✝19 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ Ο ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ, ΘΥΜΑ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ: Ο ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΓΙΕΡΖΥ ΠΟΠΙΕΛΟΥΣΚΟ Γεννήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1947, στο Οκόπι, ένα μικρό χωριό της βορειοανατολικής Πολωνίας. Μεγάλωσε σε...
✝19 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ Ο ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ, ΘΥΜΑ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ: Ο ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΓΙΕΡΖΥ ΠΟΠΙΕΛΟΥΣΚΟ Γεννήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1947, στο Οκόπι, ένα μικρό χωριό της βορειοανατολικής Πολωνίας.
Μεγάλωσε σε ένα αγρόκτημα, παιδί των ευσεβών Βλάντισλαβ και Μαριάννας.
Δύο μέρες μετά τη γέννησή του βαπτίστηκε με το όνομα Αλφόνς.
Φιλάσθενος από μικρός, αναπλήρωνε, όπως έλεγαν οι δικοί του, την αδύναμη κράση με δυνατή ψυχή. Η Πολωνία στην οποία ήρθε στον κόσμο μόλις έβγαινε από τη ναζιστική θηριωδία και έμπαινε στον ασφυκτικό κλοιό του κομμουνισμού. Το Οκόπι, αγροτικό και απομονωμένο, είχε γλιτώσει κάπως από την ιδεολογική κατήχηση.
Κι όμως, ο μικρός Γιέρζυ διώχθηκε για την πίστη του από νωρίς.
Κάθε πρωί, πριν από το σχολείο, περπατούσε πέντε χιλιόμετρα για να διακονήσει στη Λειτουργία.
Το βράδυ επέστρεφε στην εκκλησία για το Ροδάριο.
Τον κορόιδευαν γι' αυτό.
Ο δάσκαλός του τον μάλωνε πως προσευχόταν υπερβολικά.
Από φόβο μη του κόψουν τον δρόμο, κράτησε μυστικό ότι ήθελε να γίνει ιερέας.
Το 1965, την ώρα που οι συμμαθητές του γιόρταζαν την αποφοίτηση, εκείνος έπαιρνε το τρένο για το ιεροσπουδαστήριο της Βαρσοβίας.
Το διάλεξε γιατί ήταν κοντά στο μοναστήρι του αγαπημένου του Αγίου Μαξιμιλιανού Κόλμπε.
Παρά τη συμφωνία Εκκλησίας-Κράτους του 1950, μετά τον πρώτο χρόνο τον επιστράτευσαν σε ειδική μονάδα «αναμόρφωσης» κληρικών στο Μπαρτοσίτσε.
Σκοπός ήταν να τους απομυζήσουν την κλήση.
Εκείνος αντιστάθηκε.
Όταν αρνήθηκε να πατήσει το Ροδάριό του, τον ξυλοκόπησαν και τον έριξαν ένα μήνα στην απομόνωση.
Όταν αρνήθηκε να βγάλει το μετάλλιό του, τον άφηναν με τις ώρες όρθιο στην παγωμένη βροχή.
Τον έβαζαν να σέρνεται στα γόνατα επειδή προσευχόταν.
Οι κακουχίες του άφησαν βαριές βλάβες σε καρδιά και νεφρά και χρειάστηκε επικίνδυνη εγχείρηση.
Η χειροτονία του καθυστέρησε, αλλά τελικά έγινε στις 28 Μαΐου 1972 από τον Καρδινάλιο Βισίνσκι, παίρνοντας πια το όνομα Γιέρζυ.
Υπηρέτησε αρχικά σε μικρές ενορίες, όπου τον αγάπησαν. Τον Ιανουάριο του 1979 κατέρρευσε την ώρα της Λειτουργίας.
Μετά τη νοσηλεία του ανέλαβε το παρεκλήσιο της Ιατρικής Σχολής της Αγίας Άννας στη Βαρσοβία και έναν χρόνο αργότερα μετατέθηκε στην τελευταία του ενορία, του Αγίου Στανισλάου Κόστκα.
Το καλοκαίρι του 1980, όταν το κίνημα «Αλληλεγγύη» (Solidarność) κατέλαβε το ναυπηγείο του Γκντανσκ, ο π. Γιέρζυ στάλθηκε στους απεργούς εργάτες.
Από τότε, κάθε μήνα τελούσε τη Λειτουργία για την Πατρίδα.
Καλούσε τον λαό να ζήσει το Ευαγγέλιο χωρίς βία.
Έστησε παράλληλα ένα δίκτυο αλληλεγγύης για όσους έχαναν τη δουλειά τους επειδή υπερασπίζονταν την πίστη ή λόγω του στρατιωτικού νόμου.
Το πλήθος που μαζευόταν κοντά του μεγάλωνε.
Το καθεστώς εκνευριζόταν.
Σε κάθε Λειτουργία έβαζε αστυνομικούς σε κάθε γωνιά να τον παρακολουθούν.
Εκείνος τους κερνούσε καφέ μέσα στο κρύο και τους φώναζε χαμογελώντας «Φύλακες Αγγέλους μου». Στις 13 Δεκεμβρίου 1982 του έβαλαν βόμβα στο κατώφλι.
Θα τον είχε σκοτώσει αν άνοιγε. Τον Αύγουστο του 1983 σχημάτισαν δικογραφία εναντίον του και τον Δεκέμβριο τον κάλεσαν στον εισαγγελέα.
Όσο τον κρατούσαν, παραβίασαν το σπίτι του και έκρυψαν εκρηκτικά και αντικαθεστωτικά φυλλάδια για να τον ενοχοποιήσουν.
Στη φυλακή, ανάμεσα σε βαρυποινίτες, έμεινε ολόκληρη νύχτα μιλώντας με έναν δολοφόνο, μέχρι που άκουσε την εξομολόγησή του.
Μετά την αποφυλάκιση ανακρίθηκε δεκατρείς φορές μέσα σε έξι μήνες. Τον Σεπτέμβριο του 1984, ενώ ετοίμαζε το προσκύνημα στην Παναγία της Τσενστοχόβα, του είπαν ξεκάθαρα: «Αν πας στην Γιάσνα Γκούρα, είσαι νεκρός». Στις 13 Οκτωβρίου του σκηνοθέτησαν τροχαίο για να τον σκοτώσουν.
Γλίτωσε χάρη στους χειρισμούς του.
Στις 19 Οκτωβρίου, μετά τη Λειτουργία στο Μπίντγκοστς, ξεκίνησε με τον οδηγό του Βάλντεμαρ Χροστόβσκι για τη Βαρσοβία.
Ένα ταξίδι 260 χιλιομέτρων.
Μισή ώρα αργότερα, κοντά στο Γκούρσκ, τους σταμάτησαν δήθεν για τροχονομικό έλεγχο.
Ήταν αξιωματικοί της Ασφάλειας.
Με την απειλή όπλου ακινητοποίησαν τον οδηγό, άρπαξαν τον π. Γιέρζυ, τον χτύπησαν μέχρι λιποθυμίας και τον έριξαν στο πορτ-μπαγκάζ.
Λίγο πιο πέρα ο οδηγός κατάφερε να πηδήξει από το αυτοκίνητο και να ειδοποιήσει.
Στο μεταξύ, οι δράστες σταμάτησαν για να φιμώσουν τον ιερέα, που είχε σχεδόν ανοίξει το πορτ-μπαγκάζ.
Εκείνος το έσκασε για λίγο στο δάσος, αλλά τον ξαναέπιασαν και τον χτύπησαν μέχρι που έγινε αγνώριστος.
Τον οδήγησαν στο φράγμα του Βιστούλα.
Του έδεσαν τα χέρια και τα πόδια με θηλιά περασμένη στον λαιμό, ώστε αν τέντωνε τα πόδια να πνιγεί.
Του έφραξαν στόμα και μύτη και, δένοντάς του στα πόδια μια σακούλα με πέτρες, τον έριξαν στο νερό.
Το σώμα του βρέθηκε δέκα μέρες αργότερα.
Η κηδεία του έγινε στις 3 Νοεμβρίου.
Η νεκροψία έδειξε ότι πιθανότατα ήταν ακόμη ζωντανός όταν τον πέταξαν.
Η υπόθεση αγιοποίησής του άνοιξε το 1997.
Το 2008 ανακηρύχθηκε Δούλος του Θεού και στις 19 Δεκεμβρίου 2009 ο Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ΄ υπέγραψε το διάταγμα του μαρτυρίου του.
Στις 6 Ιουνίου 2010 ανακηρύχθηκε Μακάριος, με την παρουσία της μητέρας του, η οποία τότε είχε ξεπεράσει τα εκατό της χρόνια.
Τα τελευταία του λόγια, στον στοχασμό του Ροδαρίου στις 19 Οκτωβρίου 1984, είναι η διαθήκη του: «Για να νικήσεις το κακό με το καλό, για να φυλάξεις την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, δεν πρέπει να χρησιμοποιείς βία.
Εκείνος που δεν κατάφερε να νικήσει με τη δύναμη της καρδιάς και του λογικού, προσπαθεί να νικήσει με τη βία... Ας προσευχηθούμε να ελευθερωθούμε από τον φόβο και τον εκφοβισμό, αλλά πάνω απ' όλα από την επιθυμία για εκδίκηση και βία» πηγή: www.roman-catholic-saints.com
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους