[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα - 
 Αθλητικά - 
 Οικονομία - 
 Ροή

Η Λούμα έχει το πιο μικρό φως στην πόλη... ... Και μπροστά της, τη μεγαλύτερη έρημο του κόσμου... Μια ιστορία που ακροβατεί ανάμεσα στην περιπέτεια και το παραμύθι φαντασίας, με ένα γαλήνιο και...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η Λούμα έχει το πιο μικρό φως στην πόλη... ... Και μπροστά της, τη μεγαλύτερη έρημο του κόσμου... Μια ιστορία που ακροβατεί ανάμεσα στην περιπέτεια και το παραμύθι φαντασίας, με ένα γαλήνιο και εμπνευσμένο τέλος, που δείχνει πώς τα δικά μας βήματα μπορούν να κάνουν τον δρόμο να ανθίσει για αυτούς που ακολουθούν... Είστε έτοιμοι για το παραμυθάκι μας; Στη Λαμπερούπολη, μια φορά και έναν καιρό, όλα τα φώτα φαίνονταν να ξέρουν πολύ καλά για ποιο λόγο είχαν γεννηθεί... Ο φάρος φώτιζε την είσοδο του λιμανιού... Οι φανοστάτες πρόσεχαν τους δρόμους όταν νύχτωνε... Τα κεράκια έκαναν τα γενέθλια να λάμπουν λίγο περισσότερο, αν και σχεδόν πάντα κατέληγαν γεμάτα ψίχουλα κολλημένα παντού... Ακόμα και η μικρή λαμπίτσα του ψυγείου είχε μια αποστολή... -Αν κάποιος έρθει για λίγο τυράκι τα μεσάνυχτα· έλεγε με καμάρι, εγώ είμαι έτοιμη... Υπήρχε μόνο ένα φως που δεν ήξερε ακόμα ποια ήταν η θέση του... Τη λέγανε Λούμα... Η Λούμα ήταν μια λούμινα και οι λούμινες είναι φτιαγμένες από αέρα, φως και αστερόσκονη, όπως όλοι μας... Έχουν δύο χέρια, δύο πόδια, κάτι διάφανα φτερά που ακούγονται σαν λεπτό χαρτί και ακριβώς κάτω από το στήθος, μια χρυσή λάμψη που χτυπάει σιγά σιγά, σαν μια ήρεμη καρδιά... Κάθε φως είναι διαφορετικό... Υπάρχουν φώτα ζεστά σαν τζάκι και άλλα που μοιάζουν με το πρώτο αστέρι της νύχτας... Ήπια, χαρούμενα, ντροπαλά, περίεργα... ... Και όλα μεγαλώνουν με τον καιρό... Λοιπόν... Σχεδόν όλα... Επειδή η Λούμα παρατηρούσε το δικό της εδώ και μήνες και θα ορκιζόταν ότι παρέμενε ακριβώς το ίδιο μικρό... Μερικές φορές ακουμπούσε τα χέρια στο στήθος της και αναστέναζε... -Δεν θα μεγαλώσεις ποτέ; Το φως δεν απαντούσε... Έκανε απλώς αυτό που έκανε πάντα... Έλαμπε... πολύ λιγάκι... Κάθε άνοιξη, οι νεαρές λούμινες άρχιζαν να ανακαλύπτουν σε τι χρησίμευαν... Μία έβρισκε τη θέση της δίπλα στους ψαράδες... Μια άλλη αποφάσιζε να ζήσει σε μια βιβλιοθήκη... Άλλη συνόδευε τους γιατρούς που δούλευαν τη νύχτα... Κανείς δεν τις ανάγκαζε... Απλώς, μια μέρα έφταναν σε ένα μέρος όπου το φως τους φαινόταν να λέει... Εδώ! ... Και τότε έμεναν... Η Λούμα περίμενε να έρθει αυτή η μέρα και για εκείνη... Αλλά οι εβδομάδες περνούσαν και δεν ερχόταν... Το προσπάθησε με τον φάρο... -Μπορώ να σε βοηθήσω; ρώτησε... Ο φάρος κατέβασε αργά τον τεράστιο κρύσταλλό του... -Φυσικά... Η Λούμα χαμογέλασε... Ο φάρος κατέβηκε ξανά... και λίγο ακόμα... -Συγγνώμη, πού είσαι; -Εδώ... -Εδώ, πού; Η Λούμα φτερούγισε μπροστά του... Εδώ! Ο φάρος άφησε ένα κοφτό γέλιο... -Νόμιζα ότι ήσουν αντανάκλαση... Για τρεις νύχτες δούλεψαν μαζί... Ή μάλλον, δούλεψε η Λούμα, γιατί ο φάρος δεν χρειαζόταν τη βοήθεια κανενός... Όταν ξημέρωσε η τέταρτη μέρα, εκείνη είχε πιασμένα φτερά και την απόλυτη αίσθηση ότι δεν είχε φωτίσει απολύτως τίποτα... Στο θέατρο τα πράγματα πήγαν κάπως χειρότερα... Οι προβολείς ήταν τόσο δυνατοί που, σε ολόκληρη την παράσταση, το μόνο που κατάφερε να φωτίσει η Λούμα ήταν ένας κόκκος σκόνης... Ο κόκκος διέσχισε τη σκηνή επιπλέοντας, με μεγάλη αξιοπρέπεια, και στο τέλος της πράξης το κοινό χειροκρότησε... Η Λούμα έκανε μια μικρή υπόκλιση... Κανείς δεν την είδε... Μετά δοκίμασε στη μεγάλη βιβλιοθήκη... Βρήκε ένα κοριτσάκι να διαβάζει κάτω από ένα παράθυρο και στάθηκε πάνω από το βιβλίο, προσέχοντας να μην του κρύβει τις λέξεις... Το κοριτσάκι σήκωσε το βλέμμα και χαμογέλασε... -Τι ωραία! Τώρα βλέπω καλύτερα! Η Λούμα ένιωσε ένα μικρό σκίρτημα χαράς στο στήθος της... Αυτό μάλιστα, ήταν πραγματικό φώτισμα... Τότε ένα σύννεφο έκρυψε τον ήλιο και η αίθουσα σκοτείνιασε... Η βιβλιοθηκάριος διέσχισε τον διάδρομο και άναψε ένα πορτατίφ... -Έτσι είναι πολύ καλύτερα... είπε το κοριτσάκι... ... Και συνέχισε το διάβασμα... Η Λούμα έμεινε λίγο ακόμα πάνω από το βιβλίο... Κανείς δεν της ζήτησε να φύγει... Κανείς δεν της ζήτησε να μείνει... Εκείνο το απόγευμα κάθισε στην πιο χαμηλή σκεπή της Λαμπερούπολης... Από εκεί φαινόταν τα πάντα... ... το λιμάνι, οι πλατείες, οι καμινάδες, οι κήποι... Χιλιάδες φώτα, όλα απασχολημένα... Μόνο το δικό της αναρωτιόταν ακόμα τι έκανε εκεί... -Ίσως είμαι πολύ μικρή... -Για τι πράγμα; Η φωνή ερχόταν από κάτω... Ήταν ο γερο-Φανοστάτης της πλατείας, που βρισκόταν σε εκείνη τη γωνία τόσο καιρό, που τα χελιδόνια έχτιζαν φωλιές πάνω του χωρίς να ζητήσουν άδεια... Πριν μιλήσει έκανε πάντα τον ίδιο θόρυβο... Κριτς... Η Λούμα ποτέ δεν κατάλαβε αν αυτό το τρίξιμο σήμαινε ότι επρόκειτο να πει κάτι σημαντικό ή απλώς ότι ήταν γέρος... -Για όλα... απάντησε... Ο Φανοστάτης έμεινε σιωπηλός για μια στιγμή... Ένα περιστέρι προσγειώθηκε στο καπέλο του... Κριτς... -Αυτά είναι πολλά πράγματα... -Μα δεν βρίσκω ούτε ένα... -Όταν ήμουν καινούργιος, ένας ταξιδιώτης μού μίλησε για ένα μέρος... Η Λούμα σήκωσε το κεφάλι... -Ποιο μέρος; -Το Σταυροδρόμι... Και τι υπάρχει εκεί; -Δρόμοι... Η Λούμα συνοφρυώθηκε... -Μόνο δρόμοι; -Ναι... -Ε, δεν ακούγεται και πολύ συναρπαστικό... -Αυτό ακριβώς είπε κι ο ταξιδιώτης... Και μετά; -Μετά χαμογέλασε... -Γιατί; -Επειδή κατάλαβε σε τι χρησίμευαν... Η Λούμα περίμενε... Ο Φανοστάτης δεν πρόσθεσε τίποτα άλλο... Και σε τι χρησίμευαν; -Δεν μου είπε... -Τι ταξιδιώτης ήταν αυτός! Κι εγώ θύμωσα λιγάκι... Η Λούμα σταύρωσε τα χέρια της... -Πού βρίσκεται αυτό το Σταυροδρόμι; Ο Φανοστάτης σήκωσε αργά το φαναράκι του και έδειξε πέρα από τη Λαμπερούπολη... Πολύ πιο πέρα... Εκεί που ο ουρανός άρχιζε να μπερδεύεται με τη γη... -Στην άλλη μεριά της Λευκής Ερήμου... Η Λούμα ακολούθησε εκείνη την κατεύθυνση με το βλέμμα... Δεν είχε βγει ποτέ από την πόλη... Δεν είχε δει ποτέ την έρημο... ... Και ποτέ δεν είχε νιώσει τόση λαχτάρα να φύγει... -Είναι μακριά; Ο Φανοστάτης άργησε αρκετά να απαντήσει... -Αρκετά ώστε, σε κάποια στιγμή της διαδρομής, να θελήσεις να γυρίσεις πίσω... Εκείνη τη νύχτα η Λούμα σχεδόν δεν κοιμήθηκε... Έβαλε στο σακίδιό της μια κουβέρτα, ένα παγούρι και τρία μπισκότα... Μετά έβγαλε τα μπισκότα... Ξανάβαλε τα δύο... Τα ξανάβγαλε... Τα ξανάβαλε... Οι σημαντικές αποφάσεις άνοιγαν πάντα την όρεξη... Όταν ο ήλιος φάνηκε πίσω από τα βουνά, βγήκε από το δωμάτιό της χωρίς να κάνει θόρυβο... Κάτω από την πόρτα της μαμάς της ξεπρόβαλλε μια πολύ λεπτή γραμμή φωτός... Η Λούμα έμεινε ακίνητη, με το χέρι στο πόμολο... Η γραμμή έσβησε... Περίμενε λίγο ακόμα, μετά έφυγε... Πριν κλείσει, κοίταξε για τελευταία φορά το δωμάτιό της... ... το κρεβάτι, το παράθυρο, το ράφι όπου φύλαγε τις όμορφες πέτρες που έβρισκε στις βόλτες της... Όλα παρέμεναν ακριβώς τα ίδια... Μόνο εκείνη ήταν έτοιμη να αλλάξει... Ο Φανοστάτης ήταν ήδη ξύπνιος... -Φεύγεις; -Έτσι νομίζω... Κριτς... -Δεν μπορώ να σου πω αν θα βρεις αυτό που ψάχνεις... Αλλά μπορώ να σου πω κάτι άλλο... Εκείνη περίμενε... -Όταν η έρημος σου φανεί υπερβολικά μεγάλη, μην κοιτάς τον ορίζοντα... Η Λούμα συνοφρυώθηκε... -Τότε τι να κοιτάζω; Ο Φανοστάτης χαμογέλασε πολύ αργά, όπως χαμογελούν τα πράγματα που βλέπουν τη ζωή να περνάει εδώ και πολλά χρόνια... -Θα το ανακαλύψεις... Η Λούμα άνοιξε τα φτερά της... Πέταξε πάνω από τις τελευταίες σκεπές, πάνω από το ποτάμι, πάνω από τους μύλους, πάνω από τα χωράφια... ... Και όταν η Λαμπερούπολη άρχισε να μικραίνει πίσω της, ένιωσε ένα παράξενο μείγμα· λίγο φόβο, λίγο ενθουσιασμό και λίγο και από τα δύο ταυτόχρονα... Δεν το ήξερε ακόμα, αλλά εκείνο το ταξίδι δεν θα της μάθαινε πού ήταν η θέση της... Θα της μάθαινε κάτι πολύ πιο σημαντικό... Οι πρώτες μέρες ήταν εύκολες... Η Λούμα πέταξε πάνω από λιβάδια γεμάτα λουλούδια που γύριζαν για να δουν τον ήλιο, κοιμήθηκε δίπλα σε ένα ποτάμι που έκανε αρκετά περισσότερο θόρυβο από όσο χρειαζόταν, και ένα πρωί πήρε πρωινό με έναν σκαντζόχοιρο που επέμενε ότι τα βατόμουρα είναι πιο νόστιμα αν πρώτα τσιμπηθείς από τα αγκάθια της βατομουριάς... -Έτσι τα εκτιμάς περισσότερο... έλεγε... Η Λούμα δεν είχε πειστεί καθόλου... Αλλά τα βατόμουρα ήταν νόστιμα... Την έβδομη μέρα το τοπίο άλλαξε... Το γρασίδι άρχισε να εξαφανίζεται, τα δέντρα έγιναν όλο και πιο σπάνια και ξαφνικά, δεν έμεινε κανένα... Μπροστά της απλωνόταν μια λευκή, τεράστια πεδιάδα... Δεν ήταν χιόνι· ήταν άμμος... Άμμος τόσο ανοιχτόχρωμη που έμοιαζε φτιαγμένη από κομματάκια σύννεφου... Ο αέρας την έσπρωχνε από τη μια πλευρά στην άλλη, σχηματίζοντας κύματα που δεν κουνιόντουσαν... Η Λούμα κατάπιε το σάλιο της... -Λοιπόν, από κάπου πρέπει να ξεκινήσω... ... Και ξεκίνησε... Τις πρώτες ώρες προχώρησε πετώντας... Από ψηλά, η έρημος ήταν πανέμορφη· οι αμμόλοφοι έμοιαζαν με τη θάλασσα όταν μένει εντελώς ακίνητη... Όμως, καθώς ο ήλιος ανέβαινε, ο αέρας ζεσταινόταν... Κάθε φτερούγισμα της κόστιζε λίγο παραπάνω... Μετά, λίγο ακόμα... Μέχρι που τα φτερά σταμάτησαν να την κρατούν... Η Λούμα κατέβηκε αργά στην άμμο... -Θα περπατήσω μόνο για λίγο... Αυτό το "λίγο" κράτησε αρκετές μέρες... Το χειρότερο με τη Λευκή Έρημο δεν ήταν η ζέστη... Ούτε η σιωπή... Ούτε καν ο αέρας... Το χειρότερο ήταν ότι όλα φαίνονταν ίδια... Ανέβαινε έναν αμμόλοφο σίγουρη ότι από την άλλη πλευρά θα έβρισκε κάτι διαφορετικό και υπήρχε μόνο ένας άλλος αμμόλοφος... ... Κι άλλος... κι άλλος ένας... Την τέταρτη μέρα σταμάτησε να κοιτάζει τον ορίζοντα... Όχι επειδή θυμήθηκε τη συμβουλή του Φανοστάτη, αλλά επειδή άρχισε να εκνευρίζεται... Ένα απόγευμα αφέθηκε να πέσει δίπλα σε μια στρογγυλή, ζαρωμένη πέτρα, που έμοιαζε ακριβώς με πατάτα... -Είμαι σίγουρη ότι έχω ξαναπεράσει από εδώ... -Όχι... Η Λούμα πετάχτηκε πάνω... Η πέτρα μόλις είχε μιλήσει! -Συγγνώμη, δεν ήξερα ότι οι πέτρες μιλάνε... -Οι περισσότερες δεν μιλάμε... -Τότε; -Εγώ όμως μιλάω... -Α... Έγινε ησυχία... -Θα μπορούσες να εκπλαγείς και λιγάκι περισσότερο... είπε η πέτρα... -Συγγνώμη, μια πέτρα που μιλάει! Καλύτερα; -Πολύ καλύτερα... Η Λούμα χαμογέλασε... -Νομίζω ότι κάνω κύκλους... -Όχι... -Πώς το ξέρεις; -Επειδή είμαι εδώ εκατόν σαράντα τρία χρόνια... Αν είχες περάσει νωρίτερα, θα το θυμόμουν... Η Λούμα ανακάθισε λιγάκι... -Έχει περάσει κανείς άλλος από εδώ; -Πολλές... σαν εσένα, εννοώ... μικρές και με φως... Και τις θυμάσαι; -Τα πρόσωπά τους όχι... Εγώ κοιτάζω το έδαφος, όχι τον κόσμο... Η πέτρα έμεινε για μια στιγμή σιωπηλή... -Θυμάμαι όμως πού σταμάτησαν... Η Λούμα δεν ήξερε τι να κάνει με αυτή την πληροφορία, γι' αυτό ρώτησε κάτι άλλο... -Και γιατί όλα φαίνονται ίδια; -Επειδή κοιτάζεις πολύ μακριά... Η πέτρα σώπασε... Η Λούμα περίμενε... -Και; -Και τι; -Δεν θα μου πεις κάτι βαθυστόχαστο; -Το είπα ήδη... Εκείνη τη νύχτα ο άνεμος φύσηξε δυνατά... Η Λούμα βρήκε καταφύγιο πίσω από έναν αμμόλοφο, κουλουριάστηκε και έκλεισε τα μάτια της... Ενώ κοιμόταν, μια μικροσκοπική σπίθα ξεκόλλησε από το στήθος της και έπεσε στην άμμο... Έλαμψε για μια στιγμή... Μετά την κάλυψε ο αέρας... Η Λούμα δεν πρόλαβε να τη δει... Πέρασαν αρκετές μέρες... Υπήρχαν πρωινά που προχωρούσε πολύ και άλλα που μόλις κατάφερνε να φτάσει μέχρι τον επόμενο αμμόλοφο... Μια μέρα περπατούσε για ώρες ακολουθώντας ένα σύννεφο· το σύννεφο άλλαξε κατεύθυνση και την άφησε μόνη... Μια άλλη μέρα ο αέρας έσβησε όλα της τα ίχνη μέσα στη νύχτα, και όταν ξύπνησε ένιωσε ένα σφίξιμο στο στομάχι... Κι αν δεν έχω προχωρήσει καθόλου; Συνέχισε να περπατάει... Όχι επειδή ήταν σίγουρη... Απλώς επειδή δεν ήξερε να κάνει τίποτα άλλο... Εκείνο το απόγευμα άνοιξε το σακίδιο για να μετρήσει τι της είχε μείνει... Μια κουβέρτα, μισό παγούρι, ένα μπισκότο... ... Κι άλλο ένα μπισκότο, τυλιγμένο ξεχωριστά σε ένα κομμάτι χαρτί, που εκείνη δεν είχε βάλει μέσα... Η Λούμα έμεινε να το κοιτάζει για πολλή ώρα... Μετά το ξανατύλιξε προσεκτικά και το φύλαξε στον πάτο, κάτω από την κουβέρτα, εκεί που δεν θα μπορούσε να σπάσει... Τότε ήταν που συνάντησε τον κάκτο... Ήταν τόσο μικρός που φαινόταν να κάνει εξάσκηση για να γίνει κάκτος όταν μεγαλώσει... Η Λούμα κάθισε δίπλα του· η σκιά που έριχνε έφτανε ίσα ίσα για να κρύψει ένα πόδι... -Γεια... -Γεια... -Είσαι πολύ καιρό εδώ; -Εκατόν εννέα χρόνια... Η Λούμα τον κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω... -Ε, δεν έχεις ψηλώσει και πολύ... Κι όμως, έχω ψηλώσει... -Α, ναι; -Πάρα πολύ... -Δεν φαίνεται... -Σε μένα φαίνεται... Η Λούμα άφησε ένα γέλιο... Ήταν το πρώτο εδώ και πολλές μέρες... -Ψάχνω το Σταυροδρόμι... -Μάλιστα... -Ξέρεις πού είναι; -Όχι... -Τότε είσαι το ίδιο χρήσιμος με μια πέτρα που γνώρισα... -Μπορεί... Ο κάκτος έμεινε ακίνητος... Πιο ακίνητος από το κανονικό... Η Λούμα ακούμπησε την πλάτη της πάνω του... Ήταν δροσερός... Τι Θαύμα! -Είμαι κουρασμένη... -Ξεκουράσου... Κι αν χάσω μια μέρα; -Ποιος τις μετράει; Η Λούμα δεν απάντησε... Ούτε ο κάκτος... Μετά από αρκετή ώρα, ρώτησε... -Μέχρι πού μπορείς να δεις; Η Λούμα σήκωσε το κεφάλι... Υπήρχε μια επίπεδη πέτρα σε απόσταση εκατό βημάτων... -Μέχρι εκείνη την πέτρα... -Τέλεια... -Τέλεια; -Φτάσε μέχρι εκεί... -Και μετά; -Μετά ξανακοιτάζεις... Η Λούμα συνοφρυώθηκε... -Αυτό δεν με φέρνει και πολύ κοντά στο Σταυροδρόμι... Ο κάκτος χαμογέλασε... Ή, τουλάχιστον, η Λούμα θα ορκιζόταν ότι χαμογέλασε... -Πιο κοντά από το να μείνεις εδώ... Εκείνη τη νύχτα κοιμήθηκε δίπλα στον κάκτο... Ξύπνησε τα ξημερώματα επειδή κάτι έλαμπε στην άμμο, ακριβώς δίπλα στο χέρι της· μια χρυσή κουκκίδα, πολύ μικρή, που έσβησε μόλις την κοίταξε... Η Λούμα έφερε τα χέρια της στο στήθος... Το φως της ήταν ακόμα εκεί... Ακριβώς το ίδιο μικρό όπως πάντα... ... Και ακριβώς το ίδιο αναμμένο... -Άμμος... είπε... ... Και ξανακοιμήθηκε... Το επόμενο πρωί η έρημος εξακολουθούσε να είναι τεράστια... Αλλά η πέτρα βρισκόταν ακόμα στα εκατό βήματα... Η Λούμα σηκώθηκε και έφτασε μέχρι εκεί... Από εκεί μπόρεσε να δει μια ξερή ρίζα... Μετά έναν σκούρο βράχο... Έπειτα έναν άλλο αμμόλοφο... Για πρώτη φορά από τότε που είχε μπει στην έρημο, σταμάτησε να προσπαθεί να φτάσει στο τέλος... Προσπαθούσε μόνο να φτάσει μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι της... Οι μέρες άρχισαν να μοιάζουν πολύ μεταξύ τους και αυτό, παραδόξως, σταμάτησε να την ανησυχεί... Μερικές ήταν καλές... Άλλες ήταν φρικτές... Υπήρχαν πρωινά που ο αέρας την έσπρωχνε μπροστά και ολόκληρα απογεύματα που της φαινόταν ότι περπατούσε στο ίδιο σημείο... Αλλά κάθε φορά που έφτανε σε μια πέτρα, έψαχνε την επόμενη... Ένα απόγευμα ένα τεράστιο φως διέσχισε τον ουρανό... Ήταν ένας κομήτης... Λαμπερός, γρήγορος, θεαματικός... Η Λούμα σήκωσε το χέρι της... -Ε! Ο κομήτης κατέβηκε διαγράφοντας έναν μεγάλο κύκλο... -Τι κάνεις εκεί κάτω; -Διασχίζω την έρημο... -Πετώντας θα έκανες πολύ λιγότερο χρόνο! Η Λούμα κοίταξε τα φτερά της... -Μακάρι να μπορούσα... -Πόσο καιρό ταξιδεύεις; Δεν ξέρω, πολύ... -Εγώ ξεκίνησα σήμερα το πρωί... Η Λούμα παρατήρησε εκείνη την απέραντη ουρά από φως... Ήταν πανέμορφη... -Μακάρι να έλαμπα κι εγώ σαν εσένα... Ο κομήτης κοίταξε τον εαυτό του, πολύ ικανοποιημένος... -Ναι, βοηθάει αρκετά... Την αποχαιρέτησε με μια πιρουέτα και εξαφανίστηκε... Εκείνη τη μέρα η έρημος της φάνηκε πιο μεγάλη από ποτέ... Δύο ξημερώματα μετά, τον ξαναείδε... Αυτή τη φορά προχωρούσε αργά... Πολύ αργά... -Δεν πήγαινες πολύ μακριά; -Ναι... -Ε, και; Ο κομήτης καθάρισε τον λαιμό του... -Έκανα λάθος κατεύθυνση... -Πώς; -Πήγαινα πολύ γρήγορα για να το καταλάβω... Η Λούμα δεν είπε τίποτα... Ούτε ο κομήτης... Μετά από λίγο ρώτησε... -Εσύ ξέρεις πού ακριβώς πηγαίνεις; Η Λούμα έδειξε μια πέτρα... -Σήμερα, μέχρι εκεί... -Αυτό είναι ήδη περισσότερο από ό,τι ξέρω εγώ... ... Και συνέχισε τον δρόμο του, πολύ πιο αργά από την πρώτη φορά... Εκείνη τη νύχτα η Λούμα σκέφτηκε πολύ τον κομήτη... Δεν συγκρίθηκε ξανά με τη λάμψη του... Άρχισε να αναρωτιέται κάτι άλλο... Ίσως το να πηγαίνεις αργά δεν ήταν πάντα χάσιμο χρόνου... Ίσως χρησίμευε και στο να βλέπεις καλύτερα... Την επόμενη μέρα ο άνεμος άλλαξε... Δεν ήταν μεγάλη αλλαγή, ούτε καν μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αλλαγή... Συνέχισε να κάνει ζέστη, η άμμος συνέχισε να μπαίνει ανάμεσα στα φτερά της Λούμας και οι αμμόλοφοι συνέχισαν να μοιάζουν ο ένας με τον άλλον... Μόνο που τώρα ο αέρας ερχόταν από αλλού... Η Λούμα χαμογέλασε... Δεν περίμενε πια να σταματήσει η έρημος να είναι έρημος... Περίμενε μόνο να βρει την επόμενη πέτρα... ... Και μετά μια άλλη... και άλλη μία... Τρεις μέρες μετά, ήρθε η καταιγίδα... Δεν την είδε να έρχεται· την ένιωσε... Ο αέρας σταμάτησε να κινείται και η ησυχία έγινε τόσο βαριά που έμοιαζε να την πιέζει... Μετά ήρθε ο άνεμος... Πρώτα μια ριπή... Μετά άλλη... και άλλη μία... Η άμμος άρχισε να στροβιλίζεται γύρω της... Κάθε φορά που προσπαθούσε να πετάξει, ο αέρας την έριχνε πάλι στο έδαφος... Κάθε φορά που κατάφερνε να ανέβει έναν αμμόλοφο, μια νέα ριπή την έκανε να κατρακυλάει προς τα κάτω... Το προσπάθησε μία φορά... Μετά άλλη μία... Μετά σταμάτησε να μετράει... Όταν σχεδόν δεν μπορούσε πια να κρατήσει τα μάτια της ανοιχτά, ανακάλυψε μια ρωγμή ανάμεσα σε δύο μεγάλους βράχους και αφέθηκε να πέσει μέσα... Εκεί ο αέρας δεν έμπαινε... Αλλά ούτε και το φως... Το σκοτάδι ήταν τόσο πηχτό που η Λούμα δεν ξεχώριζε ούτε τα χέρια της... Πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε να κάνει το στήθος της να λάμψει... Μόλις και μετά βίας κατάφερε να φωτίσει την πέτρα που είχε μπροστά της... Ποτέ άλλοτε το φως της δεν της είχε φανεί τόσο μικρό... Αγκάλιασε τα γόνατά της... -Αυτό ήταν... Η φράση βγήκε μόνη της... -Δεν αντέχω άλλο... Σκέφτηκε τη Λαμπερούπολη... Τον φάρο, τη βιβλιοθήκη, τον γερο-Φανοστάτη... Σκέφτηκε το κρεβάτι της και μια πολύ λεπτή γραμμή φωτός κάτω από μια πόρτα... Σκέφτηκε ακόμα και τη λαμπίτσα του ψυγείου... Πόσο εύκολα φαίνονταν όλα από εκεί... Ίσως ήταν χαζομάρα που έφυγε από το σπίτι... Ίσως κάποια φώτα δεν βρίσκουν ποτέ τη θέση τους... Ίσως το δικό της ήταν, απλώς, υπερβολικά μικρό... Τότε άκουσε μια φωνή πολύ κοντά... -Είναι κανείς εδώ; Η Λούμα σήκωσε το κεφάλι... -Ναι... Έγινε ησυχία... -Πάλι καλά... Από το σκοτάδι βγήκε ένα ποντικάκι... Είχε άμμο στα μουστάκια του και ένα ξερό φύλλο πιασμένο στο ένα αυτί... -Νόμιζα ότι ήμουν μόνος... Η Λούμα προσπάθησε να χαμογελάσει... Δεν τα κατάφερε και πολύ καλά... Κι εγώ... Το ποντικάκι κοίταξε γύρω του... -Αυτό το φως είναι δικό σου; -Ναι... -Τι τύχη! Εκείνη άφησε ένα θλιμμένο γέλιο... -Όχι και τόσο, σχεδόν δεν φέγγει... Το ποντικάκι ξανακοίταξε τη ρωγμή... Μετά κοίταξε εκείνη... -Εδώ μέσα περισσεύει... Η Λούμα ανοιγόκλεισε τα μάτια της... -Πώς; -Δεν χρειάζεται να φωτίσεις την έρημο... Μόνο να βρεις την έξοδο... Η Λούμα έμεινε ακίνητη... Ποτέ δεν το είχε σκεφτεί έτσι... -Νομίζω ότι είναι από εκεί... είπε το ποντικάκι... Η Λούμα σήκωσε το βλέμμα... Έβλεπε μόνο μια πέτρα... -Εγώ φτάνω να φωτίσω μόνο μέχρι εκείνο τον βράχο... -Ε, τότε θα πάμε μέχρι εκείνο τον βράχο... Περπάτησαν... Όταν έφτασαν, φάνηκε μια ρίζα... Μετά μια στροφή... Έπειτα άλλη μια πέτρα... Ο δρόμος παρέμενε κρυμμένος, αλλά πάντα υπήρχε κάτι λίγο πιο μπροστά... Όταν το φως της Λούμας άρχιζε να αδυνατίζει, ξεκουράζονταν... Το ποντικάκι ποτέ δεν γκρίνιαζε... Καλά... Γκρίνιαζε λιγάκι... Έλεγε ότι πεινούσε, ότι η ρωγμή μύριζε σαν βρεγμένη κάλτσα και ότι εκείνο το φύλλο δεν έλεγε να ξεκολλήσει από το αυτί του... Αλλά πάντα περίμενε... Μετά από αρκετή ώρα, ήρθε ένα ρεύμα δροσερού αέρα... Μετά μια χαραμάδα... Έπειτα μια κλωστή από φως... Το ποντικάκι βγήκε πρώτο... Η Λούμα το ακολούθησε... Ο ουρανός ήταν καθαρός... Η καταιγίδα είχε εξαφανιστεί... Ήταν νύχτα... Το ποντικάκι την κοίταξε για μια στιγμή... -Έχεις άμμο ακόμα και στο φως σου... Η Λούμα τίναξε το φόρεμά της... -Το φως δεν λερώνεται... -Το δικό σου ναι... -Φαίνεται πολύ άσχημο; Το ποντικάκι έγειρε το κεφάλι του... -Όχι, φαίνεται ταξιδεμένο... Για πρώτη φορά ύστερα από πολλές μέρες, η Λούμα ξέσπασε σε γέλια... Ένα αληθινό γέλιο... Αποχαιρετίστηκαν τα ξημερώματα... Το ποντικάκι πήγαινε προς την αντίθετη κατεύθυνση και δεν θέλησε να εξηγήσει το γιατί... Εκείνο το πρωί η Λούμα ανέβηκε στον πιο ψηλό αμμόλοφο που βρήκε... Σκέφτηκε ότι από εκεί, επιτέλους, θα έβλεπε το Σταυροδρόμι... Δεν είδε τίποτα... Μόνο περισσότερη έρημο... Πάρα πολύ περισσότερη... Ο ορίζοντας εξακολουθούσε να είναι τόσο μακριά όσο και την πρώτη μέρα... Ένιωσε έναν κόμπο στο στομάχι... Είχε περπατήσει για εβδομάδες... Είχε διασχίσει μια καταιγίδα... Είχε αμφιβάλει για τον εαυτό της... ... Και ακόμα δεν μπορούσε να δει το τέλος... Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα... -Δεν μπορώ... Αυτή τη φορά το είπε πολύ σιγά... Γύρισε την πλάτη και έκανε ένα βήμα για να επιστρέψει... ... Και τότε το είδε... Στα πόδια της υπήρχε ένα λουλούδι... Μικρό... ... Χρυσό... Δεν θυμόταν να το είχε δει όταν ανέβαινε... Έσκυψε... Το λουλούδι εξέπεμπε ένα απαλό φως, σχεδόν ίδιο με το δικό της... Η Λούμα κατέβηκε άλλο ένα βήμα... Λίγο πιο πέρα υπήρχε άλλο ένα... Μετά άλλο ένα και άλλο ένα... Η νύχτα άρχισε να πέφτει πάνω στην έρημο και καθώς η άμμος έχανε τη λάμψη του ήλιου, εκατοντάδες μικροσκοπικά λουλούδια άρχισαν να ανάβουν... Εκεί όπου η Λούμα είχε κοιμηθεί... Εκεί όπου είχε ξεκουραστεί... Εκεί όπου είχε κλάψει... Δίπλα στην πέτρα που έμοιαζε με πατάτα... Δίπλα στον κάκτο... Κοντά στη ρωγμή... Σαν μια χρυσή κλωστή που διέσχιζε ολόκληρη τη Λευκή Έρημο... Η Λούμα δεν καταλάβαινε γιατί βρίσκονταν εκεί... ...Και για πρώτη φορά, δεν ένιωσε την ανάγκη να το καταλάβει... Έμεινε να τα κοιτάζει... Όλο εκείνο τον καιρό νόμιζε ότι δεν συνέβαινε τίποτα... Κι όμως, ο δρόμος είχε ανθίσει πίσω της... Πήρε μια βαθιά ανάσα... Κοίταξε προς τον ορίζοντα· εξακολουθούσε να μην μπορεί να δει το τέλος... Κοίταξε την επόμενη πέτρα· αυτή μπορούσε να τη δει... Χαμογέλασε και συνέχισε... Πέρασαν πολλές μέρες ακόμα... Η έρημος συνέχισε να είναι δύσκολη... Υπήρξε περισσότερος αέρας, περισσότερη ζέστη, περισσότερες αμφιβολίες... Αλλά υπήρξαν και περισσότερα λουλούδια... Κάθε πρωί η Λούμα διάλεγε μια πέτρα... ... Και κάθε νύχτα, κοιτάζοντας πίσω, το μονοπάτι ήταν λίγο πιο μακρύ... Ένα απόγευμα έφτασε σε μια πολύ παλιά πέτρινη αψίδα... Δεν ήταν μεγάλη... Ούτε λαμπερή... Ούτε θεαματική... Πάνω της υπήρχε μόνο μία λέξη... Το Σταυροδρόμι! Η Λούμα την πέρασε... Από την άλλη πλευρά δεν υπήρχε παλάτι... Ούτε κάποιος σοφός... Ούτε μια κρατημένη θέση με το όνομά της... Μόνο μια ήσυχη κοιλάδα και τέσσερις δρόμοι... Ο ένας χανόταν σε ένα δάσος... Ο άλλος κατέβαινε προς τη θάλασσα... Ο άλλος ανέβαινε ανάμεσα στα βουνά... Ο τελευταίος εξαφανιζόταν πίσω από κάτι λόφους... Η Λούμα χαμογέλασε... Μετά από όλο εκείνο το ταξίδι, η ανταμοιβή ήταν να διαλέξει... Κάθισε να κοιτάξει τους τέσσερις δρόμους και έμεινε έτσι για αρκετή ώρα, μέχρι που μια σκιά φωτός πέρασε πάνω από την κοιλάδα... Πήγαινε πολύ αργά... -Αυτό εκεί πίσω εσύ το έκανες; Ήταν ο κομήτης... Από τόσο ψηλά φαινόταν ολόκληρη η έρημος και η χρυσή κλωστή που τη διέσχιζε από τη μια άκρη στην άλλη... Η Λούμα γύρισε να τον κοιτάξει, σαν να το είχε μόλις συνειδητοποιήσει... -Έτσι νομίζω... Ο κομήτης έμεινε σιωπηλός για μια στιγμή... Για έναν κομήτη, αυτό είναι πάρα πολύς χρόνος... -Εγώ περνάω όλη μου τη ζωή διασχίζοντας μέρη... είπε ...και δεν έχω αφήσει ούτε ένα... Μετά ανέβηκε ξανά, χωρίς βιασύνη, και έφυγε από εκεί που είχε έρθει... Μετά από λίγο, η Λούμα άκουσε μια λεπτή φωνούλα... -Αυτός είναι ο δρόμος; Μια νεαρή λούμινα μόλις είχε φτάσει στους πρόποδες του τελευταίου αμμόλοφου... Ήταν ακόμα πιο μικρή από ό,τι ήταν η Λούμα όταν έφυγε από τη Λαμπερούπολη, και κοίταζε την έρημο με τα ίδια μάτια γεμάτα αμφιβολίες... -Δεν βλέπω από πού να συνεχίσω... Η Λούμα κοίταξε το μονοπάτι από λουλούδια... Μετά κοίταξε μια πέτρα που βρισκόταν στα μισά της πλαγιάς... Πέταξε μέχρι εκεί και άναψε το φως της... -Βλέπεις μέχρι εδώ; Η μικρή έγνεψε καταφατικά... -Ναι... -Τότε φτάσε μέχρι εδώ... Η νεαρή έκανε ένα βήμα, μετά άλλο ένα... Όταν έφτασε δίπλα στη Λούμα ανέπνεε πολύ γρήγορα... Και τώρα; Η Λούμα έδειξε την επόμενη πέτρα... -Τώρα, μέχρι εκεί... Η μικρούλα σώπασε για μια στιγμή... -Πώς ήξερες ποιος ήταν ο δρόμος; Η Λούμα κοίταξε την έρημο... Τα λουλούδια, τους αμμόλοφους, τα ίχνη που ο αέρας δεν είχε καταφέρει να σβήσει εντελώς... -Δεν το ήξερα... Η μικρή γούρλωσε τα μάτια της... -Τότε; Η Λούμα έδειξε ξανά την πέτρα... -Απλώς έφτασα μέχρι εδώ... Η μικρή κοίταξε την πέτρα... Μετά άρχισε να περπατάει... Η Λούμα βρέθηκε ξανά μπροστά στους τέσσερις δρόμους που ξεκινούσαν από το Σταυροδρόμι... Δεν ήξερε ακόμα ποιον θα διάλεγε... ... Και δεν πείραζε καθόλου... Θυμήθηκε τον γερο-Φανοστάτη, το τρίξιμό του και εκείνον τον ταξιδιώτη που είχε χαμογελάσει χωρίς να εξηγήσει το γιατί... Τώρα πια ήξερε το γιατί... Πήρε μια βαθιά ανάσα... Το δάσος μύριζε βροχή... Τα βουνά φαίνονταν να κρύβουν ιστορίες... Η θάλασσα λαμπύριζε στο βάθος... Ο τέταρτος δρόμος δεν μύριζε ακόμα τίποτα... Η Λούμα χαμογέλασε, διάλεξε έναν και πέταξε... Πολύ καιρό αργότερα, οι νεαρές λούμινες εξακολουθούσαν να διασχίζουν τη Λευκή Έρημο... Όταν κάποια ρωτούσε πόσο έμενε ακόμα, οι υπόλοιπες χαμογελούσαν... Καμία δεν ήξερε την απάντηση... Αλλά όλες ήξεραν να βρίσκουν την πρώτη πέτρα! Σέρχιο Φαλκόν "Άμμος στο φως" Παραμυθοκαληνύχτα λαμπερή όμορφα αερικά μου... ✨🌸 ... με Φως στη καρδιά και στη ψυχή! 👑🧚‍♀️🪷🌵✨

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences