Αλεξάνδρα Σάνδη, «Οι κόκκινες μπότες», εκδ. Συρτάρι, 2026 (γράφει η Ευαγγελία Πάσσαρη) Και η ιστορία ξεκινά. Στο επίκεντρο ένα τριώροφο σπίτι, στο οποίο, όπως θα μάθουμε αργότερα, ο κάθε ένοικος...
Αλεξάνδρα Σάνδη, «Οι κόκκινες μπότες», εκδ. Συρτάρι, 2026 (γράφει η Ευαγγελία Πάσσαρη) Και η ιστορία ξεκινά.
Στο επίκεντρο ένα τριώροφο σπίτι, στο οποίο, όπως θα μάθουμε αργότερα, ο κάθε ένοικος κρύβει τα δικά του πάθη.
Αμέσως δημιουργείται μια ασφυκτική αίσθηση: το σπίτι παλιό, τεμαχισμένο σε πολλά μικρά διαμερίσματα, πολλές σκάλες που κουράζουν τους ενοίκου, φως στο χρώμα του ίκτερου.
Η πρώτη που παίρνει την σκυτάλη της ιστορίας είναι η γυναίκα του δευτέρου, με τις κόκκινες μπότες.
Ιδρωμένη, ταλαιπωρημένη και τραυματισμένη από τη βραδινή της εργασία, διώκεται πάντα από την εντύπωση πως κάποιος την παρακολουθεί.
Ο φόβος και η ένταση δεν την εγκαταλείπουν ποτέ, ωστόσο φαίνεται ότι αποτελούν τις μοναδικές της επιλογές.
Ύστερα, γνωρίζουμε τον τσαγκάρη του τρίτου.
Αφοσιωμένος στην χειρωνακτική του εργασία, την οποία έχει ανάγει σε τέχνη, καθώς γίνεται έκδηλο ότι τον ανακουφίζει από τη μοναξιά, λειτουργεί σαν φύλακας-άγγελος των υπόλοιπων στο τριώροφο.
Ακολουθεί η χορεύτρια του πρώτου ορόφου, χωρίς να ξεκαθαρίζεται αν είναι η ίδια η αφηγήτρια που παρουσιάζει τον εαυτό της, κάτι που αποτελεί έξυπνο τέχνασμα από μεριά της συγγραφέως, διότι η αφηγήτρια-χορεύτρια περιγράφει την ηρωίδα-χορεύτρια σαν να την παρακολουθεί από μακριά, ακριβώς με τον ίδιο τόνο και ύφος που βλέπει και τα υπόλοιπα πρόσωπα.
Στα μάτια όλων πρόκειται για ένα χαρισματικό πλάσμα, η ίδια όμως βασανίζεται, αφού έχει αναγκαστεί, για λόγους επιβίωσης, να τρέψει την τέχνη της σε κάτι ευτελές.
Στην προσπάθειά της να διασώσει την χαμένη της αξιοπρέπεια, όπως διαβάζουμε, αποφασίζει να δώσει τον πιο δύσκολο χορό της ζωής της.
Τον τελευταίο.
Ακριβώς στο διπλανό σπίτι, η χήρα, που έχει μάτια και αυτιά για όσα συμβαίνουν εκεί μέσα.
Φαινομενικά συστήνεται σαν μια στερεοτυπική φιγούρα, η οποία στη συνέχεια θα γίνει από τα πιο θαρραλέα πρόσωπα, αφού τολμά να παραδεχτεί στον ίδιο της τον εαυτό την καταπιεσμένη για χρόνια ταυτότητά της.
Επόμενος ένοικος είναι ο γεροδεμένος και απόμακρος κλειδαράς του δευτέρου.
Ένας κλειστός άνθρωπος, που φοβάται να ανοιχτεί.
Ένα άνθρωπος που διψά να τον πλησιάσουν οι γύρω του και ο οποίος, τελικά, θα νιώσει με τον πιο μοναδικό τρόπο πως για όλους μας υπάρχει κάποιος να μας ξεκλειδώσει.
Τέλος, πληροφορούμαστε για την ήσυχη Ανθή του τρίτου, με τον συνεχώς –στα μάτια των γειτόνων– απών σύζυγό της.
Το μοναδικό ζευγάρι του οικήματος αποδεικνύει πόσο διαφορετικά μπορεί να είναι τα πράγματα πίσω από τις κλειστές πόρτες, αλλά και πόσο δίπλα μας μπορεί να βρίσκεται η κόλαση.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους