[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

Στο τελείωμα του φαραγγιού, στην άκρη τση χαράδρας, έκεια που ο αγέρας τραγουδεί κι η θάλασσα ανασαίνει, γέροντας εκαθότανε κι αγνάντευε τον κόσμο. Τον κόσμο απού αλλάζανε μέρα με την ημέρα...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Στο τελείωμα του φαραγγιού, στην άκρη τση χαράδρας, έκεια που ο αγέρας τραγουδεί κι η θάλασσα ανασαίνει, γέροντας εκαθότανε κι αγνάντευε τον κόσμο.

Τον κόσμο απού αλλάζανε μέρα με την ημέρα! Αγκάλιαζε στα χέρια ντου αμπελισιάς κατσούνα, κι η σκέψη ντου αρμένιζε σε μνήμες ριζωμένες.

Αστράφτανε τα μάθια ντου κι ας ήταν κουρασμένα... Στην κάτω μπάντα στο γυαλό, περνούσαν τρεις διαβάτες, δεξά ζερβά εξάνοιγαν σαν να 'τανε χαμένοι! Τρέμανε απ' το φόβο τους, ριγούσαν στη κρυγιότη, μα διάλεξαν να φύγουνε αλήθεια για να μάθουν! Σαν είδανε τον γέροντα, σιμώσανε κοντά του: — «Βοήθησέ μας γέροντα, απού 'σαι κατεχάρης, αργήσαμε, χαθήκαμε κι ο ήλιος βασιλεύει!» — «Παιδιά μου, καλώς ήρθατε! Καιρούς σας ανημένω.

Άκουστε ήντα γίνεται ετούτους σας τσι χρόνους: Σε μια γωνιά του ψεύτικου, του κόσμου που μας σιάζουν, μαζώχτηκαν οι ισχυροί και αλλάζουν την αλήθεια! Αλλάζουν ούλες τσι γραφές στα αλλοτινά βιβλία, σβήνουν τόπους, ονόματα, που γράψαν ιστορία.

Πετούν τη μνήμη στα γκρεμνά, στης λήθης τα λημέρια! Να μη θυμάται άνθρωπος ποιοι δρόμοι τον βαστούνε! Να μην θωρούν παλιές πατές να προπατούν απάνω! Και ν' ακλουθούν το άδικο, τον ψεύτη λογισμό τους! Με μια γραφή, κατάψυχρη, σε μια οθόνη απάνω, θερίζουν τσι αλήθειες μας, που εζησαν αιώνες! Την σκέψη μας εβάλθηκαν για πάντα να σκλαβώσουν! Ντύνονται με προβιά αρνιού να συνηθίσει ο νούς μας, να βλέπει μόνο τ’ άσπρο φως, να μην θωρεί το μαύρο! Αλλάζουνε τσι λέξεις μας, τη γλώσσα μας φτωχαίνουν! Στης θάλασσας την άβυσσο τον λογισμό μας πνίγουν! Ανάσες μην υπάρχουνε να πούμε τον καημό μας.

Σβήνουν τσι γνώμες τσι παλιές, τσι λέξεις τσι μεγάλες, να μην μπορεί ο άνθρωπος να νιώσει περηφάνια! Γυρεύουν να ξεχάσουμε όσα τα μάθια είδαν, κι όλα όσα ακούσαμε στα παιδικά μας χρόνια απ' τους γερόντους τους σοφούς, του μόχθου τους εργάτες, που εζήσανε σκληρή ζωή γεμάτη από στερήσεις, μα απάνω στο τραπέζι τους γλυκό ψωμί κερνούσαν!» Σώπασε ο γέρος κι έτρεξε δάκρυ στο μάγουλό ντου, σαν τσι σταγόνες της βροχής στου χαρακιού τα αυλάκι! — «Γέροντα», λέει ο πλιά μικιός, που φόβο μπλιό δεν νιώθει, — «ποια στράτα να διαλέξουμε, ποιον πόρο να διαβούμε; Να πάμε οθέ ντη θάλασσα ή στου βουνού τη μπάντα; Ή έπαε να κάτσουμε, χάμες να κοιμηθούμε;» Σήκωσε την κατσούνα ντου κι έδειξε προς τα όρη, εξάμωσε τσι αστραπές και τις ψηλές μαδάρες: — «Πάρτε τη στράτα του βουνού, τα απάτητα φαράγγια, εκειά που ο αγέρας λευτεριά και περηφάνια αφήνει.

Μην καρτεράτε βασιλιά να φέρει σωτηρία! Μοναχοί κι ας απομείνετε, σκληρά να πολεμάτε! Δόρυ κάντε την μάθηση, η μνήμη το σπαθί σας, σαΐτα η αλήθεια σας να ξετρυπά το ψέμα! Μάθετε τα κοπέλια σας στα άγρια καλντερίμια, να 'χουν τις ρίζες φυλακτό, να μην τα δέρνει ο φόβος.

Κι ανε βυθίσει ο εχθρός το κόσμο στο σκοτίδι εσείς να γίνεται το φως που την αυγή προσμένει!» #Βάστα_Τις_Ρίζες_Φυλακτό Nikiforos Petroulakis

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences