσα μου, εντάξει, μεγάλη γυναίκα, να μην είναι μόνη της.
Μετά άρχισαν τα καρφιά. «Δεν ξέρεις να κρατήσεις άντρα». «Το παιδί όλο πάνω του το έχεις, θα το κάνεις μαμόθρεφτο». «Όταν λείπω εγώ, ποιος ξέρει τι κάνεις όλη μέρα». Αυτό το τελευταίο το έλεγε συχνά και με τρόπο βρόμικο.
Υπονοούμενα, βλέμματα, μισόλογα στη γειτονιά.
Μια φορά γύρισα από το σούπερ μάρκετ και τη βρήκα να λέει στη δίπλα, τη κυρία Χρυσούλα, ότι «οι νέες γυναίκες σήμερα έχουν άλλα μυαλά». Μόλις με είδε, χαμογέλασε τάχα αθώα.
Ήθελα να ανοίξει η γη. Έλεγα στον Στέφανο να βάλει όρια. «Μίλα της.
Μην την αφήνεις να με προσβάλλει έτσι μπροστά στο παιδί». Και εκείνος πάντα το ίδιο. «Είναι μάνα μου, Κατερίνα.
Τι θες να κάνω; Να της μιλήσω άσχημα;» «Δεν σου ζητάω να της μιλήσεις άσχημα.
Σου ζητάω να με υπερασπιστείς». Κατέβαζε το κεφάλι, άναβε τσιγάρο στο μπαλκόνι και το θέμα τελείωνε.
Μόνο που για μένα δεν τελείωνε ποτέ.
Εκείνο το βράδυ η Ευανθία ξέσπασε γιατί ο Μανώλης είχε πάει σχολείο με ασιδέρωτη μπλούζα. Ασιδέρωτη.
Λες και αυτό αποδείκνυε ότι ήμουν άχρηστη μάνα. «Το παιδί το έχεις παρατημένο.
Το σπίτι βρώμικο.
Ο γιος μου πεινάει και εσύ ούτε μια οικογένεια δεν μπορείς να κρατήσεις». «Φτάνει πια!» φώναξα. «Φτάνει! Μη λες ψέματα για μένα μέσα στο ίδιο μου το σπίτι». «Δικό σου σπίτι;» είπε και γέλασε. «Το σπίτι του γιου μου είναι». Και τότε ο Στέφανος διάλεξε πλευρά.
Τη δική της.
Έφυγα εκείνο το βράδυ με μια βαλίτσα, δυο σακούλες και τον Μανώλη να νυστάζει στον ώμο μου.
Νοίκιασα ένα μικρό δυάρι στο Αιγάλεω.
Υγρασία στους τοίχους, παλιό καλοριφέρ, θόρυβος από τον δρόμο.
Το ενοίκιο με έπνιγε.
Δούλευα πρωί σε φούρνο και τα απογεύματα καθάριζα μια πολυκατοικία στο Περιστέρι.
Τα βράδια καθόμουν στην άκρη του κρεβατιού και έκανα λογαριασμούς σε ένα τετράδιο.
Ενοίκιο, ρεύμα, σχολικά, φροντιστήριο αγγλικών που ντρεπόμουν να κόψω από το παιδί. Ο Μανώλης με ρωτούσε σιγά. «Μαμά, ο μπαμπάς γιατί δεν μας παίρνει τηλέφωνο;» Τι να του πω; Ότι ο πατέρας του φοβόταν πιο πολύ τη σιωπή της μάνας του παρά τον πόνο του παιδιού του; Ο Στέφανος έστελνε πού και πού ένα μήνυμα. «Τι κάνει ο μικρός;» ή «θα περάσω να τον δω». Λίγα, ξερά, σαν να μιλούσαμε για κάτι που χάλασε και δεν ήξερε αν αξίζει να το φτιάξει.
Δεν του ζητούσα τίποτα πια.
Είχα θυμώσει τόσο που με κράταγε όρθια ο θυμός, αλήθεια.
Πέρασε σχεδόν ένας χρόνος έτσι.
Και μια Κυριακή με πήρε τηλέφωνο ο ίδιος, με φωνή που δεν είχα ξανακούσει. Η συνέχεια της ιστορίας στα σχόλια 👇👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους